ΒΙΒΛΙΟ

Πάντα ο πόλεμος

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 270

Ν​​α αποδεχθούμε ότι στη ζωή τα πιο αδιανόητα, τα πιο τραγικά πράγματα συμβαίνουν και μας φράζουν το μυαλό. «Στέκονται εκεί, μπροστά μας, πίσω μας, σε ό,τι ήδη αποκαλούμε παρελθόν, και μας κοιτάζουν βουβά και λυπημένα. Ακλόνητα κι αμετάκλητα». Αυτός είναι ο αγώνας, της αποδοχής, που δίνει σελίδα τη σελίδα ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Φιλόλογος σε γυμνάσιο, αποκτά εμμονή με έναν χαρισματικό μαθητή του, ο οποίος παραδόξως δεν συνέχισε στο λύκειο. Η εξαφάνιση του δεκαπεντάχρονου κυριεύει τις ημέρες του φιλολόγου, ήδη ναρκοθετημένες με πράγματα που είχαν συμβεί. Αναζητώντας το παιδί σε μια φλεγόμενη από οργή Αθήνα, ο φιλόλογος καταλήγει στο σπίτι του, όπου αποτολμά να ξεκλειδώσει το στοιχειωμένο δωμάτιο που αντηχούσε από αναφιλητά.

Ο Κώστας Κατσουλάρης αντιπαραβάλλει την εμπόλεμη ατμόσφαιρα της πόλης στην πολεμική φαντασμαγορία της Ιλιάδας. Στην επική ανδρεία ημίθεων ηρώων αντιτάσσει τα επίγεια ανδραγαθήματα σύγχρονων βροτών. Η σύνθεση της Ιλιάδας, η απόδοσή της στη νεοελληνική γλώσσα, οι παραδηλώσεις της και τα υπερχρονικά της μηνύματα, τροφοδοτούσαν τον δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στον δάσκαλο και τον μαθητή. Οταν ο τελευταίος εξαφανίστηκε, έμειναν μόνο οι πανάρχαιες λέξεις να θυμίζουν τη ζέση της μαθητείας που είχαν αναρριπίσει. Ο δάσκαλος νιώθει τους στίχους του έπους να στραγγίζουν από νόημα. Ακόμα και αν είχε «στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά», δεν θα μπορούσε να ιστορήσει την προσωπική του μαρτυρία για τον πόλεμο που τον αφάνιζε, να φτιάξει «μια συνεκτική αφήγηση του πόνου του». Το μόνο που είχε να πει ήταν «ιστορίες για κάποιες παλιές ιστορίες», «λόγια πάνω σε λόγια». Ηλπιζε να διαφύγει από τις συνέπειες των λέξεων, καθώς ήξερε πως οι λέξεις «μπορεί να σε κάνουν κομμάτια».

Συνεπαρμένος από τον διασημότερο πόλεμο της λογοτεχνίας, ο ήρωας περιπλανιέται σε μια Αθήνα πάλλουσα από μίσος, δονούμενη από συνοικιακές συγκρούσεις. Ολοι μοιάζουν παραδομένοι σε έναν ψευτοπόλεμο, έχοντας βρει τον εχθρό που όφειλαν να κατατροπώσουν. Ο θυμός οδηγεί στον εχθρό. Μετά ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

«Ανοίγεις κεφάλια, μισείς τον κόσμο». Φασίστες, αντιφασίστες, αστυνομικοί και αντιεξουσιαστές, νεοναζί και ανήλικοι αριστεροί, σχολικοί εκφοβισμοί, επιτείχια πολεμοχαρή συνθήματα, στρεβλές ιδεολογίες και μικροπολιτικά συμφέροντα, παγιδεύουν την πόλη σε έναν κλοιό βίας και άναρχης επιθετικότητας. «Αίμα, τιμή, σκοτωμοί». Τις νύχτες ο φιλολογικός ιδεαλισμός του πρωταγωνιστή εκχυδαΐζεται στους δρόμους των Πετραλώνων, του Κολωνού, της Νίκαιας και του Κερατσινίου. Κάπου ανάμεσα στις εμπόλεμες παρατάξεις λυσσομανούσε και ο μαθητής του, μόνο που δεν ήξερε πού ακριβώς να τον ψάξει, δεξιά, αριστερά, ή στα άκρα. Το χαρισματικό παιδί μεταβλήθηκε σε «λατρευτικό σύμβολο μιας καινούργιας θρησκείας χωρίς θεό, χωρίς σωτηρία, χωρίς γαλήνη». Ηταν το σφάγιο της θυσίας και μαζί ο αποδιοπομπαίος θύτης. «Μια μορφή τιμωρίας, επίσης».

Το βιβλίο του Κατσουλάρη ανοίγεται πρισματικά, σαν καλειδοσκόπιο του καθημερινού παροξυσμού. Κινούμενο σε δύο διασταυρούμενες τροχιές, τη δημόσια και την ιδιωτική, αποτυπώνει την προϊστορία μιας προσωπικής αποτυχίας, η οποία εκβάλλει στη συλλογική αποτυχία. Η διττή αυτή αποτυχία υπαινίσσεται ένα προπατορικό αμάρτημα, συγκεκριμένα ένα γονεϊκό λάθος. Ο Κατσουλάρης διαστέλλει αριστοτεχνικά το πατρικό λάθος που βαραίνει τον ήρωα, παρουσιάζοντάς το σαν κοινωνικό νόσημα. Τα τέκνα της πόλης θηλάζουν έναν δηλητηριασμένο μαστό. Παρόλο που το κάστρο τους έχει αλωθεί, συνεχίζουν να πολεμούν. Ούτε η μητρική αγάπη ούτε η πατρική αυθεντία θα παρηγορήσουν την ήττα τους. Οι εφέστιοι θεοί έχουν προ πολλού λιποτακτήσει. Ο μαθητής που αναζητεί ο φιλόλογος είναι ένα ορφανό της πόλης και ο ίδιος ένας αποτυχημένος πατέρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ