Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Πατροκτόνοι και ορφανοί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η βία που εκδηλώνεται με τόση ευκολία από μικρές ομάδες θα συνεχίσει να εξαπλώνεται όσο δεν υπάρχει απάντηση από την πλευρά της πολιτείας και σαφής απόρριψη από τους πολίτες. Το προχθεσινό ξέσπασμα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη συνέπεσε με τη δέκατη επέτειο του φόνου του 15χρονου αγοριού από αστυνομικό, δίνοντας μια συμβολική πτυχή στο τελετουργικό της βίας. Το πρόβλημα, όμως, υπήρχε πριν από το 2008· τα τελευταία χρόνια δε, τείνει να πάρει τη μορφή θεσμού. Μαθαίνουμε να ζούμε με την εκτροπή σαν να είναι κάτι το φυσικό: οι πολίτες κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν τον άμεσο κίνδυνο, ύστερα πληρώνουν το κόστος των καταστροφών, είτε με τα θύματα να μετρούν τις πληγές τους, είτε συλλογικά ως φορολογούμενοι των οποίων οι κόποι πάνε χαμένοι αντί να στηρίζουν την Υγεία ή την Παιδεία. Οπως οι Κολομβιανοί έμαθαν να ζουν με τη βία των ναρκεμπόρων, των ανταρτών και των παραστρατιωτικών ομάδων, έτσι και εμείς εξοικειωνόμαστε με τη χαμηλότερης έντασης βία των καλομαθημένων αναρχικών. Σαφώς η ελληνική εκδοχή είναι ηπιότερη και άρα καλύτερη – με τη διαφορά ότι στην Κολομβία έγινε σοβαρή, και επιτυχημένη, προσπάθεια να καταπολεμηθεί η βία. Εδώ παραμένουμε, εν πολλοίς, αδιάφοροι.

Τι είναι αυτό που δίνει τέτοια δυναμικότητα, τέτοια ορμή, στο «αντιεξουσιαστικό» ρεύμα στη χώρα μας; Υπάρχουν τόσο σοβαρά προβλήματα που η πολιτεία δεν τα αντιμετωπίζει, αναγκάζοντας τους απόκληρους της κοινωνίας να προβούν σε επαναστατικές μεθόδους για να εισακουστεί το παράπονό τους; Το ερώτημα είναι αστείο: στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης η ελευθερία ήταν και παραμένει υποδειγματική. Εάν υπάρχει κάποια καταπίεση, είναι η επιβολή κάποιων ιδεοληψιών, είτε αυτές εκφράζονται από εθνικιστικούς κύκλους είτε από αριστερούς, είτε από αναρχικούς. Σε κάθε χώρο υπάρχει μια κυρίαρχη νοοτροπία που δεν δέχεται αμφισβήτηση. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ουδείς σηκώνει μύγα στο σπαθί του· ουδείς δέχεται το δίκιο του άλλου· ουδείς είναι διατεθειμένος να συμβιβαστεί, να αλλάξει γνώμη. Είναι σαν να υπηρετούμε μια ανώτερη δύναμη την οποία δεν μπορούμε να απαρνηθούμε. Το γεγονός ότι συχνά μόνο εμείς ή η παρέα μας ακούει αυτή την εντολή δεν μας αποθαρρύνει από το να θέλουμε να την επιβάλλουμε στην υπόλοιπη κοινωνία.

Αλλοι στρέφονται στη βία επειδή πιστεύουν ότι οι ίδιοι και η ομάδα τους απειλείται από το κατεστημένο, ή επειδή πιστεύουν ότι αυτοί ξέρουν καλύτερα από τους υπόλοιπους και γι’ αυτό πρέπει να ανατρέψουν το σύστημα. Στην πρώτη κατηγορία ίσως βρίσκονται οι Γάλλοι πολίτες με τα «κίτρινα γιλέκα», οι οποίοι διαμαρτύρονται για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αλλά και, γενικώς, για το ύφος του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και για τα προνόμια της γαλλικής ελίτ. Η ομάδα αυτή δεν έχει συγκεκριμένους ηγέτες, είναι η έκφραση ατομικής αλλά και ομαδικής δυσφορίας, μιας οργής, μιας απελπισίας. Η δεύτερη κατηγορία ίσως αρμόζει περισσότερο στους μπαχαλάκηδες της Ελλάδας: όπως και οι επαναστάτες του 16ου αιώνα, που εμφανίστηκαν μαζί με τον Πουριτανισμό, πιστεύουν ότι αυτοί διαθέτουν τις ατομικές και ομαδικές αρετές που τους καθιστούν προπομπούς μιας επανάστασης, και ας αδιαφορούν γι’ αυτήν τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Επειδή στην Ελλάδα δεν είμαστε Πουριτανοί, οι ρίζες της αναρχίας μάλλον προκύπτουν από τη μυστικιστική παράδοση, όπου αναζητούμε την αλήθεια μέσα από την ατομική αναζήτηση. (Ειρωνεία ή θεϊκό χιούμορ το γεγονός ότι προχθές κάποιος εμπνευσμένος καταληψίας, σε αίθουσα της Θεολογικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πασάλειψε με κόκκινη μπογιά το Α της αναρχίας πάνω σε εικόνα που παρουσιάζει τη «Μεγάλη και Αγία Σύνοδο» όπου επικράτησε η θέση του Γρηγορίου Παλαμά υπέρ του «Ησυχασμού» εναντίον του Βαρλαάμ και του δυτικότροπου «Σχολαστικισμού».) Στις μέρες μας, ο ατομικισμός έχει φθάσει σε τέτοιο βαθμό που πολλοί παρουσιάζουν τη δική τους ανάγκη ως έκφραση πολιτικού και κοινωνικού αγώνα – και θεωρούν ότι αυτό αρκεί για να επιβάλουν τη δική τους άποψη, να εξασκήσουν βία πάνω στους υπόλοιπους. Εάν κάποιοι ήθελαν εκ των υστέρων να αντισταθούν στη δικτατορία και έστησαν «ένοπλη οργάνωση» για να εκπληρώσουν αυτή την ανάγκη, γρήγορα κατάλαβαν ότι μεγάλο μέρος –αρκετά μεγάλο μέρος– της κοινωνίας αποδεχόταν το επαναστατικό παραμύθι. Ισως για να ζήσει και αυτό, έμμεσα, τον μύθο της αντίστασης.

Αυτή η «φλόγα» επαναστατικού θυμού, ένα πνεύμα εκδίκησης, λειτουργεί χρόνια τώρα ως αφορμή για διάφορες αντικοινωνικές συμπεριφορές. Το «μπαρούτι» που ακόμη προκαλεί εκρήξεις, όμως, ήταν η εγκληματική αποποίηση ευθύνης της κυβέρνησης το 2008, όπου το κράτος αναγκάστηκε να κάνει στην άκρη, ώστε η δικαιολογημένη οργή για τον θάνατο ενός παιδιού να πάρει διαστάσεις κατάρρευσης θεσμών, κατάργησης νόμων. Χωρίς αντίσταση, χωρίς συνέπειες για την παράβαση νόμων, το «κίνημα» γιγαντώθηκε και ρίζωσε, εξαπλώθηκε. Και διεκδικεί χώρο συνεχώς. Τα κινήματα που εκμεταλλεύτηκαν την «ιερή αγανάκτηση» το 2008 –κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ– δεν θέλουν και δεν μπορούν να αντισταθούν σε αυτήν· την ενθαρρύνουν, είτε οδηγεί στο κάψιμο ανθρώπων (Marfin), είτε στην καταστροφή θησαυρών (Αττικόν), είτε στην πανάκριβη «εκδραμάτιση» της οργής εναντίον του αρχέτυπου πατέρα – του κράτους. Απουσία κράτους, η ανυπεράσπιστη κοινωνία ανέχεται την εκτός ορίων επιθετικότητα των αντιεξουσιαστών. Και αυτοί συμπεριφέρονται σαν να αναζητούν τον πατέρα, προκαλώντας ολοένα και περισσότερο το κενό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ