ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1919 ο Γεώργιος Α. Βλάχος ήταν 33 ετών. Γιος του διπλωμάτη και συγγραφέα Αγγελου Βλάχου, είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Η μόρφωσή του ήταν εκείνη ενός φιλομαθούς νέου που έλαβε –κατά τη συνήθεια ευπόρων οικογενειών της εποχής– μαθήματα κατ’ οίκον, χωρίς να σπουδάσει, παρά τα μετέπειτα γραφέντα, σε Πανεπιστήμιο. Oντας δημόσιος υπάλληλος, άρχισε να στέλνει άρθρα σε εφημερίδες, ενώ το 1914 ανέλαβε για λίγο την έκδοση του περιοδικού «Παναθήναια». Δύο χρόνια αργότερα, πεπεισμένος βασιλόφρων, εντυπωσίασε με την ανοικτή επιστολή του, από την εφημερίδα «Χρόνος», προς τον Γάλλο ναύαρχο Φουρνέ (ο οποίος ζητούσε από την κυβέρνηση των Αθηνών να του παραδοθεί ο βαρύς οπλισμός)· τίτλος της επιστολής: «Μολών λαβέ!».

Oταν οι Αγγλογάλλοι κατέλυσαν το κράτος των Αθηνών και επεκράτησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Βλάχος εξορίστηκε στη Σκόπελο. Η εξορία του έληξε δύο χρόνια αργότερα και στις 15 Σεπτεμβρίου 1919, ενώ κυριαρχούσε ο Βενιζέλος και ίσχυε ο στρατιωτικός νόμος, μια νέα εφημερίδα γεννιόταν, «Η Καθημερινή». Ο τίτλος δεν ήταν καινούργιος, ήταν όμως εμπορικός. Μια βραχύβια εφημερίδα με τίτλο «Καθημερινή» (χωρίς το άρθρο) είχε προϋπάρξει στην Αθήνα το 1887-88. Ευτυχώς για τη νέα εφημερίδα, ο Βλάχος επέλεξε τελικά αυτόν τον ουδέτερο τίτλο και όχι τον ιδεολογικά βεβαρημένο «Δικέφαλος αετός», τον οποίο σκεπτόταν αρχικά να της δώσει.

Στο πρώτο φύλλο της νέας εφημερίδας δημοσιεύεται κύριο άρθρο, το οποίο ο Βλάχος υπογράφει με τα καταστάντα θρυλικά αρχικά Γ.Α.Β. Τίτλος του άρθρου: «Ενώ αργούν αι συνταγματικαί ελευθερίαι». Το περιεχόμενο του άρθρου εκείνου δεν ορίζεται μόνο από όσα γράφει, αλλά και από τα λευκά κενά αράδων που αφαίρεσε η λογοκρισία. Ρεαλιστής δημοσιογράφος ο Βλάχος και με πολιτική κρίση, γνώριζε ότι σε κάθε αυταρχικό καθεστώς πάντοτε θα υπάρχουν ρωγμές ή μεταπτώσεις στη χαλαρότητα, οι οποίες θα επιτρέπουν σε μια εφημερίδα να δώσει τη μάχη και να επηρεάσει τις εξελίξεις· άλλωστε, μια εφημερίδα αντιπαλεύει τον αυταρχισμό και με την ποιότητα του λόγου της, αλλά και με την ποιότητα του μη καθαρά πολιτικού περιεχομένου της· κάτι που δεν φαίνεται να υπολόγισε η κόρη του Ελένη Βλάχου όταν έκλεισε τις εφημερίδες της το 1967, καθώς την εξουσία κατέλαβαν οι «άξεστοι επαρχιώται συνταγματάρχαι».

Γράφει, λοιπόν, ο Γεώργιος Α. Βλάχος σ’ εκείνο το υπόδειγμα ρεαλισμού πρώτο άρθρο της «Καθημερινής»: «Εμφανιζόμενοι εν ημέραις πλήρους αργίας των συνταγματικών ελευθεριών έχομεν σαφή την επίγνωσιν των δυσχερειών προς ας έχομεν να παλαίσωμεν. Θα διατηρήσωμεν το δικαίωμα του ελέγχου των κυβερνητικών πράξεων, εφ’ όσον η εξάσκησις του δικαιώματος αυτού είναι δυνατή και θ’ αποφύγωμεν κατά δύναμιν την διαρκή και τόσω συνήθη παράταξιν των λευκών στηλών, αι οποίαι αντιπροσωπεύουν εις τα όμματα ενθουσιώντος κοινού το θάρρος των προς την Κυβέρνησιν αντιφρονούντων. […] Και θα προτιμήσωμεν μάλλον, υποβάλλοντες εαυτούς εις δυσβάστακτον μαρτύριον υπομονής να παρουσιάζωμεν την εφημερίδα ταύτην αρτίαν». Και καταλήγει, αναφέροντας ότι πρόγραμμα της εφημερίδας του θα ήταν η Αλήθεια. «Αλλ’ η Αλήθεια, αφ’ ότου έγινεν υπάλληλος του Κράτους, δεν επιτρέπεται να δημοσιογραφή. Ανευ προγράμματος λοιπόν, και εν αναμονή ημερών περισσοτέρας ελευθερίας και ολιγωτέρων φιλελευθέρων θα ζήση, μίαν έχουσα την Ελπίδα και εν διατηρούσα το Ονειρον: Να συμβάλη κάποτε, με όσας δημιουργήση δυνάμεις εις την ευτυχίαν της Ελλάδος».

* Το κείμενο γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2016.

Η «πρώτη σκέψις» των συνεξόριστων

Εις τα 1918, εις την παραλίαν της Σκοπέλου, κοντά εις το «παληό καράβι» –ήτο ένα καράβι το οποίον επεσκευάζετο κάπου εκεί– ενώ οι εξόριστοι, ο Σπυρίδων Λάμπρος, ο Τσαλδάρης, ο Τριανταφυλλάκος, ο Καλλιμασιώτης, ο Ράλλης, ο Ζαλοκώστας, ο Υψηλάντης, έκαμναν τον μελαγχολικόν νυκτερινόν τους περίπατον, ο Γεώργιος Μπαλτατζής έλεγε προς τον συνοδόν του:

– Αμα με το καλό γυρίσσουμε, να βγάλετε εφημερίδα, θα σας βοηθήσωμε όλοι, θα είναι η εφημερίς του αγώνος, θα υποστηριχθή από όλον τον κόσμον, θα σταθή…

Ητο η πρώτη ιδέα, η πρώτη σκέψις, ο θεμέλιος λίθος της «Καθημερινής».
«Η Καθημερινή», 15/9/1939

Τα πρώτα φύλλα

Η «Καθημερινή» εστεγάσθη από του Σεπτεμβρίου του 1919 μέχρι του Νοεμβρίου του 1925 εις την επί της οδού Μαυρομιχάλη οικίαν Τσαλδάρη. Το πρώτον της φύλλον εξετυπώθη εις τα πιεστήρια του «Αστέρως», του μακαρίτου Μπουλαχάνη και επώλησε, παρ’ όλην την προηγηθείσαν διαφήμισιν και τους φίλους οι οποίοι ηγόρασαν και πενήντα και εκατόν φύλλα μαζί, 6.700 φύλλα εν όλω. Εις το τέλος της πρώτης εβδομάδας η κυκλοφορία της είχε πέσει εις τα 1.600 φύλλα και μόνο μετά τον τρίτον, τέταρτον μήνα, χάρις εις τα πρακτικά της γινομένης τότε δίκης του Επιτελείου, έφθασε τας 4.000. Τον Οκτώβριον του 1920 κατέκτα την πρώτην κυκλοφορίαν, την οποίαν εκράτησε μέχρι της 14 Σεπτεμβρίου 1922, ότε επεκράτησε η Επανάστασις.

«Η Καθημερινή», 15/9/1939


Η πρώτη γελοιογραφία της «Κ» (22 Σεπτεμβρίου 1919) σατίριζε τις αράδες που αφαιρούσε η λογοκρισία.

Ο πρώτος μήνας

Η «Καθημερινή» έκλεισε χθες τον πρώτον μήνα του δημοσιογραφικού της βίου· αν ο πρώτος αυτός μην υπήρξεν ο τραχύτερος εις προσπαθείας και κόπους, υπήρξεν όμως και δημιουργός των πρώτων δεσμών, οι οποίοι ασφαλίζουν το μέλλον της. Ούτω θα χωρήση προς το μέλλον αυτό διά μέσου όλων των πολλών δυσχερειών, τας οποίας σπείρει προ των βημάτων της εδώ μεν άμιλλα ευγενής, εκεί δε ο φθόνος. Και χωρίς να κάμη χρήσιν ουδενός εκ των μέσων τα οποία δημιουργούν θόρυβον επικερδή εις βάρος του κύρους και των αρχών της, θα προσπαθήση ημέρα τη ημέρα να κερδίση την κοινήν εκτίμησιν και να συνδεθή προς το ελληνικόν δημόσιον με δεσμούς αρρήκτους, δεσμούς των οποίων τους πρώτους κρίκους εσφυρηλάτησε το βραχύ παρελθόν της.
«Η Καθημερινή», 16/10/1919

1939: «Ενήλιξ και στρατεύσιμος πλέον»

 […] Κατά τα είκοσι αυτά χρόνια, κατά τα οποία έγραφε [το άρθρον του Διευθυντού] δι’ όλους και όλα και εκάκισε και ύμνησε και παρέσυρε και παρεσύρθη, δεν ήλθε μία ημέρα, δεν εστάθη μία στιγμή κατά την οποίαν να δηλώση αδυναμίαν. Και η στιγμή αυτή φαίνεται ότι έφθασε: Σήμερον καλείται να γράψη δι’ εαυτήν, να ενθυμηθεί την ιστορίαν της, την δράσιν της, τους αγώνες της, να υμνήση τους καλούς καιρούς της νεότητος που επέρασαν, να υποστηρίξη τον εαυτόν της. Και το έργον δεν είναι απλώς δυσχερές, είναι αδύνατον. Επάνω εις το δημοσιογραφικόν χαρτί, το οποίον προεκάλει άλλοτε εύκολον την σκέψιν, και εύρισκε πλήθος λέξεων, φράσεων, ιδεών διά να το παραδόσουν εις ολίγην ώραν χειρόγραφον, σταματά τώρα ο νους αδρανής και αργός.

Η «Καθημερινή»!...

Πώς να την ενθυμηθή κανείς και πώς να γυρίση οπίσω εις τα τρομακτικά και θαυμάσια, εις τα χαρμόσυνα και τα πένθιμα χρόνια που έχουν περάσει, πώς να συλλάβη κανείς το πλήθος των σκιών αι οποίαι περιπλανώνται εδώ, γύρω εις το ίδιον γραφείον και ν’ ακούση κανείς το πλήθος τας ιαχάς και τους θριάμβους και τα χειροκροτήματα που βοούν ακόμη ως μακρινός αντίλαλος κάποιου κόσμου νεκρού, κάποιας υπό τους ωκεανούς μυθικής Ατλαντίδος;

Ωσάν καθρέπτης του οποίου εθάμβωσε το κρύσταλλον ο καιρός και δεν γνωρίζει αν υπάρχη διά να κατοπτρίζη το παρόν ή να ενθυμίζη τα περασμένα η στήλη αυτή αισθάνεται σήμερον, διά πρώτην φοράν, την αδυναμίαν της: Να ενθυμηθή; Να ελπίση; Να γράψη τι υπήρξε; Να παρουσιάση τι είναι;… Δύσκολα τα πράγματα.

Την ιδίαν ιστορίαν, καλά τουλάχιστον, δεν έχει γράψει κανείς και κανείς δεν έχει εκφωνήσει τον πανηγυρικόν του σπουδαίον. Ας σταθή λοιπόν σήμερον και, όπως ο κατάκοπος οδοιπόρος ο οποίος νομίζει ότι αποτελεί σταθμόν κάποια καμπή της οδού, ας αναπαυθή. Σήμερον άρθρον δεν έχει, ούτε των δέκα, ούτε των δώδεκα, ούτε των τριών στηλών, ούτε των δύο. Εχει αργίαν. Εις το γραφείον όπου είκοσι έτη έγινεν πόλεμος, άρθρον, εργασία, αγών, θ’ αναφθούν φώτα, θα ευτρεπισθούν τα έπιπλα με στοργήν, και θα γίνη υποδοχή.

Θα έλθη πάλιν ευθυτενής και, ωχρός, ο Δημήτριος Γούναρης, θα καθήσουν δίπλα του ο Νικόλαος Θεοτόκης, ο Πρωτοπαπαδάκης, ο Μπαλτατζής, θα χτυπήση νευρικά τα χέρια του επάνω στο τραπέζι ο Στράτος, θα θυμώση ο Στάης, θα ακουσθή του Τσαλδάρη ήρεμος η φωνή, θα υψωθεί ιδεολόγος υπέρ τους ανθρώπους και τους καιρούς ο Δραγούμης, θ’ αναπαυθή κάπου, κολοσσός καλωσύνης και ευφυΐας, ο Δεμερτζής, και μαζύ των ο Χατζηανέστης, ο Εξαδάκτυλος, ο Στρατηγός, τόσοι φίλοι, τόσοι άνθρωποι, τόσαι σκιαί! Και θα γίνη έτσι, μεταξύ μας, υποδοχή.

Φύλλα του φθινοπώρου

Θα ενθυμηθώμεν τα παλαιά, τα βάσανά μας, τους αγώνας μας, την Ελλάδα. Θα συζητήσωμεν, θα διαφωνήσωμεν, θα ελπίσωμεν όπως άλλοτε και θα σκορπίσωμεν έπειτα γύρω μας, ωσάν τα φύλλα του φθινοπώρου, τας χιλιάδας των φύλλων της εφημερίδος αυτής που περιέλαβαν άλλου ολόκληρον την νεότητα και άλλου ολόκληρον την ζωήν…

Και από σήμερον, όντας ενήλιξ και στρατεύσιμος πλέον η «Καθημερινή» –αφού εισέρχεται εις το εικοστόν πρώτον έτος της ηλικίας της– κληθή υπό τα όπλα διά νέους δρόμους και νέους αγώνας, με το σφρίγος της ιδικής της ακμής και την ορμήν των χρόνων των ιδικών της, θα προσπαθήση να υπηρετήση, όπως άλλοτε, όπως πάντοτε, την Ελλάδα. […]
Γ. Α. Βλάχος, «Η Καθημερινή», 15/9/1939

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ