Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Με βλέμμα τρυφερό και συνενοχικό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σ​​αν ένα αφήγημα χωρίς σημεία στίξης είναι ο Σταύρος Τσιώλης. Από τότε που τον πρωτογνωρίσαμε ως σκηνοθέτη του κινηματογράφου μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ούτε τελεία ούτε κόμμα στη ζωή και στις ταινίες του. Με μια ανάσα διαρκείας μιλάει και κινηματογραφεί.

Δεν είναι «ένα ακίνητο road movie», όπως διαφημίζεται, η τελευταία ταινία του «Γυναίκες που περάσατε από δω», που θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη, αλλά... αεικίνητο!

Το λογοπαίγνιο δεν θα είχε καμία θέση στις ιστορίες που αφηγείται. Το χιούμορ του έχει στενούς συγγενείς τον Λογοθετίδη, τον Αυλωνίτη και τον Μποστ, δανείζεται από τη δική τους πραγματικότητα, αμεσότητα, οικονομία στην ατάκα, ένας απροσδόκητος συνδυασμός προσώπων και καταστάσεων. Ενας μαγικός ρεαλισμός εδραιωμένος στην ελληνική επαρχία υπό τους ήχους του Βασίλη Καρρά ή του Νότη Σφακιανάκη και κυρίως μεγάλων μουσικών, ανθρώπων των πανηγυριών, «Βασιλοπουλαίοι, Σουκαίοι, Μπέκοι, Σαλέας», όπως τους ονομάζει ο ίδιος.

Είχαμε πολλά χρόνια, περίπου 15, να δούμε ταινία του Σταύρου Τσιώλη (μετά το «Φτάσαμεεε!»). Καταλάβαμε πόσο μας είχε λείψει η εκρηκτική και την ίδια στιγμή τόσο καθησυχαστική ματιά του, όταν πέρυσι στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης προβλήθηκαν οι «Γυναίκες που περάσατε από δω». Η υπόθεση έχει ως εξής: Δύο άνεργοι άντρες προσλαμβάνονται να φυλάξουν τσίλιες σε ένα παλιό σπίτι όπου, παράνομα, χτίζεται ένα δωμάτιο. Η πολεοδομία καραδοκεί. Το σπίτι βρίσκεται σε συνοικιακό δρόμο - πέρασμα. Από εκεί θα περάσουν κάθε λογής άνθρωποι «που κουβαλούν όνειρα, πληγές, ανάγκες και άσβεστη ακόμα την ελπίδα του έρωτα». Οι δύο άνεργοι άντρες, απροετοίμαστοι, θα υποδεχθούν με φόβο, έκπληξη και θαυμασμό το μεγάλο θαύμα και το μεγάλο αίνιγμα της ζωής.

«Γιατί τόση απιστία στους ανθρώπους;» εξανίσταται ο Τάκης Χρυσικάκος. Και ο Ερρίκος Λίτσης απαγγέλλει χαμηλότονα: «Γυναίκες που περάσατε από εδώ από το μικρό και απόμερο δρομάκι καθίστε για να πιείτε ένα ποτό και να σας δούμε και λιγάκι». Οι δε διάλογοι με τον Κωνσταντίνο Τζούμα κυμαίνονται σε αυτό το ύφος: «Αν μας πιάσουν;» ο ένας. «Οκτώ μήνες για συγκάλυψη. Αλλά στο εφετείο γίνονται πέντε. Αν έχουμε τα λεφτά τους εξαγοράζουμε. Αν δεν τα ’χουμε βγαίνουμε από το δικαστήριο με το κεφάλι ψηλά», ο άλλος. «Με χειροπέδες», επανέρχεται ο πρώτος.

Η ανεξάντλητη πηγή, όμως, του 81χρονου πληθωρικού και ακμαιότατου σκηνοθέτη είναι τα ονόματα των χαρακτήρων της ταινίας (και κάθε ταινίας του): ο Γιαννάκης Κουκουβέας, ο Βαλάκης Σιαμαντούρος, η Βαβά Ταλαμπέκου... Αντί οποιασδήποτε άλλης σημείωσης, στην περσινή προβολή, κατέγραφα ονόματα. Το καθένα, από μόνο του, ένας κόσμος. Ερημωμένος και ξεκαρδιστικός, ιδιόρρυθμος, αξιοπρεπής, περιθωριοποιημένος, δαιμονικός και δαιμόνιος. Η λησμονημένη αυθεντική λαϊκότητα του Τσιώλη, σε μια εποχή που η trash αισθητική και ο λαϊκισμός δίνουν ρέστα.

Είναι μακρά η ιστορία του στο ελληνικό σινεμά. Προικισμένος από τη θητεία του στη Φίνος Φιλμ (έχει εργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη σε περισσότερες από 50 ταινίες και έχει υπογράψει μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες), μετασχημάτισε, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, τον πενιχρό προϋπολογισμό σε προσωπικό στυλ, την ηθογραφία σε ένα γοητευτικό και αφαιρετικό (sui generis) οδοιπορικό στην ελληνική επαρχία και ειδικά στη δική του Πελοπόννησο. Το βλέμμα του στους ανθρώπους είναι τρυφερό και συνενοχικό. Δεν έχει κανένα διδακτισμό ή κριτική διάθεση. Τα αστεία του –τα αγαπημένα του καλαμπούρια– εμπεριέχουν το ελληνικό μελόδραμα και την κομεντί, είναι ευαίσθητα στο υπαρξιακό αδιέξοδο. Αν και είναι, συχνά, ελλειπτικά, αποτυπώνουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα.

Ο Σταύρος Τσιώλης με την ίδια ευκολία που μπορεί να πει «αυτή η ταινία είναι σαν το παιδί που βγήκε με πολιομυελίτιδα αλλά το αγαπάς, είναι παιδί σου» («Κ» 25/9/2005), με την ίδια άνεση μπορεί να αντιμετωπίσει το φεστιβαλικό κοινό που τον ακολουθεί με αφοσίωση και περιμένει μετά το τέλος της προβολής να τον «συναντήσει». Μπορεί να μιλάει επί ώρα μπλέκοντας τη μία ιστορία μέσα στην άλλη και να καταλήξει: «...Τι θέλετε να πούμε, τα έχουμε πει όλα... μήπως θέλετε να ρωτήσετε κάτι;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ