ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ώρα στη Νέα Υόρκη ήταν 10.30 το πρωί, για την Ελλάδα νωρίς το απόγευμα. Στο βάθος της συζήτησης, που έγινε μέσω Skype, με τον χορογράφο Ουίλιαμ Φορσάιθ, ακουγόταν ένας επαναλαμβανόμενος ήχος από φερμουάρ που ανοιγόκλειναν. Σκέφτηκα ότι καθώς μιλούσαμε ετοίμαζε εκείνη την τεράστια τσάντα που συνήθως κουβαλούν οι χορευτές όταν πηγαίνουν στις πρόβες – γεμάτη ρούχα, παπούτσια του χορού, ελαστικούς επιδέσμους και πολλά μπουκάλια με νερό. Δεν ήταν αυτό.

Οπως είπε στο τέλος πια της συνέντευξης, είχε μόλις επιστρέψει από την Καλιφόρνια, όπου διδάσκει. Γι’ αυτό άνοιγε τις βαλίτσες του. Ηταν λοιπόν ο πανεπιστημιακός δάσκαλος της τέχνης, αυτός που είχε τον πρώτο λόγο στη συγκεκριμένη κουβέντα, ο εβδομηντάχρονος σοφός του χορού που, παρά το τζετ λαγκ και την κούραση, έκανε χιούμορ. «Πώς είναι η δουλειά σας ως καθηγητή;» τον ρώτησα πριν κλείσουμε. «Υπέροχη», μου απάντησε. «Το πανεπιστήμιο είναι πολύ καλό, κι εγώ απολαμβάνω την σκέψη των δεκαεπτάχρονων».

Χορευτική ζωή

Η λέξη «απολαμβάνω» μπαίνει συχνά στον λόγο του Φορσάιθ. Οταν ήταν παιδί απολάμβανε τον χορό μιμούμενος φιγούρες από ταινίες του ’40 που έβλεπε στη τηλεόραση, και τις χορογραφίες του Φρεντ Αστέρ. Οταν χόρευε στα κλαμπ κατά τη διάρκεια των τρομερών αμερικανικών σίξτις, απολάμβανε τη μουσική και τη δυνατότητα να κάνει, μέσω του χορού, καινούργιους φίλους. Οταν στα είκοσί του έφυγε για την Ευρώπη και έγινε χορευτής των Μπαλέτων της Στουτγάρδης, απολάμβανε τη μαθητεία σε μια διαφορετική κουλτούρα και μετά τις πρόβες συνέχιζε να χορεύει μόνος του στο σπίτι του.

Το ίδιο έκανε κι όταν έγινε διευθυντής στο Μπαλέτο της Φρανκφούρτης και αργότερα απέκτησε τη δική του λαμπρή χορευτική ομάδα. Εξακολουθεί να χορεύει μόνος του παντού. Διάγει, όπως λέει ο ίδιος, μια χορευτική ζωή, την οποία διαχωρίζει από τη χορευτική σταδιοδρομία, παρότι είναι ένας από τους ζώντες μύθους του σύγχρονου χορού, ένας περιζήτητος καλλιτέχνης που έπειτα από πολλά χρόνια στην Ευρώπη επέστρεψε πλέον στην πατρίδα του. Σε λίγες ημέρες φιλοξενείται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση η παράσταση «A quiet evening of dance», διεθνής συμπαραγωγή του Ιδρύματος, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το περασμένο φθινόπωρο και έλαβε διθυραμβικές κριτικές.

Προτού διακόψουμε τη σύνδεση, τον ευχαρίστησα για την επικοινωνία κι εκείνος ευχήθηκε να είχα απολαύσει την κουβέντα μας. Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτήν τη λέξη. Παρά την αμεσότητά του, ο Φορσάιθ –που οι φίλοι του φωνάζουν Μπίλι– δεν είναι εύκολος συνομιλητής. Οι απαντήσεις του, όπως οι χορογραφίες του, όπως εντέλει ο τρόπος σκέψης του, είναι μετρημένες και ολιγόλογες. Το απόσταγμα μιας μακράς και πλούσιας μαθητείας στον χορό, που δεν διατυπώνεται για να σε βολέψει. Αν παρ’ όλα αυτά η ερώτηση επιμείνει, απαντά: «Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα. Για να καταλάβετε τι εννοώ, θα έπρεπε να σας το χορέψω».

Οσον αφορά την παράσταση «A quiet evening of dance», πρόκειται για τέσσερις χορογραφίες, που αποτελούνται από δύο νέα κομμάτια και δύο καινούργιες εκδοχές παλιότερων έργων του ρεπερτορίου του. Ρωτώντας τον πώς δουλεύει μια νέα χορογραφία, λέει: «Οταν ξεκινώ να δουλεύω κάτι, προσπαθώ πάντα να ανακαλύψω διαφορετικούς τρόπους για να το κάνω. Γιατί δεν υπάρχει μόνον ένας τρόπος να γίνονται τα πράγματα, ακόμη και τα πιο κλασικά. Συνήθως έχω μια ιδέα, ξεκινώ τη διαδικασία, αλλά ποτέ δεν την τελειώνω. Οι χορευτές με τους οποίους συνεργάζομαι, ολοκληρώνουν τη χορογραφία. Στον χορό δεν είσαι ποτέ μόνος».


Ουίλιαμ Φορσάιθ. Ο εβδομηντάχρονος σοφός του χορού διδάσκει σε πανεπιστήμιο και εξακολουθεί να χορεύει μόνος του παντού
Δεν αισθάνεται λοιπόν μοναξιά ο χορευτής, που, όπως συμβαίνει στην παράσταση την οποία θα παρακολουθήσουμε, χορεύει χωρίς την υποστήριξη της μουσικής, υπό τον ήχο κελαηδισμάτων πουλιών και της αναπνοής του; «Αντιθέτως», διευκρινίζει. «Επάνω στη σκηνή οι χορευτές νιώθουν πολύ άνετα όταν υπάρχει ησυχία.

Συντονίζονται με τη σιωπή και επάνω της “κουρδίζουν” την κίνησή τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους θεατές, οι οποίοι σε μια τέτοια παράσταση σέβονται απόλυτα τη συνθήκη, προσηλώνονται και γίνονται ιδιαίτερα προσεκτικοί».

Το μυστήριο

Ωστόσο, και παρά τη λιτότητα του Φορσάιθ, ο σύγχρονος χορός μάς έχει δείξει τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να γίνει εξαιρετικά πολυδιάστατος. Οι παραστάσεις συνδυάζουν στοιχεία άλλων τεχνών, όπως το θέατρο και τα εικαστικά, θυμίζοντας περισσότερο περφόρμανς στις οποίες η κίνηση δεν πρωταγωνιστεί αλλά απλώς συμπράττει. «Κοιτάζοντας το σύγχρονο ρεπερτόριο, νομίζω ότι υπάρχει πολύ δράμα, πολύ θέαμα. Σε αυτή την παράσταση προσπάθησα να μην κάνω το ίδιο. Ηθελα να περιορίσω τον “θόρυβο” στη σκηνή. Αλλωστε, είμαι αρκετά ηλικιωμένος πια και μου αρέσει η ησυχία», σχολιάζει μιλώντας για το «A quiet evening of dance».

«Πιστεύετε λοιπόν ότι το μπαλέτο χρειάζεται ένα καινούργιο λεξιλόγιο προκειμένου να επιβιώσει κατά τον 21ο αιώνα;» τον ρωτάω. «Το μπαλέτο βασίζεται σε μια ακαδημαϊκή φόρμα και για μένα δεν τίθεται θέμα ανανέωσης. Είναι ακριβώς όπως το αλφάβητο, κι εμείς είμαστε οι εκδότες. Παρ’ όλα αυτά, μόνον ο χρόνος θα δείξει αν θα ξεπεραστεί ως καλλιτεχνική έκφραση».

– Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στον χορό;
– Η γεωμετρία του και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα (patterns).

– Τι φτιάχνει κατά τη γνώμη σας έναν καλό χορογράφο;
– Το ίδιο θα πω. Για μένα, η γοητεία των επαναλαμβανόμενων μοτίβων.

– Και τι φτιάχνει ένα σπουδαίο χορευτή;
– Αυτό αποτελεί μυστήριο. Ο χορευτής είναι το προϊόν της ευφυούς σχέσης του με το σώμα του. Σώμα και μυαλό μαζί, δύο αδιαχώριστα πράγματα.

​​«Α quiet evening of dance», Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, 6-10/2.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ