Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Για τη Δηιδάμεια και την Ιπποδάμεια

Κύριε διευθυντά
Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του εκλεκτού δημοσιογράφου - αθηναιογράφου Νίκου Βατόπουλου (9/12/18, Πτυχές, «Η Ιπποδάμεια και η γυναίκα της πλατείας Συντάγματος»), που αναφέρεται στη μνημειακή καλλιτεχνική σύνθεση του Γερμανού γλύπτη Πφουλ, η οποία δεσπόζει σήμερα στην πλατεία Βικτωρίας, θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα πρόσθετα στοιχεία σχετικά με το όνομα της Ιπποδαμείας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, στην περιβόητη σύγκρουση των δύο θεσσαλικών λαών Κενταύρων και Λαπιθών –προσφιλέστατο θέμα της καλλιτεχνίας– ο Θησεύς, φίλος του Πειρίθου (Πειρίθοος - ους, πείρα+θοός = ταχύς πειρατής), βασιλιά των Λαπιθών, στη διάρκεια της γαμήλιας τελετής, σώζει τη γυναίκα του από τις ασελγείς και υβριστικές πράξεις των Κενταύρων.

Η διασωθείσα σύζυγος, καθώς αναφέρει ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς, 30) ονομάζεται Δηιδάμεια (δήιος = εχθρικός, φονικός + δάμνημι = δαμάω). Ασφαλώς, δεν πρέπει να συγχέεται με την ομώνυμη Δηιδάμεια, θυγατέρα του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη, η οποία με τον Αχιλλέα απέκτησε τον Νεοπτόλεμο (Απολλόδ. Γ174).

Το όνομα Ιπποδάμεια αναφέρεται στον Ομηρο (Ιλ. Β 742, Νεών Κατάλογος), προκαλώντας έτσι σύγχυση με την περίφημη για την καλλονή της θυγατέρα του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου, την οποία έλαβε ως σύζυγο, έπαθλο σε νίκη αρματοδρομίας, ο Πέλοψ, γιος του Ταντάλου (πρβλ. Πινδ. Ολυμπ. Ι70, ΙΧ10, Ευριπ. Ιφιγ. Ταύρ. 1 κ.ε.).

Παράλληλα, εσφαλμένως καλείται, σε κεντρικό σημείο του Πειραιά, μία πλατεία ως Ιπποδαμείας, ονομασία οφειλόμενη σε λεκτική παραφθορά, αντί του ορθού πλατεία Ιπποδαμείου αγοράς, από τον Μιλήσιο αρχιτέκτονα του 5ου π.Χ. αιώνα Ιππόδαμο, πατέρα της πολεοδομίας, ο οποίος εξεπόνησε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης (Αριστοτ. Πολιτικά, 1267b).

Αναστασιος Αγγ. Στεφος, δ.φ., Επίτιμος σχολικός σύμβουλος


Η μνήμη προσφέρει θαλπωρή ανασύροντας από το προσωπικό χρονοντούλαπο την παιδική ταυτότητα, αναπαριστώντας συνάξεις αγαπημένων, γλεντοκόπια, πολλά υποσχόμενες ευωδιές από την κουζίνα, πλούτο καρδιάς αντίβαρο στη φτώχεια, καλαντιστές, φαντασιοκοπίες με ξωτικά που έδιναν ακόμα πιο μαγικό τόνο στις άγιες ημέρες, με την ευχετική προσμονή για ό,τι καλύτερο να μοιράζεται σαν άυλο αντίδωρο. Εξω εκεί στα ορεινά, παγωμένο κατασκόταδο, μέσα το τζάκι τριζοβόλαγε, όταν αίφνης από τη χορταποθήκη ακούστηκαν κραυγές γοερές. Ο επιστολογράφος της «Κ», αγόρι τότε, άφοβο, κρατώντας το λαδοφάναρο, έσπευσε, έχοντας υπό την προστασία του τις δύο μικρότερες αδελφές του, βιώνοντας από κοντά το χαρμόσυνο γεγονός. Οι ωδίνες της μάνας πήραν τέλος, ένα κατσικάκι μόλις είχε έρθει στη ζωή. Στην «παρένθετη» φωτογραφία (αρχείου) σεβάσμιοι κάτοικοι στο καφενείο του χωριού, πιστοί στην ξυλόσομπα, σε γύρο προθέρμανσης με τσιπουράκι πριν από το σπιτικό τραπέζι.

Τα τρία αδελφάκια, το λαδοφάναρο και τα νεογέννητα κατσικάκια, εκείνες τις άγιες μέρες

Κύριε διευθυντά
Σύντομα θα γιορτάσω τα 84α γενέθλιά μου. Με συγκίνηση αναπολώ αλησμόνητες σκηνές, από τα προσχολικά και τα πρώτα σχολικά μου χρόνια, όταν περιμέναμε τα Χριστούγεννα, στο ορεινό χωριό Μαλακάσι Καλαμπάκας όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Λίγο πριν ή λίγο μετά την ημέρα των Χριστουγέννων, περιμέναμε με λαχτάρα και ανυπομονησία να παρακολουθήσουμε ένα έργο που το βλέπαμε σε αρκετές επαναλήψεις και που πάντα είχε αίσιο τέλος, απ’ ό,τι θυμάμαι.

Συνήθως ήταν νυχτερινή παράσταση. Ενώ απολαμβάναμε αμέριμνοι το αναμμένο τζάκι στο καθημερινό μας δωμάτιο τα βράδια του χειμώνα, ξαφνικά, στο υπόγειο κάποια από τις αγαπημένες κατσίκες άρχιζε να διαμαρτύρεται με γοερές κραυγές για δύο - τρία λεπτά. Σταματούσε για λίγο και πάλι ξανάρχιζε. Ετσι είναι οι πόνοι της γέννας. Οσο κρατούσαν οι ωδίνες, για να διασκεδάσουμε την αγωνία μας για την έκβαση, οι τρεις μικροί ακροατές του έργου (εγώ και οι δύο νεότερές μου αδελφές) ζητούσαμε ο ένας από τον άλλο, με τρεμάμενη φωνή, να μαντέψει ποια, από τις γνωστές κατσίκες, γεννούσε.

Κάποτε, ενώ περιμέναμε την επόμενη ωδίνα, που μας φαινόταν ότι κάπως αργούσε να ‘ρθει, μας ξάφνιαζε η φωνούλα που έβγαινε από το νεογέννητο κατσικάκι. Αφήναμε αμέσως τη φωτιά και τρέχαμε προς την καταπακτή στο βάθος του διαδρόμου.

Κρατώντας το λαδοφάναρο, οδηγούσα τις αδελφές μου από τη σκάλα της καταπακτής στο ολοσκότεινο υπόγειο. Ακολουθώντας τον ελεύθερο διάδρομο της χορταποθήκης, φθάναμε στον ξύλινο φράχτη που μας χώριζε από τα ζώα. Ανοίγαμε την τελευταία πόρτα και ήμασταν ανάμεσά τους. Κάπου σε μια άκρη, η ταλαιπωρημένη αλλά ήρεμη μάνα είχε σηκωθεί στα πόδια της και είχε αρχίσει να περιποιείται το νεογέννητο, λείχοντάς το. Ο πλακούντας δεν είχε αποχωριστεί ακόμα τελείως από το σώμα της. Οι άλλες εγκυμονούσες κατσίκες συνέχιζαν ν’ αναπαύονται ξαπλωμένες, περιμένοντας να έλθει «το πλήρωμα του χρόνου» και για το δικό τους χαρμόσυνο γεγονός.

Το αδύναμο νεογέννητο πλάσμα κινούσε τα ποδαράκια του και φαινόταν ν’ απολαμβάνει τις θωπείες της μάνας του. Τότε, κόβαμε τον ομφάλιο λώρο, τυλίγαμε το νεογέννητο σε μια φαρδιά πετσέτα, που είχαμε πάρει μαζί μας για την περίσταση, και το ανεβάζαμε επάνω κοντά στη φωτιά.

Εκεί το βάζαμε σε μια μικρή σκάφη και ακολουθούσε επιμελής καθαρισμός από τις βλέννες, καθώς και λουτρό με χλιαρό νερό. Περνούσαν τα λεπτά σιγά σιγά και το αθώο πλασματάκι ζωήρευε, πλήθαιναν οι φωνούλες του και έκανε προσπάθειες να σηκωθεί στα πόδια του. Οταν το κατάφερνε, θεωρούσαμε ότι η πρώτη μας αποστολή είχε λήξει και επιστρέφαμε το μωρό στη μάνα του για τον πρώτο θηλασμό. Εμείς ήμασταν πανευτυχείς.

Την παράσταση πάντα παρακολουθούσαν η γιαγιά και η μητέρα. Από αυτές, άλλωστε, την είχαμε διδαχθεί. Ηθελαν να είναι βέβαιες ότι θα μεταφέραμε με ασφάλεια το νεογέννητο από και προς το υπόγειο και δεν θα μας έπεφτε στη φωτιά όταν το πλέναμε.

Ευχόμασταν, όλα τα κατσικάκια που κάθε φορά έρχονταν στον κόσμο να ήταν θηλυκά, γιατί είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν πέραν του Πάσχα και να γίνουν ώριμες αίγες. Τα αρσενικά θυσιάζονταν από τους ενήλικους ευσεβείς χριστιανούς για να γιορτάσουν την Ανάσταση του Κυρίου, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των μικρών παιδιών. Αλησμόνητες παιδικές χριστουγεννιάτικες παραστάσεις, στις οποίες μετείχα ως θεατής και πρωταγωνιστής.

Γεωργιος Τολης, Καρδιοχειρουργός

Τα παιδιά του Ιερού, το Σαρανταλείτουργο

Κύριε διευθυντά
Το Σαρανταήμερο αρχίζει στις 15 του Νοέμβρη και τελειώνει τα Χριστούγεννα. Σε πολλές ενορίες, την περίοδο αυτή, γίνεται κάθε μέρα λειτουργία. Εχουμε τότε το λεγόμενο «Σαρανταλείτουργο». Στο μικρό χωριό μου, το Σταυροδρόμι Γορτυνίας, τα Σαρανταλείτουργα, τη δεκαετία του 1950 και του 1960, έχουν αποτυπωθεί έντονα στις μνήμες μας. Τις Κυριακές, έψελναν οι κανονικοί ψάλτες. Ο Μπαρμπαγγελής, ο Μπαρμπαθόδωρος κι ο Μπαρμπαριστείδης. Τις καθημερινές όμως, που οι κανονικοί ψάλτες πήγαιναν στις δουλειές τους, το έργο αυτό αναλάμβαναν μερικοί μαθητές του δημοτικού σχολείου, «τα παιδιά του Ιερού».
Το δημοτικό σχολείο ήταν δίπλα στην Εκκλησία. Ο παππούλης είχε παρακαλέσει τον δάσκαλο να δικαιολογεί την ολιγόλεπτη καθυστέρηση προσέλευσης των παιδιών αυτών. Τελειώνοντας η λειτουργία τα παιδιά του Ιερού έτρεχαν στο σχολείο τους.  Ο Τάκης της Λούλας, του Φουσκαρογιώργη, ήταν ο περισσότερο συνεπής. Εγραψε ιστορία σαν παιδί του Ιερού στη δεκαετία του 1960. Δεν είχε πάρει καμία απουσία. Αχάραγο περνούσε την πόρτα της εκκλησίας. Με πάγο, με χιόνι, με κρύο, με βροχή, ο Τάκης πρώτος, ο Τάκης εκεί. Ο Τάκης ψάλτης. Ο Τάκης στην υπηρεσία του Ιερού. Να φροντίζει τη φωτιά. Να έχει σε ετοιμότητα το θυμιατό...

Η σχολική του σάκα στο ψαλτήρι. Στις 8 η ώρα την άρπαζε και έτρεχε στο σκολειό του. Τρέχοντας έλεγε τη μετά τη θεία μετάληψη ευχή, «...ακατακρίτως υποδέχεσθαι των αχράντων Μυστηρίων τον αγιασμόν, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος...». Από μνήμης όλα, χωρίς να κατανοεί τότε, την πατερική αυτή γλώσσα. Μαζί με τον Τάκη ήσαν και άλλα παιδιά, που είχαν τον ζήλο να υπηρετούν το Ιερό, ιδιαίτερα κατά το Σαρανταλείτουργο. Τη δεκαετία του 1950 και του 1960 πέρασαν αρκετές σειρές από το Ιερό του σεπτού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του χωριού μου.

Οταν έκανε πολύ κρύο, ο παππούλης έλεγε στα παιδιά του Ιερού, να ψέλνουν από το Ιερό και όχι από το αναλόγιο. Τα λίγα κάρβουνα, που έφερνε, εζέσταιναν λίγο τα παγωμένα χεράκια τους. Ο παππούλης τούς έδινε, στο μεγάλο κρύο, λίγο κρασάκι, μια φέτα προσφορά και καμιά κουταλιά ζάχαρη για να τα στυλώνει.

Ο παππούλης τούς έλεγε να διαβάζουν δυνατά, καθαρά και με «στόμφο» τα ιερά βιβλία, για να γίνουν καλοί μαθητές. Κάποιες φορές τους έλεγε να προσεύχονται στην Παναγία, γιατί η Παναγία εισακούει καλύτερα τις προσευχές τους από τις δικές του. Τους μάθαινε να ψέλνουν. Μαζί έψελναν τον υπέροχο ύμνο «Η Παρθένος σήμερον, τον Προαιώνιον Λόγον...».

Τα παιδιά του Ιερού επρόκοβαν στα γράμματα. Στο γυμνάσιο είχαν πολύ καλές επιδόσεις, ιδιαίτερα στα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά. Μετά το σχολείο, όταν βγήκαν στη ζωή, ετήρησαν κάποιες αρχές που πήραν από τη «θητεία» τους στο Ιερό. Κράτησαν με την πίστη τους μια πνευματικότητα. Σμίλεψαν με την προσευχή τους ένα χαρακτήρα, που αντέχει τα ξεροβόρια και τις παγωνιές της ζωής, όπως αντέχει με σεμνότητα και ταπείνωση όσα έρχονται σαν χάρη, δωρεά και ευλογία, από την Κεχαριτωμένη Μεγάλη τους Μητέρα, την Παναγία. Στον Ναό Της υπηρέτησαν με δύσκολες συνθήκες, τη δεκαετία του 1950 και του 1960, ως μικροί Αγγελοι, σε όλα τα διακονήματα, εκείνα τα παγωμένα πρωινά των Σαρανταλείτουργων!...

Μιχαλης Ιω. Μιχαλακοπουλος

«Αχ και να ’τανε να πισωγύριζα»

Κύριε διευθυντά
Γιορτές έρχονται. Η πόλη στα γιορτινά της ντύθηκε. Παντού φώτα και χρωματιστά λαμπάκια. Οι βιτρίνες των μαγαζιών με λογιών λογιών πλουμίδια και γιορντάνια στολίστηκαν. Στους δρόμους, κόσμος πολύς σεργιανίζει, κιαλάρει, λογαριάζει, αλλά στα μαγαζιά δεν μπαίνει. Λεφτά δεν έχει. Κανείς δεν έχει. Ο παππούς στα εγγονάκια του δωράκια πια δεν παίρνει. Η γιαγιά λαχταριστά γλυκά δεν φτιάχνει, ο νιος στην καλή του το μικρό κουτάκι με το μεγάλο δώρο πια δεν δίνει. Ούτε όμως από αυτήν, για πεσκέσι, ένα σφιχτό αγκάλιασμα, ένα φλογερό φιλί και μια σιωπηλή υπόσχεση για συνέχεια από δυο μαργιόλικα ματάκια δεν απαντέχει!
Ο γέρος της διπλανής πόρτας μελαγχολεί. Τα παλιά νοσταλγεί. Μέσα από τα μύχια της ψυχής του, βουβές ευχές ξεπηδάνε:

– Να ’τανε να πισωγύριζα. Τον χρόνο να πλάνευα. Χαλάστρα το ακριβό ρολόι του να ’κανα!

– Να ’τανε τον κόσμο η αγάπη ξανά να κουμαντάριζε!

– Να ’τανε μισθοί και συντάξεις στα παλιά να ξαναγυρίζανε.

– Να ’τανε οι παλιές ηθικές αξίες τον θρόνο τους να ξαναπαίρνανε.

– Να ’τανε όλοι οι άνθρωποι χαρούμενοι, γελαστοί και ευτυχισμένοι τρανό γιορτάσι να στήνανε.

– Αμποτε την άδεια κλεψύδρα να τουμπάριζα.

– Αμποτε τον χρόνο να πισωγύριζα!

Νικος Δυοβουνιωτης, Πολιτικός μηχανικός

«Ιδιωτικά ΑΕΙ» στην αρχαία Αθήνα

Κύριε διευθυντά
Πολύς λόγος γίνεται για το άρθρο  του Συντάγματος  που απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ενώ στα περισσότερα κράτη επιτρέπεται. Στα μη κρατικά πανεπιστήμια φοιτούν χιλιάδες ξένοι φοιτητές, με αποτέλεσμα το κράτος να έχει σημαντικά έσοδα από το  εισαγόμενο συνάλλαγμα. Η χώρα μας είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο για την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία  της, κάτι που θα μπορούσε κάλλιστα να εκμεταλλευτεί ιδρύοντας ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο τύπου  π.χ. Χάρβαρντ στην Αθήνα, με τους διασημότερους καθηγητές και ας ήταν το ακριβότερο στον κόσμο. Τα ονόματα Πλάτων ή Αριστοτέλης θα ήταν οι καλύτεροι «κράχτες» για προσέλκυση ξένων φοιτητών για σπουδές και μεταπτυχιακά στη φιλοσοφία.  Μην ξεχνάμε ότι οι φιλοσοφικές σχολές που ιδρύθηκαν και ήκμασαν στην αρχαία Αθήνα  (η  Πλατωνική Ακαδημία το 387 π.Χ., το Λύκειον ή Περίπατος  του  Αριστοτέλη το 335 π.Χ., ο Κήπος του Επίκουρου το 306 π.Χ. και η Στοά του Ζήνωνος το 300 π.Χ.)  ήταν όλες ιδιωτικές. Το πρώτο δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (161-180 μ.Χ.), έναν από τους πιο καλλιεργημένους αυτοκράτορες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια και προχώρησε στην ίδρυση του αθηναϊκού  πανεπιστημίου το οποίο φιλοδοξούσε να καταστήσει πνευματικό κέντρο ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Το πανεπιστημιακό ίδρυμα του Μάρκου Αυρηλίου συγκροτήθηκε από τη σοφιστική και τις τέσσερις σχολές της φιλοσοφίας. Οι καθηγητές ήταν αρχικά έξι, δύο της σοφιστικής και ανά ένας σε κάθε φιλοσοφική σχολή, μισθοδοτούμενοι, οι πέντε από τον αυτοκράτορα και ο ένας από την πόλιν.  Αγριος  ανταγωνισμός διεξήγετο για τη στρατολόγηση νέων φοιτητών. Παλαιότεροι φοιτητές περίμεναν τους νεοαφιχθέντες υποψηφίους φοιτητές στις εισόδους της πόλης ή στα λιμάνια του Πειραιά και του Σουνίου και προσπαθούσαν να τους προσελκύσουν ο καθένας στη δική του σχολή. Στην Αθήνα  συνέρρεαν φοιτητές από όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου και η φήμη και η ευημερία της πόλης εξηρτώντο από την παρουσία των φοιτητών, καθ’ ότι προήρχοντο από εύπορες οικογένειες. Ο αριθμός των φοιτητών που σπούδαζαν στην αρχ. Αθήνα εκείνη την εποχή υπολογίζεται περί τους 2.000 (Διογένης Λαέρτιος V, 37).

ΥΓ.: Βιβλιογραφία: Θεόδ. Χ. Σαρικάκης, «Το αρχαιότερο στον κόσμο Πανεπιστήμιο». Επιστημονική επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. ΛΑ΄ (1996-1997).

Βασιλειος Μπελλιος, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος

Ο Παναγιώτατος και οι μαθητές

Κύριε διευθυντά
Στις 21/11/2018 πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Γενεύη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος για τη συμπλήρωση 70 χρόνων της UNICEF στο κέντρο του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών. Τον Οικουμενικό Πατριάρχη παρουσίασε ο γενικός γραμματέας του Κέντρου, λουθηρανός, κ. Olav Fykse Tveit,  o oποίος εξήρε το εξαίρετο έργο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη αλλά και τη συμβολή του στους απανταχού ορθοδόξους.

Κατόπιν πήρε τον λόγο ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος υποστήριξε το έργο που επιτελείται στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (C.O.E.) όπου «στεγάζονται» όλες οι θρησκείες. Μίλησε για τους κινδύνους του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι είναι και επίτιμος πρόεδρος παγκοσμίως για το περιβάλλον, όπως επίσης και για την ειρήνη ανά τον κόσμο.

Ο τρίτος ομιλητής ήταν ο πρόεδρος της UNICEF για την Ευρώπη και την Ασία, ο κ. Philippe Cori. Και εκείνος εξήρε το θετικό έργο του Παναγιωτάτου. Ο πρόεδρος της UNICEF αναφέρθηκε στο έργο που επιτελείται από το παγκοσμίου φήμης ίδρυμα και ζήτησε να συνεχιστεί η βοήθεια στον διεθνή οργανισμό, διότι υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά ανά τον κόσμο που έχουν μεγάλη ανάγκη. Εν συνεχεία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε συνάντηση με τους μαθητάς του ελληνικού σχολείου της Γενεύης, όπου συμπτωματικώς φοιτούν και οι δύο εγγονές μου, Iris, 10 ετών και Estelle, 8 ετών, Σκεπαρνιά.

Ο Παναγιώτατος «έγινε μαθητής» και τους μίλησε στη νεανική τους γλώσσα, το πόσο τους αγαπάει, τους σκέπτεται πολύ, και τους είπε: «Είστε το μέλλον της Ελλάδος, έχετε τη δυνατότητα στην ευλογημένη αυτή χώρα (την Ελβετία) που σπουδάζετε να γίνετε άξιοι συνεχισταί των προγόνων μας».

Ακολούθησε δεξίωση και ο πατριάρχης τούς προσέφερε σοκολάτες, ενώ τα παιδιά τον είχαν περιτριγυρίσει με παιδικές «κραυγές» αγάπης και σεβασμού.

Για τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη ήταν μία πάρα πολύ γεμάτη ημέρα αγάπης και ενθουσιασμού από τους μικρούς αλλά και για τους μεγάλους που είχαμε την τιμή να βρεθούμε ξανά μαζί του.

Δημητρης Σκεπαρνιας, Γενεύη

Το αποτύπωμα του Αντώνη Κουνάδη

Κύριε διευθυντά
Με τη λήξη του 2019, λήγει και η θητεία ενός σπουδαίου Ελληνα, που προΐσταται ενός σπουδαίου θεσμού... Θεσμού που παίζει, πρέπει να παίζει, έναν σπουδαίο ρόλο στα πνευματικά, πολιτισμικά θέματα αλλά ακόμα και γιατί όχι και στα πολιτικά από τη θέση του κρίνοντας. Ιδιαιτέρως όμως καταλυτικός πρέπει να είναι ο ρόλος του θεσμού στα θέματα της ελληνικής ανθρωπιστικής παιδείας, στην ελληνική γλώσσα και σε καθετί που διακρίνει τον Ελληνα και τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους λαούς.

Οσο σπουδαία θεωρείται η δράση του, οι πράξεις του και οι ομιλίες του, άλλο τόσο ενοχλεί. Δεν είναι ο μόνος που ενοχλεί. Στην εποχή μας όσοι μιλούν για την ελληνική γλώσσα, για την παιδεία, την ορθοδοξία και τις παραδόσεις μας, ενοχλούν μια μερίδα ανθρώπων. Και όταν μια προσωπικότητα δεν μπορούν να τη χτυπήσουν ευθέως, τη χτυπούν έμμεσα: δεν κάνει να είσαι εκεί, δεν ανήκεις σ’ αυτόν τον θεσμό, εσύ είσαι μηχανικός, τι θέλεις εκεί, κοντά σ’ αυτούς που ανήκουν στις τάξεις των γραμμάτων και των καλών τεχνών και των πολιτικών και ηθικών επιστημών...

Ναι, αυτό είναι. Δεν τολμούν να τα βάλουν ευθέως με μια τόσο πολυσχιδή προσωπικότητα, μ’ έναν σπουδαίο επιστήμονα, μεγάλο αθλητή, πνευματικό δάσκαλο, ακαδημαϊκό, τον πρόεδρο της Ακαδημίας σήμερα, τον Αντώνη Κουνάδη, που ομιλεί και για τα αιώνια, τα αναλλοίωτα, αυτά που καθορίζουν την ταυτότητά μας, που βρίσκονται μέσα στην ψυχή μας, που διασώζονται μέσα στους ήχους και στα νοήματα της μοναδικής μας γλώσσας, που καθρεφτίζονται στην ιστορία και τους αγώνες μας. Ο Αντώνης Κουνάδης τολμά να μιλήσει για όλα όσα οι περισσότεροι κουβαλούμε μέσα στην ψυχή μας. Κι ίσως γι’ αυτό ενοχλεί ορισμένους τόσο... αλλά δεν πειράζει, γιατί αυτοί που εμπνέονται από το ήθος και το έργο του, είναι ασύγκριτα περισσότεροι.

Νικος Παπαποστολου

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ