ΒΙΒΛΙΟ

Ο τελματωμένος άνθρωπος χορεύει «τανγκό» με την ίδια του τη φύση

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΑΖΛΟ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΪ
Το Τανγκό του Σατανά
μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου
εκδ. Πόλις, σελ. 420

Τα μυθιστορήματα του Λάζλο Κρασναχορκάι μας έρχονται στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις με κάπως... αντίστροφη σειρά. Πρώτα διαβάσαμε το αριστουργηματικό «Πόλεμος και πόλεμος» (1999), στη συνέχεια την επίσης πολύ καλή «Μελαγχολία της αντίστασης» (1989), ενώ τώρα έχουμε στα χέρια μας «Το τανγκό του Σατανά» (1985), βιβλίο το οποίο αποτέλεσε και ντεμπούτο του Ούγγρου συγγραφέα. Οχι πως αυτή η πορεία μας ενοχλεί, μιας και πάντα έχει ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις τις ρίζες της τεχνικής, το αρχικό παίδεμα του δημιουργού. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για κάποιον σαν τον Κρασναχορκάι, με λόγο τόσο δουλεμένο και ιδιαίτερο, που συνήθως απαιτεί όλες τις πνευματικές δυνάμεις του αναγνώστη.

Το «Τανγκό», φαινομενικά, είναι ένα από τα πιο σκοτεινά, μελαγχολικά βιβλία που έχουν εμφανιστεί στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών. Οι χαρακτήρες, ο τόπος, η ατμόσφαιρα είναι όλα τόσο σαρωμένα και μολυσμένα από την παρακμή που απορείς και μόνο με την ικανότητά τους να στέκονται όρθια. Κι όμως αυτός ο ζόφος κρύβει μέσα του μια υποδόρια κωμωδία· τη δύναμη εκείνη που τροφοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη κόντρα στο χάος του σύμπαντος. Σε κάποιο απομακρυσμένο χωριουδάκι της Ουγγαρίας, οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι φυτοζωούν, δίχως πραγματική δουλειά ή ελπίδες για το μέλλον. Βυθισμένοι στον αλκοολισμό και τις γελοίες ραδιουργίες, προσπαθούν απλά να επιβιώσουν κάνοντας ακόμα ένα βήμα προς τον θάνατο. Μια μέρα ωστόσο δυο άνδρες που όλοι θεωρούσαν νεκρούς επιστρέφουν ξαφνικά για να φέρουν μια τρελή ελπίδα. Βρίσκοντας αποκούμπι ειδικά στον ένα τους, οι κάτοικοι τον ανακηρύσσουν περίπου Μεσσία, έτοιμοι να τον ακολουθήσουν στη μοναδική σωτηρία.

Ο Κρασναχορκάι μας βάζει, ως συνήθως, σε έναν κόσμο όπου το ασταθές και το παράλογο δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά κανόνα. Ο δάσκαλος δεν έχει μαθητές, ο γιατρός δεν έχει ασθενείς και το καπηλειό συνεχίζει να μαζεύει ιστούς αράχνης, παρότι ο απελπισμένος ιδιοκτήτης του δεν έχει δει ποτέ ούτε ίχνος από τα έντομα. Σε έναν κόσμο που άλλαξε βίαια –ιδεολογικά, οικονομικά, ψυχολογικά κ.ο.κ.– οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να ακολουθήσουν με τις δικές τους δυνάμεις. Στην αλληγορία του βιβλίου η πίστη στα συλλογικά ιδανικά ή ακόμα και στον ίδιο τον Θεό έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα. «Αν μέχρι τώρα ήταν αιχμάλωτος του μηχανοστασίου, και του συνεταιριστικού αγροτικού οικισμού, στο εξής θα ήταν ο υπηρέτης του ρίσκου· αν μέχρι τώρα τον τρομοκρατούσε η σκέψη ότι μια μέρα δεν θα ήξερε πώς ν’ ανοίξει αυτή την πόρτα ή ότι το παράθυρο δεν θα άφηνε να μπει μέσα το φως, τώρα είχε καταδικάσει ο ίδιος τον εαυτό του να είναι αιχμάλωτος κάποιου αιώνιου μομέντουμ, ενός μομέντουμ το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να το χάσει κι αυτό», διαβάζουμε σε κάποιο σημείο. Σε μεγάλο βαθμό αυτό είναι και το «Τανγκό», η μάχη του ανθρώπου κόντρα στην ίδια του τη φύση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ