Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Νάρκες και ρίζες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ηταν, έλεγαν, το τέλειο κόλπο. Μεθοδεύοντας τρεις ταυτόχρονες κάλπες, ο ΣΥΡΙΖΑ υπολόγιζε ότι θα τους μπέρδευε όλους. Θα μπέρδευε τους αυτοδιοικητικούς της Κεντροαριστεράς, που έχουν ανάγκη τις ψήφους του ΣΥΡΙΖΑ – θα τους εξανάγκαζε σε αντιπολιτευτική σιωπή. Θα μπέρδευε όλους τους υποψηφίους για την Αυτοδιοίκηση, αναγκάζοντάς τους να τρέχουν για τη δική τους εκλογή, και όχι για τα κόμματά τους. Διατυπωνόταν, μάλιστα, και η θεωρία ότι θα μπερδεύονταν και οι ψηφοφόροι, και θα εκτόνωναν την αντικυβερνητική τους οργή στην κάλπη των ευρωεκλογών, ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές – σαν να ήταν η αντισύριζα στάση προϊόν μόνο κάποιας διπολικής διαταραχής.

Τώρα, φαίνεται πως ο ΣΥΡΙΖΑ πατάει, μία ακόμη φορά, τη νάρκη που είχε θάψει για τους άλλους. Η δυσκολία του να βρει δικά του στελέχη πρόθυμα να πολιτευτούν στις αυτοδιοικητικές οφείλεται και στον συγχρονισμό των εκλογών. Ολοι προτιμούν να ρισκάρουν να είναι αποτυχόντες βουλευτές, παρά να είναι βέβαιοι αποτυχόντες δήμαρχοι. Αυτό ισχύει τόσο για τους έμπειρους επαγγελματίες που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ – όπως ο Μάρκος Μπόλαρης, που κάνει τα πάντα για να αποφύγει να «καεί» στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Ισχύει όμως εξίσου και για τα φωτογενή στελέχη που ανέδειξε ο Τσίπρας και συναισθάνονται ότι τυχόν επιστράτευσή τους στις αυτοδιοικητικές θα ισοδυναμούσε με πρόωρη αποστράτευση, προτού καν φθάσουν τα σαράντα. Η συριζαϊκή δυστοκία στους δήμους δεν είναι, όμως, αποτέλεσμα μόνον αυτοκαταστροφικής τακτικής. Αν υιοθετήσει κανείς την πασοκική ερμηνεία, η απουσία δικτύων του ΣΥΡΙΖΑ στις τοπικές κοινωνίες αποδεικνύει ότι το κυβερνών κόμμα δεν έχει ρίζες. Οτι παραμένει σαν μετενέργεια του αντιμνημονίου, παρά σαν στέρεος κληρονόμος της παράταξης. Για το πιεζόμενο ΚΙΝΑΛ αυτή η εκδοχή είναι μια παρηγοριά. Ενα παυσίπονο για τα δημοσκοπικά νούμερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ