Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αλέξης Κούγιας: Πνίχτες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν έπρεπε πρόχειρα κανείς να διαλέξει δύο επαγγέλματα που δεν άγγιξε η κρίση, θα μπορούσε, παραδιδόμενος στο ρεύμα της επικαιρότητας, να ξεχωρίσει δύο: τους ενεχυροδανειστές και τους αστέρες της ποινικής δικηγορίας.

Για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, και κυρίως από τότε που η ιδιωτική τηλεόραση άρχισε να έχει ανάγκη από ρεπερτόριο δικαστικών και εξωδικαστικών δραμάτων, ο Αλέξης Κούγιας σταδιοδρόμησε ως τηλεδικηγόρος.

Ηταν τέτοιο το ταλέντο του στον στίβο του θεάματος, που έφθασε να μετράει ως μέγεθος της σόου μπιζ – όχι της επαγγελματικής, αλλά της ερασιτεχνικής: της ζωής που αυτοσκηνοθετείται σαν ριάλιτι. Που υπάρχει για τον προβολέα.

Οπως τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ριάλιτι δεν είναι σαφή, έτσι και τα όρια μεταξύ δικηγορίας και θεάματος: η άνεση του Κούγια με τα media έφθασε να υπολογίζεται σαν μέρος των υπερασπιστικών του υπηρεσιών.

Από αυτά τα υλικά διαπλάστηκε η πολυσχιδής διασημότητα που μπορεί να καλύπτει όλο το φάσμα του τηλεοπτικού χρόνου, είτε τα μεσημέρια, ως βετεράνος του έρωτα και μοντελοπνίχτης· είτε τα βράδια, ως οιστρήλατος παράγοντας της ποδοσφαιρικής ενδοχώρας και διαιτητοπνίχτης· είτε τα πρωινά μιλώντας για τα ποινικά φαινόμενα. Μιλώντας δηλαδή για τις υποθέσεις του, υπό τη μόνιμη διακήρυξη: «Δεν θα υπερασπιστώ στην τηλεόραση τον εντολέα μου...».

Με την ίδια επιδεξιότητα εμφανίστηκε στην τηλεόραση για να μην υπερασπιστεί τον εθνικό, πλέον, ενεχυροδανειστή. Δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλα του τα ταλέντα. Οσα ο Κούγιας εκπροσωπούσε, πριν αναλάβει τον Ριχάρδο, και όσα εκπροσωπούσε ο Ριχάρδος, πριν τον αναλάβει ο Κούγιας, φαίνεται να επικρατούν εύκολα στην τωρινή τους αναμέτρησή τους με την πολιτεία.

Η ανάγκη του πρωθυπουργού να εμφανιστεί προεκλογικά στη Βουλή ως Ρομπέν των Δασών, διεκδικώντας την πατρότητα της δίωξης των χρυσοθήρων που «ξεζούμιζαν τον λαό», κατέληξε να χαρίσει στον Κούγια το ηθικό και το νομικό πλεονέκτημα. Του επέτρεψε να εμφανίζεται ως θεματοφύλαξ των θεσμών, ισχυριζόμενος το αυτονόητο: δεν μπορεί ο πρωθυπουργός να σχολιάζει μια δικογραφία που δεν έχουν ακόμη παραλάβει οι συνήγοροι υπεράσπισης.

Και η σπουδή των διωκτικών αρχών; Η σπουδή της αστυνομίας και της εισαγγελίας; Πόσο άσχετη είναι με τη θεσμική κουλτούρα του πρωθυπουργού; Πόσο τυχαία είναι η σύμπτωσή της με το περιβάλλον ωμής πολιτικοποίησης της Δικαιοσύνης;

Μπορεί οι θεσμοί να είναι ανεξάρτητοι μόνο στα λάθη τους; Μπορεί να είναι ανεύθυνη για τα λάθη τους η εξουσία που προσπαθεί διαρκώς να τους ποδηγετήσει;

Η «θεσμική κουλτούρα» του πρωθυπουργού –αυτός ο βάναυσος ευφημισμός– συνοψίζεται στο γνωστό δόγμα: οι ψηφοφόροι μας δεν ενδιαφέρονται για την ποινική δικονομία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ