ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΝΤΟΝΙΟ ΝΤΙ ΜΠΕΝΕΝΤΕΤΟ
«Σάμα»
μτφρ. Αννα Βερροιοπούλου
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 304


Το βιβλίο είναι η πνοή ενός μονολόγου που διαρκώς κονταίνει, καθώς διανύει την απόσταση 50 ολιγοσέλιδων κεφαλαίων.

Τώρα που μια μερίδα της κριτικής βρίσκεται κάτω από ένα βαρύ φύλλωμα λέξεων, ενώ μια άλλη αρκείται σε λίγες πρόχειρες αράδες και μια φωτογραφία του εκάστοτε βιβλίου δίπλα σε μια κούπα με αχνιστό καπουτσίνο, αναρωτιέμαι πώς θ’ αντιδράσει στην ελληνική κυκλοφορία του «Σάμα», 62 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση. «Αριστούργημα», θ’ αποφανθεί και ύστερα θα ρουφήξει μια γερή γουλιά καφέ, ακόμη κι αν ο Σάμα πίνει μάτε.

Αριστούργημα, ομολογώ με τη σειρά μου, αφού εκμεταλλεύομαι την αίγλη ενός κρυμμένου κειμένου που μόλις κατάφερε ν’ αποδράσει από τον τόπο καταγωγής του –καθώς μεταφράστηκε πρόσφατα από τα ισπανικά στ’ αγγλικά– και είναι εξίσου σπουδαίο με την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Μπιόι Κασάρες ή τον «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο, για ν’ αναφέρω δύο βιβλία που έχουν ίδιο αίμα με το μυθιστόρημα του Αντόνιο ντι Μπενεντέτο.

Ο Σάμα, ο νομικός σύμβουλος της ισπανικής αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα, θυμίζει τους μνηστήρες της ελληνικής λογοτεχνίας, εμάς: χαμένoς κάπου στην ενδοχώρα της Νότιας Αμερικής, νοσταλγεί τη σύζυγο και το σπιτικό του, μα δεν παύει να ποθεί τις γυναίκες που συναντά στον δρόμο του, με μια παιδιάστικη απληστία για ανεκπλήρωτους έρωτες, παράγωγο της αναγκαστικής του εγκράτειας, που ενώνεται με τον μόνιμο κυνισμό του.

Στην πραγματικότητα, στεκόμαστε πλάι στον Σάμα, πάνω σε μια σχεδία που γλιστράει στην έρημο και δεν πηγαίνει πουθενά. Αν κι εμείς, λίγο σαν φαντάσματα, λίγο σαν σκιές, λίγο σαν υπνοβάτες, επιχειρούμε ν’ ακολουθήσουμε την αντίθετη πορεία, αφού προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τη μικρή φόρμα (το σπίτι μας), αναζητώντας το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα (την απέραντη χώρα), επειδή πνιγόμαστε στη μικρή φόρμα και η μεγάλη φόρμα φαντάζει ικανή να συστεγάσει την ασταμάτητη φλυαρία μας με την ελευθερία που νιώθουμε όταν ξεστομίζουμε μια φράση, ακαριαία.

Πιθανώς, ξεχνάμε πως η απλωτή κίνηση που αντιδρά σε μια δειλή μικροσκοπική χειρονομία, πολλές φορές δημιουργεί έναν κυματισμό που στρέφεται εναντίον μας: αναπάντεχα, η μεγάλη κίνηση μικραίνει και γίνεται το κουκούτσι ενός εξωτικού φρούτου, ενώ η μικρή γίνεται μεγάλη, απέραντη, μια έρημος μέσα στο σπίτι μας.

Τι είναι ο «Σάμα» λοιπόν; Η πνοή ενός μονολόγου που διαρκώς κονταίνει, καθώς διανύει την απόσταση 50 ολιγοσέλιδων κεφαλαίων που σχηματίζουν μια ήπειρο 270 σελίδων, η οποία καταλήγει να έχει το «μέγεθος ενός φέρετρου», όπως γράφει ο Μπολάνιο στον «Σενσίνι» –το διήγημα που σύστησε πλαγίως τον Ντι Μπενεντέτο στο ελληνικό κοινό– ή μήπως μια λιτανεία λέξεων, καταδικασμένη σε θάνατο;

Ο Σάμα λέει: «Θέλω να επιστρέψω στην πηγή, στη δική μου πηγή, μα δεν έχω δυνάμεις πια. Τη νύχτα στάθηκα κάτω από τον ουρανό κι άξαφνα ο ουρανός άστραψε από έναν κεραυνό. Τότε είδα μια λέξη εκεί ψηλά, μια λέξη που υπήρχε ακόμη και τη μέρα, μα εγώ αρνιόμουν να δω. Τώρα όμως φωτιζόταν, λες και είχε μαζευτεί πράσινο χορτάρι γύρω από ένα τάφο. Hταν η λέξη Προσμονή. Κατάλαβα πως δεν θα έβλεπα ξανά τη γυναίκα μου, τη Μάρτα».

Η γλώσσα του Ντι Μπενεντέτο έχει εκείνο το ακριβές ύφος που είναι κοφτερό και μαζί μαλακό, όπως το γρασίδι που δείχνει τρυφερό, αλλά ο μίσχος του είναι αιχμηρός.

Το τρίπτυχο

Καθώς περιγράφει το κατρακύλισμα του Σάμα, τη σταδιακή του πτώση –από τις παρενέργειες που προκαλεί η περιορισμένη του εξουσία το 1790, στην ηθική εξαθλίωση το 1794, μέχρι την περιπλάνηση στο δάσος το 1799, εκεί όπου το πρόσωπο του Διαβόλου σβήνει μέσα στο πρόσωπο του Θεού–, το βιβλίο χτίζεται όπως ένα όνειρο σε τρία μέρη, όπως ένας εφιάλτης, φυλακισμένος σε τρία όνειρα: κομμάτια μέρας, κομμάτια νύχτας, παράγραφοι μιας ανάσας, αράδες σαν λαχάνιασμα, λέξεις φόβου, όλα εγκαταλελειμμένα σε κεφάλαια που μοιάζουν με χαλίκια, τα οποία κάποιος αφήνει στο χώμα καθυστερημένα, όταν ξέρει πως έχει χάσει τον δρόμο του.

Συγκαιρινός με τον «Πάραμο», μεταγενέστερος του «Μορέλ», άραγε τι άμεση επιρροή θα μπορούσε ν’ ασκήσει ο «Σάμα», αν είχε αποκαλυφθεί στην ώρα του; Ισως τούτη η κοφτερή «σταθερότητα νευροχειρουργού» –για ν’ αναφέρω ξανά τον Μπολάνιο– θα είχε την ικανότητα να μπολιάσει την ντόπια λογοτεχνία μ’ ένα στοιχείο που διαρκώς χάνει· το δικαίωμα να βρίσκεται ταυτόχρονα σε διαφορετικές ζώνες της αντίφασης, που είναι το πιο λαμπερό χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας, το αστέρι της: σκληρότητα, πειθαρχία, αφέλεια, απελπισία.

Ποια είναι, λοιπόν, η σημασία ενός κριτικού σημειώματος με καθυστέρηση δεκαετιών; Καμία, όσο κι αν κάποιος παλεύει να δώσει στη μικρή του ιδέα την όψη ενός φρούτου, όσο κι αν προσπαθεί να φτιάξει την ψίχα για να κρύψει το κουκούτσι που βρίσκεται στο κέντρο του. Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, δεν είναι καν κριτική: «Οι επερχόμενες γενεές λησμονούν ή δοξάζουν. Μόνο ο κριτικός δικάζει με τον συγγραφέα παρόντα». Μια ρουφηξιά ίσως να ήταν πιο αποτελεσματική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ