ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δημήτρης Κατσούδας: Μια κριτική αποτίμηση της συμφωνίας Ελλάδας - ΠΓΔΜ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ*

Η υπογραφή της συμφωνίας στις Πρέσπες, στις 17 Ιουνίου 2018.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θεωρώ υποχρέωσή μου, που πηγάζει τόσο από την πολυετή μου ενασχόληση με την ιστορία του θέματος, όσο και από την ιδιότητά μου ως γενικού γραμματέα Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών (2007-2009) που ασχολήθηκε ενεργώς με το θέμα, να καταθέσω μία πρώτη, ατελή ασφαλώς, γνώμη για την πρόσφατη συμφωνία επίλυσης των διαφορών Ελλάδος και ΠΓΔΜ. Είχα και προσωπικώς ασχοληθεί με το αντικείμενο στο πλαίσιο των καθηκόντων μου: για παράδειγμα είχα την ευθύνη επί τρία συναπτά έτη τροποποίησης των Εκθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ΠΓΔΜ, κάτι που πιστεύω έκανα αποτελεσματικά προς όφελος της Ελλάδος. Μετέβην επίσης σε ειδική αποστολή στην Ουάσιγκτον, τον Ιανουάριο του 2008, όπου, θέλω να πιστεύω, προλείανα σημαντικά το έδαφος και εγώ για την αποδοχή, έπειτα από λίγους μήνες, των θέσεων της Ελλάδος κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι.

Η γενική μου εντύπωση από την προσεκτική ανάγνωση της συμφωνίας είναι θετική μεν ως προς σειρά σημείων, ιδίως ως προς την περιγραφή άρσης δραστηριοτήτων αλυτρωτισμού και επίσης θετική στο δεύτερο μέρος, όπου προβλέπονται πολλαπλοί τρόποι ενίσχυσης της διακρατικής συνεργασίας.

Θεωρώ όμως –και είναι προσωπική μου άποψη αυτή– ότι ο γεωγραφικός προσδιορισμός του ονόματος δεν είναι η καταλληλότερη επιλογή, καθώς σειρά ομοεθνών πληθυσμών χωρίζονται ή χωρίζονταν σε δύο κράτη ή περιοχές με γεωγραφικούς προσδιορισμούς (Βόρεια - Νότια Κορέα, Βόρεια - Νότια Οσετία, Βόρεια - Νότια Ηπειρος, παλαιότερα Βόρειο - Νότιο Βιετνάμ, Βόρεια - Νότια Υεμένη κ.ο.κ.). Ολες δε αυτές οι περιοχές είναι, ή υπήρξαν, ως γνωστόν, εστίες διαφωνιών ή συγκρούσεων. Αλλά εφόσον από το 2008 ο γεωγραφικός προσδιορισμός ήταν διακομματική απόφαση της Βουλής των Ελλήνων (πλην ΛΑΟΣ) δεν θα επιμείνω σε αυτό ελπίζοντας ότι δεν θα καταστεί αιτία σοβαρών προβλημάτων.

Θεωρώ, όμως, άκρως προβληματική και, να μου επιτρέψετε να πω, εντελώς αδικαιολόγητη, τη μη προσαρμογή της ιθαγένειας σε βορειομακεδονική (North Macedonian) και, αντίθετα, την επιλογή του όρου που υπήρξε το μήλον της έριδος: «μακεδονική». Επιπλέον, η «μακεδονική» ιθαγένεια ως όρος περιορίζει την ευρύτητα του erga omnes που η συμφωνία προβλέπει ως προς το όνομα. Σημειώνω πως οι αντιρρήσεις μου δεν επεκτείνονται, όπως άλλων, στη χρήση του όρου «μακεδονική» για τη γλώσσα, καθώς στη Μακεδονία ομιλείται μόνον η ελληνική και διευκρινίζεται στη συμφωνία ότι η «μακεδονική» ανήκει στις νότιες σλαβικές γλώσσες. Αλλωστε, η γλώσσα αυτή πήρε ιστορικά το συγκεκριμένο προσωνύμιο απλώς από τη χρήση της μόνο στον ευρύτερο χώρο της οθωμανικής Μακεδονίας. Ωστόσο, προτιμότερος θα ήταν ο όρος σλαβομακεδονική (ή έστω, αμετάφραστο, το makedonski). Το θέμα λοιπόν της ταυτότητας και της γλώσσας που η συμφωνία επιτρέπει να χαρακτηρίζονται απλώς «μακεδονικές» έχει δικαιολογημένα, κατά τη γνώμη μου, προκαλέσει (υπερβολική πάντως) ανησυχία τόσο σε πολιτικά κόμματα όσο και κυρίως στον ελληνικό λαό.

Εφόσον η συμφωνία, ιδίως στο δεύτερο μέρος αυτής, ασχολείται ενδελεχώς, πράγμα θετικό, με την παράθεση πολλαπλών τρόπων διακρατικής συνεργασίας σε πλείστους τομείς, κατάπληξη προκαλούν οι πρόνοιες και οι μακρές μεταβατικές περίοδοι για την εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 1, παράγραφος 3θ΄ σχετικά με την προσαρμογή εμπορικών ονομασιών, εμπορικών σημάτων και επωνυμιών. Εδώ θα ήταν αναγκαίες άκρως συγκεκριμένες και πρακτικές λύσεις, ιδιαιτέρως δε πολύ συντομότερες μεταβατικές περίοδοι εφαρμογής μη υπερβαίνουσες το ένα έτος. Ηδη, ο εμπορικός κόσμος της Θεσσαλονίκης και της υπόλοιπης Μακεδονίας δικαίως διαμαρτύρεται, προβλέποντας τα επερχόμενα προβλήματα. Γι’ αυτό, ανεξαρτήτως των προνοιών της συμφωνίας, θα πρότεινα, καίτοι αναρμόδιος για τα εμπορικά θέματα, την ανεύρεση λύσεων στα ανωτέρω πρόβλημα το συντομότερο δυνατόν παρά την τριετή μεταβατική περίοδο που προβλέπει η συμφωνία.

Ενα άλλο σημαντικό αρνητικό της συμφωνίας είναι ότι δεν επιδιώχθηκε κάποιας μορφής τριτεγγύηση είτε από την Ε.Ε. είτε από το ΝΑΤΟ, δεδομένης της φημολογούμενης ανάμειξής τους στην επίτευξη της συμφωνίας, ώστε να μην είναι δυνατή η υπαναχώρηση των Σκοπίων σε περίπτωση ένταξης της ΠΓΔΜ στους θεσμούς αυτούς. Εντούτοις, πρακτικώς, μια τέτοια υπαναχώρηση δεν είναι εξαιρετικά πιθανή. Κατ’ αρχάς η μακρά ενταξιακή διαδικασία στην Ε.Ε. και το σταδιακό άνοιγμα κεφαλαίων δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα σε βάθος χρόνου να ελέγχει εάν τηρείται η συμφωνία ή όχι και, επιτέλους, να αρνηθεί τότε την ένταξη της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε. αν η συμφωνία παραβιάζεται. Η διαδικασία αυτή είναι πολυετής και στο μεταξύ οι πρόνοιες της συμφωνίας θα έχουν πιστεύω παγιωθεί στη συνείδηση του πληθυσμού της χώρας αυτής.

Τούτων λεχθέντων, δεν είναι και λίγα τα θετικά σημεία της συμφωνίας για όποιον κάνει τον κόπο να τη διαβάσει. Εν πρώτοις, και μόνο το γεγονός ότι ένα κράτος αλλάζει τη συνταγματική του ονομασία (καθώς και το ίδιο σύνταγμά του), για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, για να λύσει ένα ζήτημα με ένα όμορο κράτος, είναι ένα σημαντικότατο βήμα. Αλλά τα θετικά δεν περιορίζονται εκεί. Κατ’ αρχάς, αναφέρεται ρητά στο προοίμιο της συμφωνίας ότι το υφιστάμενο σύνορο μεταξύ των δύο κρατών είναι διεθνές, πάγιο και διαρκές και είναι απαραβίαστο. Θεωρώ επίσης σημαντικό το γεγονός ότι εξαλείφεται τελείως ο όρος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» τόσο σε διεθνές όσο και σε διακρατικό επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε ότι οι περισσότερες χώρες, συμπεριλαμβανομένων όλων των ισχυροτέρων, αναγνωρίζουν σήμερα ως «Μακεδονία» τη γείτονα χώρα. Ας είμαστε ειλικρινείς: το όνομα της Μακεδονίας είχε υφαρπαγεί. Οι πάντες χρησιμοποιούσαν το όνομα αυτό για το γειτονικό κράτος. Με τη συμφωνία, όσο επώδυνη και να είναι για εμάς η χρήση του ως σύνθετου, πρακτικώς το όνομα επιστρέφει στην Ελλάδα, μαζί με την ιστορία και τον πολιτισμό του που επίσης είχε επιχειρηθεί να υφαρπαγούν από τη γείτονα. Και μόνο αυτό είναι τόσο κεφαλαιώδους σημασίας που η επίγνωσή του –και μόνον αυτή– θα καταστούσε επιθυμητή την ανά χείρας συμφωνία παρά τα σοβαρά μειονεκτήματα τα οποία ανέφερα. Σημαντική είναι και η υποχρεωτική απομάκρυνση κάθε λογής συμβόλων που αναφέρονται στον μακεδονικό ελληνικό πολιτισμό, καθώς και η αλλαγή σε σχολικά βιβλία και στην εν γένει ιστορική αφήγηση, που οδηγεί στη δημιουργία νέων γενεών μη εθισμένων στη χρήση τέτοιων παραποιήσεων.

Δεν πρέπει να παραβλέπεται και η σημασία του 2ου μέρους της συμφωνίας που δημιουργεί μια στρατηγική συνεργατική σχέση μεταξύ Ελλάδος και ΠΓΔΜ. Χωρίς να επιδεικνύω σοβινισμό, υπογραμμίζω ότι συνήθως σε περιπτώσεις τέτοιων στρατηγικής φύσεως συνεργασιών το de facto κυρίως επωφελούμενο μέρος είναι το ισχυρότερο, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάς. Η επίκληση της ανωτέρω συνεργασίας δεν είναι μάλιστα αορίστου μορφής, αλλά δημιουργούνται όργανα και θεσμοί προώθησης και συντονισμού της, όπως η πρόβλεψη κατάρτισης συγκεκριμένου σχεδίου δράσης και η θέσπιση ενός Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, επικεφαλής του οποίου τίθενται οι δύο πρωθυπουργοί.

Η συνεργασία επεκτείνεται σε πλήθος τομέων τους οποίους παρέλκει να αναφέρουμε εδώ. Προβλέπεται δε η δημιουργία μιας κοινής υπουργικής επιτροπής που θα συντονίζει το επιτελούμενο έργο.

Θεωρώ σημαντική επίσης την εμβάθυνση της αστυνομικής συνεργασίας και τη στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας (άρθρο 16). Το άρθρο αυτό είναι σημαντικότερο απ’ ό,τι φαίνεται, αν θυμηθούμε τα μείζονα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της όξυνσης της προσφυγικής κρίσης στα σύνορα με την ΠΓΔΜ. Σημειώνω με ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι το άρθρο 17, που προβλέπει την περαιτέρω αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών, αποτελεί ένα θετικό βήμα, δεδομένης της έως τώρα εκμετάλλευσης της κρίσης μεταξύ Ελλάδος και ΠΓΔΜ από την Τουρκία, ώστε η τελευταία να διεισδύσει στρατιωτικώς στη βόρειο γείτονα.

Από τα ανωτέρω συνάγεται πιστεύω ότι τόσο η δαιμονοποίηση όσο και οι ενθουσιώδεις έπαινοι για τη συμφωνία Αθηνών - Σκοπίων είναι υπερβολικές. Η εν λόγω συμφωνία έχει σημαντικές παραλείψεις τόσο αναφορικά με το ίδιο το όνομα (προσωπική μου γνώμη) όσο και στον τομέα περιγραφής της ιθαγένειας, της γλώσσας κ.λπ. Περιέχει εντούτοις τα βασικά ζητούμενα αλλαγής ονόματος, συντάγματος και την εγκατάλειψη του αλυτρωτισμού. Τέλος, θετικό είναι ότι εγκαινιάζει μία πολύπλευρη στρατηγική συνεργασία με τη γείτονα χώρα.

*Ο κ. Δημήτρης Κ. Κατσούδας διετέλεσε, μεταξύ άλλων, γ.γ. Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ΥΠΕΞ (2007-2009) και παλαιότερα πολιτικός σύμβουλος (1987-1991) του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ