Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Ελληνορωσικά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​αναμενόμενη για το Σάββατο επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα, με την ευκαιρία συμπληρώσεως 190 χρόνων από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών, πραγματοποιείται σε μια περίοδο ιδιαίτερης εντάσεως στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Η συγκυρία δεν είναι, ασφαλώς, ευνοϊκή.

Η διαρκής επέκταση της ρωσικής επιρροής προς νότο και οι παρεμβάσεις της Μόσχας στα Δυτικά Βαλκάνια προκάλεσαν ανησυχίες στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Αλλά ταυτόχρονα η Ρωσία είναι μακράν η μεγαλύτερη δύναμη στην περιοχή και οι στενές σχέσεις που αναπτύσσει τελευταίως με την Αγκυρα δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν από την όποια ελληνική κυβέρνηση.

Οι ελληνορωσικές σχέσεις υπήρξαν πάντα ένα μείγμα προσδοκιών και απογοητεύσεων για το έθνος των Ελλήνων. Από τις τρεις προστάτιδες Δυνάμεις που εγγυήθηκαν την ανεξαρτησία της χώρας μας η Ρωσία ήταν η πλέον προσφιλής στους Ελληνες. Εν μέρει λόγω της ορθοδοξίας, κυρίως όμως ίσως διότι ήταν εκ παραδόσεως μονίμως εχθρικά διακείμενη προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλλά η Ρωσία –τσαρική, κομμουνιστική ή μετακομμουνιστική– ακολουθούσε πάντα πολιτική μεγάλης Δυνάμεως, αξιοποιώντας δηλαδή μονίμως προς το συμφέρον της την εγγενή συμπάθεια των Ελλήνων –συντηρητικών για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, και των κομμουνιστών αργότερα μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων. Αυτό ωστόσο δεν εμείωνε ποτέ την έλξη που ασκούσε το «ξανθό γένος» των Ρώσων στο ελληνικό έθνος.

Τη διαχρονική πολιτική της Ρωσίας είχε διατυπώσει εναργέστατα ο τσάρος Νικόλαος Α΄ το 1853, όταν απευθυνόμενος στον Βρετανό πρέσβη Χάμιλτον Σέιμουρ διαβεβαίωνε κατηγορηματικώς ότι: «Δεν θέλω επιτρέψει ποτέ τοιαύτην έκτασιν της Ελλάδος, ήτις να καταστήση αυτήν ισχυρόν κράτος».

Παρά ταύτα, όταν τον επόμενο χρόνο ξέσπασε ο Κριμαϊκός Πόλεμος, σύμπας ο ελληνισμός ετάχθη υπέρ της Ρωσίας. Ο βασιλεύς Οθων συνταυτισθείς με το αίσθημα όλων των Ελλήνων κατάφερε απλώς να εξασφαλίσει την εχθρότητα των Βρετανίας και Γαλλίας. Και έπειτα από επιτυχείς ραδιουργίες εξέπεσε του θρόνου.

Θερμές υπήρξαν –σε ανακτορικό τουλάχιστον επίπεδο– οι σχέσεις με τη δεύτερη ελληνική δυναστεία, όταν ο Γεώργιος Α΄ παντρεύτηκε τη Μεγάλη Δούκισσα Ολγα της δυναστείας των Ρομανόφ. Με την πτώση όμως του τσάρου το 1917, και την επικράτηση των μπολσεβίκων, η Ελλάς απώλεσε έναν σημαντικότατο σύμμαχο στο πλαίσιο της Αντάντ, έναντι της Τουρκίας. Οι μπολσεβίκοι συμμάχησαν με τον εθνικιστή Μουσταφά Κεμάλ. Αυτή η λεπτομέρεια διέφυγε την προσοχή του Ελ. Βενιζέλου, όταν οδηγούσε την Ελλάδα στη μικρασιατική περιπέτεια.

Ο κ. Τσίπρας –στην πρώτη του κυβέρνηση– έτρεφε κάποιες προσδοκίες προς τη Μόσχα, αλλά διαψεύσθηκε οικτρώς. Οπως προηγουμένως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ή όταν επί της πρωθυπουργίας του ο Κώστας Καραμανλής προσπάθησε να εδραιώσει κάποιες λειτουργικές συνεργασίες με τη Μόσχα στον ενεργειακό τομέα, προκαλώντας την εχθρότητα των ΗΠΑ και όχι μόνον. Σήμερα ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν έχει στραμμένο το ενδιαφέρον του προς την Τουρκία. Καλώς, ωστόσο, μεταβαίνει στη Μόσχα ο κ. Τσίπρας, αλλά ας μην προσδοκά κανείς κάτι το ουσιώδες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ