ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ρωτώντας για την πορεία της αγοράς της σύγχρονης ελληνικής τέχνης τους ανθρώπους που τη χειρίζονται και εκείνους που την παράγουν –γκαλερίστες και καλλιτέχνες–, τα σχόλια που παίρνουμε είναι κατ’ αρχάς απογοητευτικά. Το 2015 και το 2016 χαρακτηρίστηκαν καταστροφικές χρονιές, αλλά στην πραγματικότητα αυτές οι χρονιές υπήρξαν το αποκορύφωμα μιας κρίσης που ξεκίνησε το 2011, ως προφανής συνέπεια της γενικότερης οικονομικής ύφεσης την οποία βίωσε η χώρα.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, πολλές από τις γκαλερί που είχαν ανοίξει στην Αθήνα τη «χρυσή δεκαετία» του 2000 έκλεισαν και το γεγονός ορίζει το τέλος μίας ακόμη «φούσκας». «Η κατάρρευση των τιμών ήταν απόρροια λανθασμένης ανάπτυξης της ελληνικής εικαστικής σκηνής που καρπώθηκε, όπως και άλλοι τομείς, την οικονομική ευμάρεια της εποχής», σχολιάζουν στην «Κ» οι Αρσέν και Ρουπέν Καλφαγιάν, ιδιοκτήτες δύο δραστήριων αιθουσών τέχνης με ενδιαφέρον εικαστικό πρόγραμμα. «Με λίγα λόγια, επρόκειτο για ένα φυσικό ξεκαθάρισμα, δείγμα της εποχής. Η περίοδος που καλλιτέχνες και γκαλερίστες βιοπορίστηκαν πλουσιοπάροχα, εκείνη στην οποία μια αίθουσα τέχνης μπορούσε να ζήσει από μία ή δύο εκθέσεις ετησίως, και τα έργα που εκτίθεντο είχαν πωληθεί σε φιλότεχνους πριν γίνουν τα εγκαίνια, έχει παρέλθει», συμπληρώνουν.


«Το μικρό κορίτσι», Νικόλαος Γύζης, 112.223 ευρώ.

Μία από τις βασικές αιτίες για τη σημερινή κατάσταση είναι το γεγονός ότι δεν μπήκαν εγκαίρως οι βάσεις που θα διατηρούσαν και θα ανέπτυσσαν το ενδιαφέρον του κοινού –και της αγοράς– για την ελληνική εικαστική σκηνή, το οποίο ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση και κορυφώθηκε στην αρχή του νέου αιώνα. Οι αγορές πολλών ιδιωτών είχαν ουσιαστικά διακοσμητικό σκοπό, τότε που σπίτια και εξοχικά διαρκώς αυξάνονταν. Δεν υπήρξε μουσειακό υπόβαθρο, ούτε καλλιέργεια της εικαστικής κουλτούρας σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, το κράτος δεν επενδύει στην τέχνη. Η έλλειψη ενός ενεργού Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης επιβαρύνει την κατάσταση, κυρίως για τη σύγχρονη εικαστική παραγωγή, που παραμένει άγνωστη. Διεθνείς διοργανώσεις και θεσμοί, όπως η documenta, δημιούργησαν ενθουσιασμό, έφεραν στην Αθήνα επιμελητές και συλλέκτες, άνοιξαν ενδιαφέρουσες συζητήσεις, αλλά, όπως σχολιάζουν οι ειδικοί, δεν είχαν ως αποτέλεσμα αλλαγές στο εμπορικό κομμάτι.

Πώς επιβιώνει λοιπόν σήμερα ένας καλλιτέχνης και μία γκαλερί; «Κάνει το ελληνικό διεθνές», απαντούν οι αδελφοί Καλφαγιάν. «Στην Ελλάδα υπάρχει αξιόλογη εικαστική σκηνή, κι ας έχει τραυματίσει η κρίση το “εγώ” κάποιων καλλιτεχνών, που ίσως στην περίοδο του νεοπλουτισμού ωφελήθηκαν υπερβολικά. Αλλωστε, αυτά τα συναισθήματα δεν αφορούν τη νέα γενιά, που γνωρίζει ότι το βιογραφικό του καλλιτέχνη εμπλουτίζεται από συμμετοχές στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της χώρας του αλλά και του εξωτερικού. Το αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης στην τέχνη είναι η ένταξη των καλλιτεχνών σε ένα διεθνές περιβάλλον. Αυτή είναι και η αποστολή, αλλά επίσης και ο τρόπος επιβίωσης και ανάπτυξης των αιθουσών τέχνης: η παρουσία σε σημαντικά art fair ανά τον κόσμο, το κύρος των οποίων προσθέτει αξία σε γκαλερίστες και καλλιτέχνες».

Με λίγα λόγια, το κοινό, αν και πιο περιορισμένο, εξακολουθεί να υπάρχει. Μπορεί η κρίση να επηρέασε τους νέους ιδιώτες φιλότεχνους, αλλά οι Ελληνες της Διασποράς –με συλλέκτες που διαθέτουν πάθος και γνώσεις– αποτελούν αντιστάθμισμα, όπως δείχνουν τα στοιχεία του οίκου δημοπρασιών Bonhams. Αλλωστε, η κρίση, υποστηρίζουν, δημιουργεί νέες επενδυτικές δυνατότητες.

Από τους ομογενείς οι νέοι αγοραστές

Στις 21 Νοεμβρίου έγινε στο Λονδίνο η φθινοπωρινή δημοπρασία Greek Sales του οίκου Βonhams, του μοναδικού πλέον διεθνούς οίκου που ασχολείται αποκλειστικά με την ελληνική ζωγραφική δύο φορές τον χρόνο. Μιλώντας για την πρόσφατη διοργάνωση, η Τερψιχόρη Αγγελοπούλου, διευθύντρια του οίκου στην Ελλάδα, είπε ότι «είχε δυναμική, και η συμμετοχή –στην αίθουσα, μέσω Διαδικτύου και τηλεφωνικώς– απέδειξε ακόμη μία φορά ότι η ελληνική τέχνη ανθίσταται στην οικονομική κρίση και κρατάει την εμπορική της αξία». Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο, σύμφωνα με την κ. Αγγελοπούλου, είναι η ανάδειξη μιας νέας τάσης: η προσέλκυση αγοραστών από τους Ελληνες της Διασποράς όπου υπάρχουν σοβαροί συλλέκτες.


«Βιτσέντζος Κορνάρος και Γεώργιος Χορτάτζης», Νίκος Εγγονόπουλος, 63.125 ευρώ.

Το Greek Sales της 21ης Νοεμβρίου περιελάμβανε 102 έργα, εκ των οποίων πωλήθηκε το 61%. Πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις ύψους 1.100.000 λιρών, ενώ το αντίστοιχο περυσινό ποσό ήταν περίπου 1 εκατ. λίρες. Ενα από τα γνωστότερα έργα του Νικολάου Γύζη, «Το μικρό κορίτσι», δημοπρατήθηκε έναντι 100.000 λιρών (112. 223 ευρώ) και ήταν το ακριβότερο της διοργάνωσης. Η πρώτη τετράδα των ευπώλητων ζωγράφων συμπεριελάμβανε κατά σειράν τους Νίκο Εγγονόπουλο, Θεόφιλο, Γιάννη Μόραλη και Αλέκο Φασιανό.

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η αγορά είναι σταθερή», σχολιάζει η διευθύντρια του οίκου Bonhams. «Παρουσιάζονται μάλιστα και ορισμένες τάσεις ανόδου. Οι τζίροι κυμαίνονται στα 3-4 εκατ. ευρώ ετησίως, αν και πρέπει να σημειώσουμε ότι τζίρος στις δημοπρασίες τέχνης δεν είναι εύκολα συγκρίσιμος. Εξαρτάται από πολλές παραμέτρους, όπως τον αριθμό των έργων που επιλέγουμε να συμπεριλάβουμε και την αξία των συγκεκριμένων έργων που μας προσφέρονται, γεγονός που δεν μπορεί να προβλεφθεί, λ.χ., αν μας ερχόταν ένας πίνακας του  Ελ Γκρέκο,  ο τζίρος μας θα ήταν μεγαλύτερος από την προ κρίσης εποχή. Επίσης συμβαίνουν ευχάριστες εκπλήξεις, όπως έγινε στην τελευταία δημοπρασία τον Μάιο του 2018 με την πώληση του έργου του Γιάννη Τσαρούχη “Το αλάνι του Πειραιά” (1939), το οποίο ξεκίνησε στις 40.000 λίρες και αγοράστηκε τελικά για 150.000 λίρες. Και απογοητευθήκαμε που δεν πωλήθηκε το έργο του Νικολάου Λύτρα “Παίζοντας με τον άνεμο”, το οποίο μάλιστα είχε εκτεθεί στη μεγάλη έκθεση του καλλιτέχνη στο Ζάππειο το 1929!

Γενικά, θα λέγαμε ότι υπάρχει ζήτηση για τους μεγάλους δασκάλους της ζωγραφικής του 19ου  αιώνα (Ν. Γύζης, Θεόδ. Ράλλης, Περικλής Πανταζής, Γ. Ιακωβίδης, Κων. Βολανάκης) και από τον 20ό  αιώνα για τους Κων. Παρθένη, Μ. Οικονόμου, Κων. Μαλέα. Επίσης για τη γενιά του ’30 (Γ. Τσαρούχης, Ν. Εγγονόπουλος, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Σπύρος Βασιλείου). Στη μεταπολεμική σκηνή κυριαρχούν οι πρωτοπόροι της αφαίρεσης (Γ. Σπυρόπουλος, Αλ. Κοντόπουλος) και οι νεότεροι της γενιάς του ’60 (Αλ. Φασιανός, Παύλος, Κ. Τσόκλης, Βλ. Κανιάρης)».

«Αγοράζω μόνο αν κάτι με συγκινεί»

Στην αίθουσα συναντήσεων του δικηγορικού του γραφείου έχει πέντε πίνακες του Αλέκου Λεβίδη. Ο Σωτήρης Φέλιος, με μια συλλογή που ξεπερνάει τα 1.000 έργα, είναι ένας από τους πιο σημαντικούς συλλέκτες σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Αρχισε να μαθαίνει για την τέχνη και να αγοράζει στα φοιτητικά του χρόνια – από το υστέρημά του και από έρωτα για μια σπουδάστρια της Σχολής Καλών Τεχνών. Εκτοτε δεν έπαψε να έχει συναισθηματική σχέση με τα έργα της συλλογής του. «Δεν αγοράζω για να πωλήσω, αγοράζω μόνον αν κάτι με συγκινεί. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος προσέγγισης της τέχνης, μια αλληλοτροφοδοσία. Βλέπω το έργο, χαίρομαι και έχω έναν διάλογο μαζί του. Γι’ αυτό ό,τι έχω αγοράσει παραμένει στη συλλογή μου και πάντα υπάρχει ένα διαθέσιμο εισόδημα για να αποκτήσω κάτι καινούργιο που με συγκινεί».


«Μάρκος Μπότσαρης, η μάχη στο Κεφαλόβρυσο στο Καρπενήσι», Θεόφιλος, 56.111 ευρώ.

Υστερα από τόσα χρόνια –άρχισε να αγοράζει πίνακες ζωγραφικής στις αρχές της δεκαετίας του 1970– έχει πολλούς καλλιτέχνες φίλους και βεβαίως οι γκαλερί ξέρουν το πάθος του. Τα νέα του αποκτήματα –το πιο πρόσφατο, ένα μεγάλο έργο του Τάσου Μαντζαβίνου– φθάνουν στη συλλογή απευθείας από τα εργαστήρια των ζωγράφων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρακάμπτει τις γκαλερί όταν το έργο εκτίθεται, ή ο καλλιτέχνης το ζητάει. Με λίγα λόγια, είναι ένας καλός πελάτης με αγάπη για το αντικείμενο, ένας συλλέκτης-φιλότεχνος και όχι κάποιος που συλλέγει με τη λογική της επένδυσης. «Ας υποθέσουμε ότι χρειαζόταν να αποκτήσω γρήγορα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, χωρίς να διαθέτω άλλες πηγές, και έβγαινα στον δρόμο φορτωμένος έναν πίνακα του Χρήστου Μποκόρου, φέρ’ ειπείν, δεν θα κέρδιζα σπουδαία πράγματα. Θα χρειαζόμουν σίγουρα χρόνο, είτε για να αναζητήσω αντίστοιχους με εμένα συλλέκτες είτε για να τον δώσω σε δημοπρασία, και πάντα με την προϋπόθεση ότι κάποιος θα ενδιαφερόταν. Αν, λοιπόν, έπρεπε να εισπράξω μόνον από την τέχνη που κατέχω, νομίζω ότι δεν θα έπαιρνα πίσω τα λεφτά μου. Συνεπώς η τέχνη, αν είναι επένδυση, σίγουρα δεν είναι βραχυπρόθεσμη».

Η δική του ευχαρίστηση, η μικρή του «τρέλα», όπως την ονομάζει, είναι «να γίνει το ιδιωτικό δημόσιο». Αυτό τον καιρό συμμετέχει με 20 έργα της συλλογής του στην ατομική έκθεση του Τάσου Μαντζαβίνου (Πινακοθήκη του Δήμου Κέρκυρας) με τίτλο «Ποιητής & έρως». Επίσης η πριν από λίγα χρόνια μεγάλη έκθεση με τίτλο «Ellenico Plurale», που διοργανώθηκε στο Museo Vittoriano υπό την αιγίδα της ιταλικού κράτους, με έργα της συλλογής του, είχε εξαιρετική απήχηση, και κάποιοι φιλότεχνοι έδειξαν ενδιαφέρον να γνωρίσουν τους ζωγράφους και να αγοράσουν έργα τους. «Υπάρχει κίνηση, υπάρχει ενδιαφέρον, αλλά είμαστε μια περιφέρεια της Ευρώπης και λείπουν οι Ελληνες καλλιτέχνες από τα ονομαστά μουσεία του εξωτερικού. Πιστεύω ότι αυτό είναι αποτέλεσμα έλλειψης πολιτικής», σχολιάζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ