ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Στα στέκια τα αγαπημένα

ΜΑΡΙΑ ΧΑΨΟΥΛΑ

Φωτογραφία: Κλαίρη Μουσταφέλλου

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Tα τζάμια στις πανύψηλες ξύλινες τζαμόπορτες έχουν θαμπώσει απ’ τις ανάσες των θαμώνων που ζεσταίνουν τον χώρο. Το σκηνικό μέσα στο Μεγάλο Καφενείο θυμίζει παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Ο μικρός Χρήστος έρχεται τρέχοντας να πιάσει θέση στο τραπέζι. «Τι θα πάρουμε παιδιά;» ρωτάει για να πάρει ιδέες. Εκείνος, πάντως, θα παραγγείλει ζεστή σοκολάτα. Του αρέσει πολύ η σοκολάτα στο Μεγάλο Καφενείο. «Θα έχει και γλυκάκι;» προλαβαίνει με πονηρό χαμόγελο τη σερβιτόρα, πριν γυρίσει να φύγει. Ο μεγάλος είναι σοβαρός. «Εγώ είμαι μια χαρά, ευχαριστώ». Οι δύο ξυλόσομπες καίνε ασταμάτητα. Για μια στιγμή ο χρόνος σταματά. Παρακολουθώ τη φλόγα που τρεμοπαίζει και βρίσκομαι στην ίδια θέση, στην ίδια καρέκλα, πολλά χρόνια πίσω, να κοιτάζω τη φωτιά και να πίνω λεμονάδα με καλαμάκι απ’ το μπουκάλι. Στο τραπέζι, δίπλα στο λουκουμάκι που μου κράτησες -λάφυρο απ’ την πρέφα-, μέσα σε μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, τα χρήματα που έβγαλα απ’ τα κάλαντα φέτος. Το ίδιο ξύλινο πάτωμα με τις ακατέργαστες καρφωτές σανίδες, οι ίδιες φινετσάτες ξύλινες καρέκλες με τα τραπεζάκια τους, η ίδια σκηνή στο φόντο. Απ’ αυτή τη θεατρική σκηνή, από το 1936 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, έχουν περάσει εκατοντάδες θίασοι. Παραστάσεις, επιθεωρήσεις, οπερέτες.

Ο Αυλωνίτης, ο Φωτόπουλος, αλλά και ο Αγγελόπουλος με τον «Θίασό» του. Πέντε μέρες γύριζε την περίφημη σκηνή από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946, όπου το καφενείο είχε μετατραπεί σε νυχτερινό κέντρο. Εκεί ο σκηνοθέτης δεν χρειάστηκε να επέμβει στο ντεκόρ για να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα της εποχής. Γιατί το καφενείο όλο μοιάζει να είναι βγαλμένο από άλλη εποχή. Οι καρέκλες άλλαζαν θέση, τα τραπέζια αποσύρονταν στην άκρη, τα φώτα έσβηναν και άνοιγε η βαριά κουρτίνα. Το θεατρόφιλο κοινό της πόλης δεν άφηνε ανεκμετάλλευτες τέτοιες ευκαιρίες. Το καφενείο -που έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς-, πριν από τον θάνατο του ιδιοκτήτη του, Θανάση Μαστρονικολόπουλου, πέρασε στα χέρια δύο νέων παιδιών, του Παναγιώτη Ταλάντη και του Νικολάου Λαζογιώργου. Κι έτσι απολαμβάνουμε τον καφέ μας ακόμη στο στέκι των πατεράδων μας. Ο καφές, σε μεγαλύτερη πια ποικιλία, οι ηλικίες και ο κόσμος διαφορετικός, ο χώρος περιποιημένος, φροντισμένος, πρόσωπα φρέσκα, χαμογελαστά, να του δίνουν άλλο αέρα, αλλά με την ατμόσφαιρα του Μεσοπολέμου ζωντανή.

Η Άμφισσα στολισμένη, τα εμπορικά καταστήματα σε διάθεση γιορτινή με μουσικές και τραταρίσματα, οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, φωνές, γέλια. Περιπλανιέμαι στα σοκάκια της πόλης όπου μεγάλωσα, προσπαθώντας να ρουφήξω τις βουτυρένιες μυρωδιές που βγαίνουν απ’ τους φούρνους και την τσίκνα που αναδίδεται απ’ τις καμινάδες των γύρω μαγειρείων, και να τις εγκλωβίσω στο πιο κρυφό κομμάτι της ψυχής μου, εκεί όπου θα συνοδεύουν τις αναμνήσεις μου σ’ αυτή την άλλη εποχή της ζωής μας. Σ’ αυτήν που συνεχίζουμε να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα και να σε μνημονεύουμε, να φτιάχνουμε το κοντοσούβλι σου στο τζάκι και να πίνουμε τον καφέ μας το πρωί και το ποτό μας το βράδυ στο Μεγάλο Καφενείο. Κι ας είναι και χωρίς λουκούμι.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ