ΕΛΛΑΔΑ

Υπόθεση χρυσού: Οι προσφυγές των κατηγορουμένων για αποφυλάκιση

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με όχημα τις εγκληματικές παραλείψεις που οδήγησαν σε κατάρρευση την κατηγορία της λαθρεμπορίας στην υπόθεση του κυκλώματος χρυσού, οι κρατούμενοι κατηγορούμενοι, συνολικά οκτώ, υποβάλλουν ένας ένας αιτήματα για να βγουν από τη φυλακή.

Μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις των προηγουμένων ημερών και την έγγραφη παραδοχή της ανακρίτριας που χειρίζεται το φάκελο της υπόθεσης, ότι λαθρεμπορία δεν υπάρχει, εκτός από τον Ριχάρδο Μυλωνά και η γραμματέας του έσπευσε σήμερα Τετάρτη να υποβάλλει αίτημα για αποφυλάκιση.

Κοινός παρανομαστής όλων αυτών των αιτήσεων, είτε απευθύνονται στην ανακρίτρια, όπως ο Ριχάρδος, είτε στο δικαστικό συμβούλιο όπως η γραμματέας του, είναι η εγκληματική παράλειψη των διωκτικών αρχών να τηρήσουν τον νόμο, με αποτέλεσμα η κατηγορία της λαθρεμπορίας να καταπέσει συμπαρασύροντας και τις άλλες, όπως η εγκληματική οργάνωση και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, προκαλώντας ένα πρωτοφανές φιάσκο.

Η ανακρίτρια από χθες, Τρίτη, έχει γραπτώς δηλώσει τη θέση της ότι οι κρατούμενοι, οκτώ τον αριθμό, πρέπει να βγουν ενώ η Εισαγγελία δεν γνωστοποίησε τη θέση της, περιμένοντας το δικαστικό συμβούλιο για να το κάνει.

Πάντως, το θέμα απασχολεί ήδη τις αρμόδιες δικαστικές αρχές ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος για μετάθεση των ευθυνών από τις υπηρεσίες που ενεπλάκησαν στις έρευνες, με την αστυνομία να διατείνεται ότι υπήρχε επόπτης εισαγγελέας και η Εισαγγελία να αρνείται κατηγορηματικά και να υποστηρίζει ότι εμπλοκή εισαγγελικών λειτουργών και δικαστών υπήρξε στις περιπτώσεις, ως ορίζει ο νόμος, των κατ΄ οίκον ερευνών και της άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου.

Παράλληλα πληροφορίες από την Εισαγγελία Αθηνών έκαναν λόγο για προειδοποίηση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας, Ευάγγελου Ιωαννίδη προς αστυνομικούς, ότι η δικογραφία είναι αστήριχτη για την κατηγορία της λαθρεμπορίας στις αρχές Νοεμβρίου, όταν πραγματοποιήθηκε σχετική σύσκεψη στην Εισαγγελία.

Αναλυτικά αποσπάσματα από τις προσφυγές κατηγορουμένων που ζητάνε να βγουν.

Αίτημα από Ριχάρδο Μυλωνά

Όπως είναι γνωστό, κατά το άρθρο 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η λαθρεμπορία έχει ως αντικείμενο εμπορεύματα υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία.      

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης που αφορούν εξαγωγές χρυσού προς την Τουρκία, θέτουμε καταρχάς ως αφετηρία ότι οι τελωνειακές σχέσεις μεταξύ Ελλάδος, ως κράτους μέλους της Ε.Ε., και Τουρκίας διέπονται από την υπ’ αρ. 1/1995 απόφαση του Συμβουλίου Σύνδεσης ΕΚ – Τουρκίας, στο άρθρο 4 της οποίας ορίζεται ότι «οι εισαγωγικοί ή οι εξαγωγικοί δασμοί καθώς και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος καταργούνται πλήρως μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκίας κατά την ημερομηνία ενάρξεως της παρούσας απόφασης. Από την ίδια ημερομηνία η Κοινότητα και η Τουρκία δεν προβαίνουν στην επιβολή οιουδήποτε νέου εισαγωγικού ή εξαγωγικού τελωνειακού δασμού ή οποιασδήποτε φορολογικής επιβάρυνσης ισοδυνάμου αποτελέσματος. Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης και για τους τελωνειακούς δασμούς φορολογικού χαρακτήρα». Επομένως, είναι βέβαιον ότι κατά την εξαγωγή χρυσού από την Ελλάδα προς την Τουρκία δεν οφείλονται εξαγωγικοί δασμοί.

Περαιτέρω, τα εμπορεύματα που βρίσκονται στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τεκμαίρεται ότι έχουν κοινοτικό χαρακτήρα, πλην ορισμένων εξαιρέσεων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση (οράτε άρθρο 313 Κανονισμού ΕΟΚ 2454/93). Συνεπώς, ο κάτοχος χρυσού στη χώρα μας δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι έχει εισαγάγει νόμιμα το χρυσό στην Ελλάδα. Η παρατήρηση αυτή είναι σημαντική, διότι αποδεικνύει ότι εντελώς παράνομα κατασχέθηκαν οι πλάκες χρυσού και ασημιού που βρίσκονταν στο κεντρικό μου κατάστημα επί της οδού Πατησίων 32 εντός ειδικών κιβωτίων εξαγωγής, καθόσον δεν αποτελούν λαθρεμπόρευμα.

Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που ο κάτοχος χρυσού δεν κατέχει τα προβλεπόμενα φορολογικά στοιχεία για τη νόμιμη κατοχή του προϊόντος, στοιχειοθετείται φορολογική παράβαση και όχι λαθρεμπορία (οράτε το προηγούμενο έγγραφο).

Μολονότι τα ανωτέρω ζητήματα έχουν επιλυθεί από ετών τόσο γενικά όσο και ειδικά για την εξαγωγή χρυσού προς οποιαδήποτε χώρα, η κυρία Ανακρίτρια του ν. 4022/11 αποφάσισε την προσωρινή μου κράτηση, διότι τα προαναφερθέντα έγγραφα των ως άνω αρμοδίων υπηρεσιών δεν υπήρχαν στη δικογραφία με πρωταρχική ευθύνη του Τμήματος Ασφαλείας Αμαρουσίου ως προανακριτικής αρχής, το οποίο όφειλε και μπορούσε να τα αναζητήσει, προτού ξεκινήσει αυτή την τεράστια κινητοποίηση και την ταλαιπωρία δεκάδων ανθρώπων χωρίς καν να υπάρχει αξιόποινη πράξη. Εντούτοις, μια ημέρα μετά την απολογία μου και συγκεκριμένα τη Δευτέρα 3/12/2018 η κα Ανακρίτρια, ενεργώντας εκ καθήκοντος, ζήτησε προφορικά από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων να της διαβιβαστεί έγγραφη απάντηση ως προς το αν οφείλονται δασμοί και φόροι κατά την εξαγωγή χρυσού προς τρίτη χώρα, καθώς και αν η εν λόγω εξαγωγή στοιχειοθετεί λαθρεμπορία. Στο αίτημα αυτό η ΑΑΔΕ απάντησε αμέσως, διαβιβάζοντας τα προαναφερθέντα έγγραφα που απαντούν επακριβώς στα τεθέντα ερωτήματα και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η παράνομη εξαγωγή χρυσού συνιστά μόνο απλή τελωνειακή παράβαση και όχι λαθρεμπορία. Η απάντηση αυτή είχε ως συνέπεια να αφεθούν ελεύθεροι οι 23 κατηγορούμενοι που απολογούνταν στις 3/12/2018 για την καλούμενη «Β΄ εγκληματική οργάνωση».

Σε ό,τι αφορά τους 8 κατηγορουμένους της λεγόμενης «Α΄ εγκληματικής οργάνωσης» (μεταξύ των οποίων και εγώ) η κα Ανακρίτρια ζήτησε την άμεση αυτεπάγγελτη άρση της προσωρινής κράτησης με το σκεπτικό ότι «δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι, για τους οποίους επιβλήθηκαν οι προσωρινές κρατήσεις».

Η νέα τοποθέτηση της κας Ανακρίτριας είναι απολύτως ορθή νομικά και ουσιαστικά και θα έπρεπε να υλοποιηθεί χωρίς χρονοτριβή προς αποκατάσταση του κύρους της Δικαιοσύνης και προς ανακούφιση εμού και όσων άλλων αδίκως στερήθηκαν την ελευθερία τους χωρίς νόμιμο λόγο.

Δυστυχώς, η ενημέρωσή μου είναι ότι ο Εισαγγελέας υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών της 4/12/2018 δεν συμφώνησε στο αίτημα αυτό, χωρίς όμως να γνωρίζω για ποιους ειδικότερους λόγους, με αποτέλεσμα η προσωρινή μου κράτηση να συνεχίζεται.
Πλέον όμως με τα ως άνω έγγραφα καθίσταται αναμφισβήτητο ότι το Ελληνικό Δημόσιο που φέρεται ως παθόν στην υπόθεση, επίσημα δήλωσε ότι δεν έχει απαίτηση δασμών και φόρων από την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους πράξη λαθρεμπορίας, διότι δεν πρόκειται περί λαθρεμπορίας αλλά περί απλής τελωνειακής παράβασης, άρα το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι παθόν και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε ποινικό αδίκημα ούτε κάποιο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη συνέχιση της ταλαιπωρίας όσων άδικα προφυλακίστηκαν.

Προσφυγή και από τη γραμματέα του

Δηλαδή –(και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εγώ δεν έχω σχέση με την εν λόγω δραστηριότητα)-  απεδείχθη ότι δεν επιβάλλονται, ούτε υπάρχουν, δασμοί σε εξαγωγές προς την Τουρκία, οπότε είναι πρόδηλον ότι δεν υφίσταται το έγκλημα της (ανύπαρκτης) «λαθρεμπορίας», του επί των δήθεν «διαφυγόντων» ανυπάρκτων «δασμών» ερειδομένης δήθεν «νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» και βεβαίως ούτε και «της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση» τάχα «με σκοπό την αποφυγή καταβολής των δασμών με οικονομικό όφελος», εξ αντικειμένου αποδεικνυομένου ότι δεν υπήρχε, για τα οποία –ΩΣ ΜΗ ΕΔΕΙ- κρίθηκα προσωρινά κρατούμενη, μολονότι δεν έχω καν σχέση με τέτοια δραστηριότητα, ούτε διέπραξα οτιδήποτε μη νόμιμο.
Μάλιστα, κατόπιν των ανωτέρω εγγράφων η εκδόσασα το προσβαλλόμενο ΑΝΑΚΡΙΤΡΙΑ του Ν.4022/2011 Σταυρούλα ΜΠΕΛΔΕΚΑ, ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ότι «ΔΕΝ ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΛΟΓΟΙ για τους οποίους επιβλήθηκαν οι ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ».

Ως εκ τούτου συνιστά άκρα αδικία η εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεώς της κατηγορουμένης – εντολέως μου, μολονότι μητέρας δύο (2) ανήλικων τέκνων εν όψει μάλιστα και των εξελίξεων της 3.12.2018, οπότε, λόγω των ανωτέρω Δημοσίων εγγράφων, όλοι οι απολογηθέντες (συγ)κατηγορούμενοι αφέθησαν ελεύθεροι.

Άλλωστε απεδείχθη ότι η προσφεύγουσα κατηγορουμένη ήταν υπάλληλος γραφείου, εργαζόμενη στην εταιρεία του Δημητρίου-Ριχάρδου Μυλωνά, αμειβόμενη με μηνιαίο μισθό και παρέχουσα τις απολύτως νόμιμες υπηρεσίες της, με τους απαιτούμενους  νόμιμους τύπους, σε νόμιμες δραστηριότητες κατά τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής, πάντοτε υπό τις εντολές και οδηγίες του άνω εργοδότη της, πάντοτε με την έκδοση των νομίμων παραστατικών, χωρίς να έχει διαπιστώσει ή αντιληφθεί κάποια  δήθεν «μη νόμιμη» δραστηριότητα, ούσα τελείως άμεμπτος.

          

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ