ΕΛΛΑΔΑ

Κωστής Παπαγιώργης: Φιλομαθής γάρ εἰμι

ΜΥΡΕΝΑ ΣΕΡΒΙΤΖΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Γράφετε με το δεξί σαν αριστερόχειρας».

«Μα είμαι αριστερόχειρας, για την ακρίβεια αμφιδέξιος. Επειδή εκείνα τα χρόνια ήταν αυστηρά στο σχολείο, έμαθα να γράφω και με το δεξί. Μπορούσα να κρατήσω την κιμωλία πότε με το δεξί χέρι, πότε με το αριστερό, κάτι που εκνεύριζε τους καθηγητές».

«Κι ο Παπαγιώργης ήταν αριστερόχειρ. Έχετε διαβάσει το βιβλίο του “Περί αγοραφοβίας” στο οποίο γράφει σχετικά;»

«Δεν έχω διαβάσει καθόλου Παπαγιώργη. Παπαγιώργη έχω διαβάσει μόνο από εσάς».

Αν θέλει κάποιος να με κατακρημνίσει, αρκεί να αναφέρει ή να παραδεχτεί, -έστω μην έχοντας συνείδηση του τι ακριβώς εκείνη τη στιγμή πράττει-, ότι δεν κατάφερα να τον δελεάσω να διαβάσει, να μελετήσει Κωστή Παπαγιώργη. Μετά από όλα αυτά τα κείμενα, μετά από τις τόσες αναφορές.

Πρωτοετής, είχα δοκιμάσει ταράκουλο στη Σχολή. Έχοντας ήδη διαβάσει Παπαγιώργη,  τελούσα πεπεισμένη ότι στο Πανεπιστήμιο θα είχα τουλάχιστον δυο-τρεις Παπαγιώργηδες για καθηγητάδες. Όμως η νίλα μου ήταν μεγάλη. «Mαμά, ο καλύτερος καθηγητής, ως προς το να μας μυήσει στο πως πρέπει να διαβάζουμε τα κείμενα και να σκεφτόμαστε, γράφει σαν κουλός» παραπονιόμουν στην μητέρα μου, της οποίας το φυλλοκάρδι έτρεμε μη τυχόν τα παρατήσω. «Αλλά θα μου πεις», συμπλήρωνα από μοναχή μου, «ο Παπαγιώργης δεν καταφέρνει να καταβάλλει το σκληρό νόμισμα του προφορικού λόγου. Ό,τι κερδίζει κανείς από το ένα χέρι, το χάνει από το άλλο». «Δεν θέλω να κάνω τίποτα στη ζωή μου, θέλω να με θυμούνται μόνο σαν το κορίτσι που διάβαζε μανιωδώς Παπαγιώργη», την τρομοκρατούσα. Ενώ καμιά φορά, για να της ανταποδώσω κάποια πίκρα που άθελά της μου είχε δώσει, στην προσπάθειά της να με αναστήσει, της έλεγα: «Να ξέρεις ότι εγώ δεν βγήκα από την κοιλιά σου. Ξεπήδησα από το κεφάλι του Παπαγιώργη, όπως η Αθηνά από την κεφαλή του Δία».

Αυτές οι αναμνήσεις με κατέλαβαν εξαπίνης, όταν τις προάλλες μετά από χρόνια έλαχε να βρεθώ ξανά σε πανεπιστημιακή αίθουσα. Η δική μας βέβαια, σκεφτόμουν, ήταν πολύ πιο όμορφη αρχιτεκτονικά. Από εκείνο το κεντρικό αμφιθέατρο της παλιάς Σχολής στη Θεσσαλονίκη, μου ήταν αδιανόητο ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να βγω στον κόσμο. «Μαμά, θα χτιστώ κάτω από κάποιο έδρανο, να ακούω μια ζωή τους αγαπημένους μου καθηγητές». Γιατί τελικά με τα χρόνια, είχα αποκτήσει τέτοιους.

Όταν ο Φαίδρος στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, ρωτάει τον Σωκράτη γιατί δεν βγαίνει ποτέ έξω από τα τείχη της πόλης, εκείνος απαντά: «Γιατί είμαι φιλομαθής. Οι εξοχές και τα δέντρα είναι βουβά, μονάχα οι άνθρωποι διδάσκουν». Πράγματι τα πιο όμορφα τοπία, οι πλέον ενδιαφέροντες τόποι, τα πιο ψηλά βουνά, τα πιο βαθιά φαράγγια, οι πιο ευρύχωρες κοίτες ποταμών, οι πλέον απέραντες γραμμές των οριζόντων, οι πιο κυανές θάλασσες, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και η λαλιά τους, το φυσικό του καθενός, ο τρόπος, η αθωότητα της παρουσίας τους.

Η πνευματική μου μητέρα, η Πηνελόπη Τζιώκα, δύο πράγματα όλο κι όλο μας είχε διδάξει, για όλα τα υπόλοιπα απλώς συζητούσαμε. Τον έρωτα και την ελευθερία. Καλός πολίτης, αγαθός άνθρωπος, καλός δάσκαλος, είναι ο ελεύθερος άνθρωπος. Όσο για τον έρωτα, δεν έχει φύλο, δεν έχει σώμα, δεν έχει καν πρόσωπο. Είναι η χαρά, η συγκίνηση, οι δέσμες πλέριου ενθουσιασμού, που πέφτουν πάνω μας και μας φωτίζουν σαν ένας μεταφυσικός προβολέας. Είναι οι στιγμές που η ψυχή συναντά, βιώνει τη μέθεξη με το θείο, ίσως πιο σπάνια, με το ιερό.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ