Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Υπερηφάνεια Νεοελλήνων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύμφωνα με το World Values Survey, το 2018, σε ποσοστό 69% οι Ελληνες δηλώνουν πολύ υπερήφανοι που είναι Ελληνες, 20% δηλώνουν αρκετά υπερήφανοι, 3,2% δηλώνουν λίγο υπερήφανοι και μόνο σε ένα πενιχρό ποσοστό 1% δηλώνουν καθόλου υπερήφανοι. Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που προκύπτει τέτοιο εύρημα. Παραδοσιακά οι Ελληνες δηλώνουν πολύ περήφανοι για το ότι είναι Ελληνες, σε ποσοστά πολύ μεγαλύτερα από αντίστοιχα άλλων λαών. Πάντα μου προκαλούσε εντύπωση αυτό. «Υπερηφάνεια» είναι το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο. Πώς μπορεί κάποιος να είναι υπερήφανος για κάτι που συνέβη χωρίς καμία δική του συμμετοχή; Δεν κατόρθωσα να γίνω Ελληνας. Δεν είναι κατάκτηση, ούτε καν επιλογή. Παρεμπιπτόντως, αν μου επιτρέπετε μια παράκαμψη για ένα θεωρητικό ερώτημα σκεφτείτε: αν σας είχε δοθεί πριν από τον τοκετό που σας έφερε στον κόσμο η επιλογή, σε ποια χώρα θα επιλέγατε να γεννηθείτε; Δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι και το 89% των Ελλήνων που δηλώνουν πολύ ή αρκετά υπερήφανοι που είναι Ελληνες, θα επέλεγαν την Ελλάδα.

Τέλος πάντων, έτυχε να γεννηθούμε εδώ, εντελώς τυχαία. Επιπλέον, σε αυτή τη γεωγραφική τοποθεσία, χωρίς καμία δική μας συνεισφορά, πριν από χιλιάδες χρόνια συνέβησαν σημαντικά πράγματα. Γιατί δηλώνουμε υπερήφανοι γι’ αυτό; Θα μπορούσαμε να λέμε ότι είμαστε χαρούμενοι που γεννηθήκαμε εδώ, ευγνώμονες ή τυχεροί. Αλλά υπερήφανοι;

Μπορείς να είσαι περήφανος για την επαγγελματική σου επιτυχία. Για το ότι διάβασες ολόκληρο το «Gravity’s Rainbow». Για το ότι μαγειρεύεις καλά. Για το ότι έγραψες ένα βιβλίο κ.λπ. Αλλά για το ότι γεννήθηκες εντελώς τυχαία σε μια χερσόνησο της Ανατολικής Μεσογείου; Τι σόι επίτευγμα είναι αυτό; Βεβαίως, μια ματιά στην Αθήνα θα μπορούσε να δώσει μιαν απάντηση. Οι Αθηναίοι του 430 π.Χ. μπορεί να ήταν υπερήφανοι γι’ αυτό που έφτιαξαν πάνω στην Ακρόπολη. Εμείς δύσκολα μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτά που φτιάξαμε από κάτω, οπότε αντ’ αυτού επιλέγουμε να είμαστε εκ των υστέρων υπερήφανοι γι’ αυτό που έφτιαξαν εκείνοι.

Εδώ θέλω να σας πω για μια δική μου, λίγο λιγότερο παράλογη υπερηφάνεια. Αυτό που παθαίνω κάθε φορά που ένας Ελληνας διαπρέπει στο αντικείμενό του σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι ένα φαινόμενο που αποκαλώ «αντετοκουνμπίαση». Η αντετοκουνμπίαση είναι κανονική υπερηφάνεια για τις επιτυχίες ανθρώπων που δεν γνωρίζω καν. Την παθαίνω όταν βλέπω τις ξένες ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου, τον Στέφανο Τσιτσιπά να κερδίζει τον Τζόκοβιτς, την Κατερίνα Στεφανίδη να περνάει το 4,91, ή τον Γιάννη Αντετοκούνμπο να καρφώνει στη μούρη του Μπλέικ Γκρίφιν. Είναι ένας ενθουσιασμός φαινομενικά παράλογος αλλά νιώθω υπερήφανος.

Είναι μια υπερηφάνεια λιγότερο παράλογη από την «εθνική» υπερηφάνεια. Σύμφωνα με την αυθαίρετη ερμηνεία μου, στην πραγματικότητα δεν είμαι υπερήφανος επειδή ο Αντετοκούνμπο είναι παιχταράς. Είμαι υπερήφανος επειδή έμμεσα, ως πολίτης, συνδιαμορφώνω κι εγώ μια κοινωνία που επιτρέπει σε ένα παιδάκι Νιγηριανών μεταναστών που πούλαγε τσάντες-μαϊμού στον δρόμο να γίνει ο καλύτερος του κόσμου στον τομέα του. Δεν είναι Παρθενώνας, αλλά είναι ένα επίτευγμα. Κι αυτό μπορεί να μην είναι πολύ σημαντικό, αλλά στην εποχή που ζούμε είναι κάτι. Το 2019 προδιαγράφεται ζοφερό για τη χώρα μας και για τον κόσμο γενικότερα, αλλά από την άλλη μπορεί και να είναι η χρονιά κατά την οποία ο Αντετοκούνμπο θα βγει MVP του NBA και ο Λάνθιμος θα πάρει Οσκαρ. Περήφανος θα είμαι και θα χειροκροτάω, παράλογα, καθώς ο κόσμος κάτω απ’ την Ακρόπολη θα βουλιάζει λίγο βαθύτερα στον βούρκο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ