ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

ΚΚΕ, το κακομαθημένο παιδί της Μεταπολίτευσης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​Μεταπολίτευση όφειλε στο ΚΚΕ, αν όχι μια συγγνώμη, σίγουρα σεβασμό. Οχι για τις πολιτικές επιλογές του, που ειδικά εκείνες των ετών 1944-1949 ήταν τραγικές και συνέβαλαν στο ανώμαλο κλίμα της περιόδου, ούτε για το ότι υπήρξε το πιο φιλοσοβιετικό και σταλινικό κόμμα της δυτικής Ευρώπης.

Η Μεταπολίτευση όφειλε σεβασμό στο ΚΚΕ για τις αμέτρητες θυσίες που υπέστησαν οι οπαδοί και τα μέλη του από τις πρώτες κιόλας στιγμές του πολιτικού του βίου. Θυσίες, βάσανα και διωγμοί άλλοτε για σκοπούς «δικαιωμένους» από την Ιστορία και άλλοτε για «πουκάμισα αδειανά».

Τον σεβασμό αυτό, οι πολιτικές ηγεσίες της Μεταπολίτευσης τον επέδειξαν και με το παραπάνω. Κατ’ αρχάς, χωρίς κανένα δισταγμό, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πράττοντας το αυτονόητο, νομιμοποίησε το ΚΚΕ το 1974. Στη συνέχεια, η οφειλόμενη από καιρό αναγνώριση της εαμικής εθνικής αντίστασης, που πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1982, αποτέλεσε πράξη υψηλής συμβολικής σημασίας και δικαίωσης για την Αριστερά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1989, την ώρα που ο κομμουνισμός διεθνώς γκρεμιζόταν παταγωδώς, ο Κώστας Μητσοτάκης επέλεξε να συγκυβερνήσει με το ΚΚΕ. Το ίδιο έτος, το ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε ομοφώνως την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου, κλείνοντας την τελευταία πληγή στις σχέσεις ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο ελληνικό κράτος.

Από τον πολύ σεβασμό, όμως, φαίνεται πως το ΚΚΕ έγινε το παραχαϊδεμένο παιδί της Μεταπολίτευσης. Μπορεί να λέει και να ψηφίζει ό,τι θέλει, να επιτίθεται στα άλλα κόμματα όπως νομίζει και η στάση του σπανίως να γίνεται αντικείμενο κριτικής. Μόλις κάποιος του ασκήσει την παραμικρή κριτική, η ηγεσία και τα στελέχη του ωρύονται περί αντικομμουνισμού, σαν κακομαθημένα παιδιά που δεν γίνεται το δικό τους.

Πολλοί θα ισχυριστούν πως πρόκειται για ένα απομονωμένο κόμμα που προσομοιάζει περισσότερο σε θρησκευτική σέκτα παρά σε σύγχρονο πολιτικό οργανισμό, οπότε γιατί να ασχολούμαστε; Λάθος! Πρόκειται για ένα κόμμα που συμμετέχει στο Κοινοβούλιο και συνδιαμορφώνει την κοινή γνώμη. Δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο.

Οποιος έχει λίγο ασχοληθεί με την ιστορία του ΚΚΕ μένει άναυδος από τον σημερινό κυνισμό του στο θέμα της συμφωνίας των Πρεσπών. Το 1924 το ΚΚΕ, ακολουθώντας τη γραμμή της Κομιντέρν, τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας. Λόγω αυτής της θέσης, το ΚΚΕ περιθωριοποιήθηκε πολιτικά και περιχαρακώθηκε εκλογικά, ενισχύοντας στην πράξη τα επιχειρήματα των αντιπάλων του που υποστήριζαν πως ήταν ένα «ξενοκίνητο» και «σλαβόφιλο» κόμμα. Λίγους μήνες μετά την απόφαση για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας, το 1925, η δικτατορία του Πάγκαλου έθεσε το ΚΚΕ εκτός νόμου. Αργότερα ο νόμος 4229 του 1929, γνωστότερος ως «Ιδιώνυμο», ψηφίστηκε προκειμένου να τιμωρήσει με ποινή φυλάκισης όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικράτειας ή ενέργεια υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμού». Ουσιαστικά, φωτογραφίζονταν το ΚΚΕ, τα στελέχη και οι οπαδοί του. Χρειάστηκε να περάσει μία δεκαετία για να αλλάξει το ΚΚΕ την απόφασή του, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα το σφάλμα του και να υιοθετήσει μια νέα θέση που δεν αναφερόταν σε ανεξάρτητη Μακεδονία.

Προς το τέλος του Εμφυλίου, τον Ιανουάριο του 1949, το ΚΚΕ έλαβε εκ νέου μια «αψυχολόγητη» απόφαση. Η 5η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής δήλωσε γεμάτη αυτοπεποίθηση πως «σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του έτσι όπως το θέλει ο ίδιος». Η απόφαση αυτή οδήγησε εκατοντάδες στελέχη και οπαδούς του κατευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για χρόνια, το μετεμφυλιακό κράτος επικαλούνταν τη συγκεκριμένη απόφαση προκειμένου να υποστηρίξει την αντικομμουνιστική στάση του. Οι δηλώσεις μετανοίας είχαν ως μόνιμη επωδό τους την αποκήρυξη της 5ης Ολομέλειας.

Το ΚΚΕ έφτασε σε ωρίμανση στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οταν ξέσπασε η κρίση του ονοματολογικού στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μέσα στο κύμα του έξαλλου εθνικισμού αποτέλεσε μια φωτεινή εξαίρεση. Με νηφαλιότητα διατύπωσε τη θέση για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, όταν οι μακεδονομάχοι έτρεχαν αλαφιασμένοι στις πλατείες και όλα τα πολιτικά κόμματα υποτάσσονταν στις επιθυμίες των αδιάλλακτων ή των τυχοδιωκτών.

Τώρα, τα «γύρισε» και πάλι, αλλά από την ανάποδη. Με την επιθετική στάση του και άρνησή του έναντι της συμφωνίας των Πρεσπών, προκειμένου να κάνει σκληρή αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα. Υιοθέτησε χωρίς ενοχές τον εθνικολαϊκισμό. Για άλλη μία φορά, τα πάντα υποτάχθηκαν στις σκοπιμότητες της συγκυρίας.

Τι κρίμα για τη μνήμη τόσων ανθρώπων που θυσιάστηκαν στον βωμό της γραμμής του ΚΚΕ στο παρελθόν! Τελικά, αν το ΚΚΕ θέλει οι άλλοι να σέβονται την ιστορία του, ας φροντίσει πρωτίστως να τη σέβεται η εκάστοτε ηγεσία του.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα (Ινδία).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ