ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η προκλητική και γεμάτη χρώματα αισθητική των μεταμοντέρνων κτηρίων ήταν αντικείμενο θαυμασμού, αλλά και έντονης κριτικής στο αποκορύφωμα της επιρροής τους στις δεκαετίες των 1970 και 1980. Με το τέλος της δεκαετίας του 1980 το μετά-μοντέρνο στιλ βγήκε εκτός μόδας και μπήκε γρήγορα στο «χρονοντούλαπο» της αρχιτεκτονικής ιστορίας. Το 1988 σε έκθεση του στο ΜοΜΑ,  ο Μάικλ Γκρέιβς, πρωτεργάτης της μετά-μοντέρνας αισθητικής, δήλωσε ότι «είμαι τελειωμένος».

Τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Η ευμετάβλητη φύση των αρχιτεκτονικών τάσεων, έχει οδηγήσει σε ένα κύμα αναβίωσης μερικών μεταμοντερνιστικών έργων, τα οποία μέσα από τον περίπλοκο σχεδιασμό τους, κάποτε αμφισβήτησαν την γεωμετρική απλότητα του Μοντερνισμού.

Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν και έργα του Γκρέιβς ή του Φίλιπ Τζόνσον. Βέβαια, κάποια μετά-μοντέρνα κτήρια είναι αντιμέτωπα με κατεδαφίσεις, παρά με θαυμασμό, όπως οι προσθήκες που έκαναν οι πρωτεργάτες του κινήματος, Ρόμπερτ Βεντούρι και Ντενίς Σκοτ Μπράουν, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Σαν Ντιέγκο.

Μπαίνοντας στην τέταρτη ή πέμπτη δεκαετία ζωής τους, βιώνοντας μία κρίση «αρχιτεκτονικής» μέσης ηλικίας, πολλά από αυτά τα κτήρια χρειάζονται ανακατασκευές και γίνονται για ακόμη μία φορά αντικείμενο του δημόσιο διαλόγου, προκαλώντας προβληματισμό και συγκεντρώνοντας δεύτερες ματιές, κάποιες φορές ακόμη και συμπάθεια, από ανθρώπους με εντελώς διαφορετική αισθητική. Αξίζει όμως να διασωθούν αυτά κτίρια, αναρωτιέται ο δημοσιογράφος των New York Times, Τζόσεφ Τζιοβανίνι.

Το δεκαπενταόροφο κτήριο του Γκρέιβς στο Πόρτλαντ το 1982, το οποίο πρόσφατα «γλίτωσε» από την κατεδάφιση, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας γενιάς μεταμοντέρνων κτηρίων, τα οποία προσπαθούν να ανακτήσουν την ταυτότητα τους μέσα σε ένα αβέβαιο περιβάλλον. Όταν χτίστηκε είχε συγκριθεί με, κάπως άκομψα, με συσκευασία δώρου, λόγω των χρωματιστών κατασκευών στην πρόσοψη του.

Η υπερβολική του αισθητική έκανε τους μοντερνιστές έξαλλους και τους μεταμοντερνιστές να πανηγυρίζουν, ξεκινώντας έναν νέο «πόλεμο αισθητικής». Ο Γούλφ φον Έκαρντ, κριτικός αρχιτεκτονικής του περιοδικού Time, αποκάλεσε το κτίριο «επικίνδυνο», θεωρώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα του «ποπ σουρεαλισμού». Αντίθετη ήταν η άποψη του Πόλ Γκολντμπέργκερ, κριτικού αρχιτεκτονικής των New York Times, ο οποίος το αποκάλεσε «το πιο σημαντικό δημόσιο κτήριο της δεκαετίας, μέχρι στιγμής».

Το κτήριο ποτέ δεν έχασε την κακή του φήμη και το 2009 μπήκε στη λίστα του περιοδικού Travel & Leisure με τα ασχημότερα κτήρια στον κόσμο. Παρόλα αυτά κατάφερε να μπει και στην λίστα της Αμερικανικής Υπηρεσίας Ιστορικών Μνημείων.

Το 2014, βέβαια, υπήρχε σοβαρή συζήτηση για την κατεδάφιση του, δεδομένων και των προβλημάτων ύδρευσης και της σεισμικής επικινδυνότητας του. Οι έρευνες των αρμόδιων φορέων έδειξαν ότι η κατεδάφιση και αντικατάσταση του κτιρίου θα κόστιζε γύρω στα 300 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η ανακατασκευή του θα κόστιζε 100 εκατομμύρια δολάρια λιγότερα. Η πόλη κατέληξε τελικά στην συμφέρουσα λύση της ανακαίνισης του, η οποία σηματοδότησε και την αποκατάσταση του πρώτου ιστορικού μετά-μοντέρνου μνημείου.

Η διαμάχη στο Πόρτλαντ οδήγησε και σε αντίστοιχες συζητήσεις για την αποκατάσταση μνημείων σε άλλα μέρη της χώρας. Το 1984, ο 78χρονος Φίλιπ Τζόνσον, το «κακό παιδί» της Νέας Υόρκης και ο συνεργάτης του Τζον Μπέρτζι, «έφεραν» το μεταμοντερνιστικό κύμα στο κεντρικό Μανχάταν αναγείροντας το κτίριο της εταιρίας τηλεπικοινωνιών AT&T.

Ο σχεδιασμός του Τζόνσον, αποτέλεσε πεδίο αντιπαραθέσεων, συναρπάζοντας τους «εναλλακτικούς» της αρχιτεκτονικής, αλλά και συγκεντρώνοντας αρκετές κακές κριτικές. Πέρσι, οι ιδιοκτήτες του κτηρίου, προσέλαβαν την αρχιτεκτονική εταιρία, Snohetta, για την ανακαίνιση του κτηρίου, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις με την απόφαση.

Πολλοί είναι αυτοί που δεν πιστεύουν ότι το κτήριο του Τζόνσον πρέπει να μεταχειρίζεται σαν μία «ιερή αγελάδα της αρχιτεκτονικής» και ότι η ανακαίνιση θα βελτίωνε την κατάσταση του κτηρίου. Ο Τσάρλς Τζένκς, αυθεντία του μεταμοντερνισμού, υποστήριξε σε πρόσφατο μέιλ του στου New York Times ότι είναι υπέρ της ανακαίνισης και ότι ο ίδιος ο Τζόνσον το είχε σκεφτεί το 1994.

Ο κύκλος του θριάμβου, εγκατάλειψης και επανεύρεσης είναι ιδιαίτερα έντονος και προβληματικός για τα μεταμοντέρνα κτήρια επειδή τα στοιχεία που εξόργιζαν τους επικριτές τους στη διάρκεια του «πολέμου αισθητικής»,  το κάνουν ακόμα. «Ας κρατήσουμε μερικά κτήρια ως παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ένα άσχημο και καταστροφικό κίνημα έθεσε το design πολλές δεκαετίες ή αιώνες πίσω και μετά ας κατεδαφίσουμε τα υπόλοιπα», σχολίασε ο Τζιμ Σόουελ στο διαδικτυακό περιοδικό αρχιτεκτονικής Dezeen το 2014.

Η ειρωνεία με αυτά τα επιτηδευμένα ειρωνικά κτήρια, τα οποία «κάνουν πλάκα» στην αρχιτεκτονική ιστορία, είναι ότι και τα ίδια είναι πλέον κομμάτια της ιστορίας και αυτό, όχι η ομορφιά τους, είναι η δυνατότερη άμυνα τους κατά των κατεδαφίσεων.

Στις 7 Νοεμβρίου, το Κέντρο Αρχιτεκτονικής του Καναδά στο Μόντρεαλ, φιλοξενεί μία σύγχρονη έκθεση, η οποία επανεξετάζει το μετά-μοντερνιστικό κίνημα, την οποία επιμελείται η Σύλβια Λαβίν, καθηγητής αρχιτεκτονικής ιστορίας του Princeton. «Στα 50στά γενέθλια, πολλά κτήρια έχουν μεταβληθεί από παρόν σε παρελθόν και πολλά από αυτά σε συντρίμμια», δήλωσε η Λαβίν σε συνέντευξη της.

«Πολλές φορές η νοσταλγία που φέρνει ο χρόνος οδηγεί στην μυθοποίηση πολλών από αυτών των κτηρίων. Ήθελα η έκθεση να αντανακλά την ιστορικιστικές και «λαϊκίστικες» ρίζες του κινήματος και πώς η αρχιτεκτονική γενικότερα επηρεάζει τον διάλογο για τα δημόσια κτήρια σήμερα», πρόσθεσε η Λαβίν.

Η Λαβίν πιστεύει, όπως αναφέρει το άρθρο των New York Times, ότι η «λαϊκίστικη», χρωματιστή και δημοφιλής προσέγγιση των μεταμοντέρνων κτηρίων προκαλεί τον διχασμό, παρά την ένωση.

Ένα όμως από τα σημαντικότερα μνημεία του μεταμοντέρνου κινήματος δεν κέρδισε την μάχη της διατήρησης. Το αίτημα 100 επιφανών αρχιτεκτόνων και ακαδημαϊκών, δεν κατάφερε να αποτρέψει την κατεδάφιση των προσθηκών, που έκαναν οι Βεντούρι και Σκοτ Μπράουν στο Μουσέιο Σύγχρονης Τέχνης του Σαν Ντιέγκο. Το πρότζεκτ της ανακατασκευής έχει αναλάβει η επιτυχημένη αρχιτέκτονας Άναμπελ Σελντορφ από την Νέα Υόρκη. Η Σέλντορφ, η οποία ειδικεύεται σε μινιμαλιστικούς και αφηρημένους σχεδιασμούς ταιριαστούς σε μουσεία, σκοπεύει να διατηρήσει κάποια κομμάτια από το εσωτερικό του κτηρίου ανέπαφα, καθώς τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό στο έργο των Βεντούρι και Σκοτ Μπράουν.

Η κατάσταση είναι περίπλοκη βέβαια. Ο Βεντούρι, ο οποίος πέθανε τον Σεπτέμβριο, ήταν από τους πρωτεργάτες του ρεύματος και στο ιδιαίτερα σημαντικό βιβλίο του «Complexity and Contradiction in Architecture», άσκησε δριμεία κριτική στον Μοντερνισμό, για την αποτυχία του να συνδεθεί με τους χρήστες του.

Οι προσθήκες του Βεντούρι και του Σκοτ Μπράουν στο Λα Τζόλα, ανήκουν σε ένα ιστορικό και διακεκριμένο αρχιτεκτονικό portfolio, όπως αναφέρει το άρθρο των New York Times.

Ο καθαρός και γεωμετρικά πειθαρχημένος σχεδιασμός των κτηρίων της Σέλντορφ αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό στο οποίο άσκησε κριτική ο Βεντούρι, λέγοντας «Less is a bore». Η Σέλντορφ αφαιρώντας τις πρόσθηκες των Βεντούρι και Σκοτ Μπράουν, υπέρ των αισθητικών παρεμβάσεων παλαιότερων αρχιτεκτόνων, όπως ενός εκ των βασικών εκπροσώπων του μοντερνισμού Έρβιν Γκίλ, δήλωσε στους New York Times, ότι ήταν μία δύσκολη απόφαση, καθώς το κτίριο «εμπεριέχει», τόσα διαφορετικά κομμάτια ιστορίας, καταλήγοντας όμως να διατηρήσει την μινιμαλιστική αισθητική του Γκιλ.

Χρόνια μετά την υποχώρηση του Μεταμοντερνισμού, ο «πόλεμος αισθητικής» συνεχίζεται.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ