ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Κλειδί» οι εκλογές για την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην Ελλάδα

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το μεγάλο ζήτημα για την Ελλάδα είναι η επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης και οι εκλογές φέτος θα είναι πολύ σημαντικές σε αυτό το μέτωπο, σημειώνουν σε συνέντευξή τους στην «Κ» ο επικεφαλής αξιολογήσεων της Fitch για την Ελλάδα, Μισέλ Ναπολιτάνο και η κ. Κριστίνα Τορέγια, επικεφαλής τραπεζικής ανάλυσης του οίκου. Οπως προσθέτουν, η κατάσταση των ελληνικών τραπεζών είναι καθοριστική για την αξιολόγηση της χώρας, τονίζοντας πως η εξαιρετικά χαμηλή ποιότητα του ενεργητικού, τα κεφάλαια, η αδύναμη ρευστότητα και κερδοφορία επιβαρύνουν σημαντικά τις προοπτικές του κλάδου.

– Κύριε Ναπολιτάνο, ποιες είναι οι εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της Ελλάδας από το σημερινό «ΒΒ-» με σταθερές προοπτικές;
– Οι εξελίξεις σε τρεις τομείς θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θετική αξιολόγηση της Ελλάδας. Ο πρώτος αφορά το μακροοικονομικό περιβάλλον, δηλαδή να υπάρξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι η οικονομική ανάκαμψη εδραιώνεται. Ο δεύτερος τομέας αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις: η επίτευξη περαιτέρω πρωτογενών πλεονασμάτων και η απόδειξη ότι ακόμη και μετά την έξοδο από το πρόγραμμα η Ελλάδα διατηρεί πειθαρχία στις δημοσιονομικές πολιτικές. Ο τρίτος είναι οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα. Η απόδειξη ότι τα NPEs μειώνονται θα ήταν θετική εξέλιξη για την αξιολόγηση. Μόλις έχουμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των σχεδίων που έχουν προτείνει ΤΧΣ και ΤτΕ, και εάν δούμε ότι οδηγούν σε επιτάχυνση της μείωσης των NPEs, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη για μια θετική αξιολόγηση.


Εναπόκειται στον ΟΔΔΗΧ να κρίνει πόσο ευνοϊκές είναι οι συνθήκες της αγοράς. Tο ελληνικό κράτος δεν χρειάζεται
πραγματικά να βγει στις αγορές. Εχει ένα μεγάλο cash buffer και πολύ χαμηλές χρηματοδοτικές ανάγκες, λέει ο Μισέλ Ναπολιτάνο.

– Κατά την άποψή σας, η Ελλάδα χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ;
– Το βασικό ζήτημα για την Ελλάδα είναι η επενδυτική εμπιστοσύνη. Η Ελλάδα έχει ιστορικό πολιτικής αστάθειας, η οποία έχει οδηγήσει σε αντιστροφή πολιτικών και αυτό έχει κάνει τους επενδυτές πολύ επιφυλακτικούς. Οι επενδύσεις έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τα επίπεδα προ κρίσης και έτσι ακόμη και μία μερική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αρκετά απότομη ανάκαμψη των επενδύσεων. Οι εκλογές του τρέχοντος έτους θα είναι πολύ σημαντικές σε αυτόν τον τομέα. Εάν, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, υπάρχει συνέχεια της πολιτικής, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα για την Ελλάδα. Θα κάνει τους επενδυτές να κατανοήσουν ότι η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει πειθαρχία στις οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές, ακόμη και εκτός του προγράμματος.

– Εκτιμάτε πως οι συνθήκες της αγοράς αυτή τη στιγμή είναι ευνοϊκές για να προχωρήσει η Ελλάδα σε μία νέα έκδοση ομολόγου;
– Εναπόκειται στον ΟΔΔΗΧ να κρίνει πόσο ευνοϊκές είναι οι συνθήκες της αγοράς. Ωστόσο από την πλευρά μας, θα ήθελα να σημειώσω ότι το ελληνικό κράτος δεν χρειάζεται πραγματικά να βγει στις αγορές. Εχει ένα μεγάλο cash buffer και πολύ χαμηλές χρηματοδοτικές ανάγκες. Πάντως, στο κατώτερο σημείο της καμπύλης, 5 χρόνια, οι αποδόσεις σήμερα φαίνονται πιο ευνοϊκές από ό,τι στον δεκαετή ορίζοντα. Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο ΟΔΔΗΧ θέλει να βγει στις αγορές είναι για να στείλει ένα μήνυμα στους επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι σε θέση να αξιοποιήσει την πρωτογενή αγορά όταν το θέλει.

– Η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2019 θα μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά από τις εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά συνταξιούχων και δημόσιων υπαλλήλων;
– Στο παρελθόν, παρά τις δικαστικές αποφάσεις η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους χρησιμοποιώντας τον δημοσιονομικό χώρο. Θα πρέπει να συζητήσουμε με τις ελληνικές αρχές ποιο είναι το Plan Β τους σε περίπτωση που οι αποφάσεις τελεσιδικήσουν, ποιο θα ήταν το δημοσιονομικό κόστος και πώς σκοπεύει να το αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. H Fitch εκτιμά πως η Ελλάδα φέτος θα σημειώσει πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ. Ακόμη και αν αυτό μειωθεί, δεν θα ήταν αναγκαστικά αρνητικό για την αξιολόγηση της χώρας.

– Περνώντας στην κ. Τορέγια, η οποία ειδικεύεται στις ελληνικές τράπεζες. Γιατί η Fitch αξιολογεί τον κλάδο με «CCC», πολλές βαθμίδες χαμηλότερα από ό,τι την Ελλάδα;
– Οι αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών παραμένουν περιορισμένες λόγω της εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας του ενεργητικού και του υψηλού κεφαλαιακού βάρους από τα μη καλυπτόμενα από προβλέψεις περιουσιακά στοιχεία, με τον σχετικό δείκτη να παραμένει αρκετά πάνω από το 100% για τις περισσότερες τράπεζες. Οι αξιολογήσεις αντανακλούν επίσης χαμηλή ρευστότητα, έστω και αν έχει σημειωθεί βελτίωση, και την αδύναμη κερδοφορία. Το μεγάλο απόθεμα προβληματικών περιουσιακών στοιχείων επιβαρύνει σημαντικά τις προοπτικές κερδοφορίας των τραπεζών κατά την άποψή μας.

– Τα σχέδια του ΤΧΣ και της ΤτΕ για τη μείωση των κόκκινων δανείων αρκούν για να αφαιρέσουν την αβεβαιότητα γύρω από τον κλάδο;
– Τα σχέδια που έχουν προτείνει οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στις αξιολογήσεις μας. Σε περίπτωση που προχωρήσουν θα είναι ένας παράγοντας που θα αλλάξει τα δεδομένα για τον κλάδο καθώς ένα μεγάλο μέρος των NPEs θα βγει από τους ισολογισμούς των τραπεζών, υπό την προϋπόθεση ότι οι τράπεζες θα κάνουν εκτεταμένη χρήση αυτών των σχεδίων. Αυτό, κατά την άποψή μας, θα βοηθήσει στην επιτάχυνση της εξυγίανσης της ποιότητας του ενεργητικού, θα φέρει σταθερότητα, επιτρέποντας στις τράπεζες να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και τελικά να στηρίξουν την οικονομία. Τονίζω ωστόσο πως θεωρούμε ότι υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι εκτέλεσης στα σχέδια αυτά και επιπλέον υπάρχουν πολλές άγνωστες λεπτομέρειες ώστε να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε τον αντίκτυπο στο συνολικό πιστωτικό προφίλ των τραπεζών.

– Πότε εκτιμάτε πως η βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών θα αρχίσουν να γίνονται ορατές;
– Αν δεν υπάρξει μια συστημική λύση για την αντιμετώπιση των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων, οι βελτιώσεις στους ισολογισμούς των τραπεζών θα πάρουν χρόνο. Επίσης, οι επιπτώσεις των σχεδίων των ελληνικών αρχών δεν αναμένεται να γίνουν ορατές το 2019, αλλά μεσοπρόθεσμα. Αναμένουμε ότι η μείωση των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων θα συνεχιστεί τα επόμενα τρία χρόνια –λαμβάνοντας υπόψη και τους στόχους των τραπεζών για τα NPEs– λόγω των χαμηλότερων εισροών NPEs και των πωλήσεων χαρτοφυλακίων. Το τελευταίο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συνεχιζόμενη σταθερότητα του ελληνικού λειτουργικού περιβάλλοντος, τον κλάδο των ακινήτων και την όρεξη των επενδυτών για τα ελληνικά προβληματικά περιουσιακά στοιχεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ