ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

BOGDAN TEODORESCU
Το Στιλέτο
μτφρ. Μιχάλης Μητσός
εκδ. Πόλις, σελ. 380


Το γεγονός ότι ο συγγραφέας Μπόγκνταν Τεοντορέσκου είναι δημοσιογράφος, πρώην υφυπουργός Τύπου και ΜΜΕ, εξηγεί την τόσο ρεαλιστική μεταφορά των διαλόγων.

Σε άρθρο γνώμης στην εφημερίδα Wall Street Journal, ο συγγραφέας και ειδικός στα ρουμανικά ζητήματα, Τομ Γκάλαχερ, έγραφε πριν από 6 χρόνια: «Τα ρουμανικά ΜΜΕ –κάποτε τα πιο ανοιχτόμυαλα που μπορούσε κάποιος να βρει στην πρώην ΕΣΣΔ– βρίσκονται και πάλι κάτω από τον έλεγχο ανθρώπων που επιδίδονται σε μαζικές επαγγελματικές “εκτοπίσεις” δημοσιογράφων όταν γραφτεί κάτι δυσάρεστο για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Ρουμανία». 

Σε άλλο άρθρο του Economist, τo 2013, η Ιοάνα Αβαντάνι, από τον ρουμανικό οργανισμό για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, εκτιμούσε ότι ένας συνδυασμός παραγόντων οδήγησε το δημοσιογραφικό περιεχόμενο των ρουμανικών ΜΜΕ σε αξιακή παρακμή: «Η ποιότητα των δημοσιογράφων, η δουλειά των οποίων αντανακλά το πρόβλημα της εκπαίδευσης, ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες που ζητούν όλο και περισσότερο κουτσομπολίστικα και γενικώς χαμηλής ποιότητας θέματα προκειμένου να αυξήσουν τις κυκλοφορίες, και τέλος η απουσία αποτρεπτικών μέτρων. 

Η Ρουμανία ποτέ δεν σκέφτηκε να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα για την Παιδεία στα ΜΜΕ», λέει η κ. Αβαντάνι ,«κι αυτό που έχουμε τώρα είναι μια συμπαραγωγή ανεκπαίδευτου κοινού, ανεκπαίδευτων δημοσιογράφων και χαμηλής ποιότητας εκδότες. Η τέλεια συνταγή καταστροφής».

O συγγραφέας Μπόγκνταν Τεοντορέσκου χρησιμοποιεί όλα τα συστατικά αυτής της «τέλειας συνταγής» και, με αφορμή μια σειρά από δολοφονίες Ρομά οι οποίοι έχουν ποινικά μεμπτό παρελθόν, σκιαγραφεί τον κοινωνικοπολιτικό καμβά της σύγχρονης Ρουμανίας. Στο νουάρ μυθιστόρημα «Το Στιλέτο» εμφανίζονται –χωρίς σειρά προτεραιότητας– όλες οι καθοριστικές εξουσίες και οι μηχανισμοί τους, μαζί με το... λειτούργημα του δημοσιογράφου και εκπροσώπους του είδους να διαπλέκονται κατά τρόπον απεχθή και αδιέξοδο. Ενας ατελής και διεφθαρμένος διοικητικός μηχανισμός, ανίκανος όχι μόνο να υπηρετήσει αλλά και να αντιληφθεί το δημόσιο συμφέρον, δημοσιογράφοι ταυτισμένοι με το κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό κόμμα που προσπαθούν να κρατήσουν την καριέρα ή απλώς τη δουλειά τους, πολίτες που ψηλαφίζουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν δοκιμασμένους τρόπους επιβίωσης επί ΕΣΣΔ σε ένα «σύγχρονο» ευρωπαϊκό περιβάλλον, δημιουργούν έναν πολτό αδιέξοδης αγωνίας για το μέλλον. Το γεγονός ότι στη Ρουμανία ζουν περίπου δύο εκατομμύρια Ρομά (το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη) δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να προσθέσει την αναγκαία εθνοτική πινελιά στο συνολικό πρόβλημα.

Η αλήθεια είναι ότι αν δεν υπήρχε το «νήμα» των σφαγμένων Ρομά, το «Στιλέτο» θα μπορούσε να ανήκει και στην κατηγορία του «χρονικού». Δεν περιγράφει τίποτα περισσότερο από μια πραγματικότητα, η οποία θα μας ήταν γνωστή από δημοσιογραφικά άρθρα και θεσμικές ενημερώσεις εάν, βεβαίως, υποθέσουμε ότι ως Ελληνες ενδιαφερόμασταν για κάτι περισσότερο από τα τεκταινόμενα στο δικό μας γαλατικό χωριό ή έστω φανταζόμασταν ότι υπάρχουν κι άλλες χώρες με προβλήματα εκτός από τη δική μας.

Το γεγονός ότι ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και έχει διατελέσει υφυπουργός Τύπου και ΜΜΕ εξηγεί την τόσο ρεαλιστική μεταφορά διαλόγων και σκηνών, όπου αποτυπώνεται μια πολιτικοδημοσιογραφική καθημερινότητα η οποία αναδεικνύει τις σχέσεις μεταξύ των δύο λειτουργημάτων. Τις «αμαρτωλές» σχέσεις, σύμφωνα τουλάχιστον με έναν μάλλον ξεχασμένο κώδικα δεοντολογίας.

Οι ομοιότητες

Ελληνες δημοσιογράφοι, Ελληνες πολιτικοί, Ελληνες πολίτες –Ρομά ή όχι– θα αναγνωρίσουν σίγουρα ιδίαν πραγματικότητα αφού δεν υπάρχει βαλκανικό ζήτημα και ιδιοσυγκρασία που να μην μπαίνει στο «τραπέζι» των 380 σελίδων του «Στιλέτου», μαζί με τις αγωνίες που δημιούργησαν στις πρώην ανατολικές κομμουνιστικές χώρες οι προσπάθειες και η μεγάλη τους επιθυμία να ενταχθούν στον παράδεισο των δυτικοευρωπαϊκών θεσμών, για να βρεθούν αντιμέτωπες με ανοίκεια πολιτική ορθότητα, ατομική ελευθερία και κανόνες δικαίου.

Η θρησκευτική συγγένεια, επίσης, ίσως μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε την κοινή μας ορθόδοξη μεμψιμοιρία, ένα μικρό δείγμα της οποίας μπορούμε να πάρουμε από τη φράση που περιλαμβάνεται σε άρθρο δημοσιογραφικής περσόνας του βιβλίου: « [...] Πριν από δύο χρόνια, με την τύχη που κατά παράδοση μας χαρακτηρίζει, πληγήκαμε από πλημμύρες. Σπίτια παρασύρθηκαν από τα κύματα, πολλοί άνθρωποι έγιναν φτωχότεροι από πριν, θρηνήσαμε νεκρούς. Καταστράφηκαν σοδειές, ήρθαν νέες δυστυχίες [...]».

Ή μπορεί να την αναγνωρίσουμε στο γεγονός ότι, με ευκαιρία την ανάληψη της ευρωπαϊκής προεδρίας (1η Ιανουαρίου 2019) από τη Ρουμανία, ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Μίχαϊ Φιφόρ δήλωσε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη χώρα ως «δεύτερης κατηγορίας». Ο λόγος γι’ αυτήν την πικραμένη δήλωση είναι ότι οι Ευρωπαίοι έχουν επανειλημμένως ασκήσει κριτική στο Βουκουρέστι για τις χλιαρές προσπάθειες αντιμετώπισης της έντονης διαφθοράς σε υψηλά κλιμάκια του διοικητικού μηχανισμού...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ