ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λέτε να είχε περάσει από το μυαλό του Τζορτζ Ουάσιγκτον, τις δύο εβδομάδες που έκανε να πάει από το Μάουντ Βέρνον της Βιρτζίνια μέχρι τη Νέα Υόρκη για να αναλάβει τα προεδρικά του καθήκοντα, ότι το προεδρικό αξίωμα που πρώτος αναλάμβανε το 1789 θα απασχολούσε σήμερα ολόκληρο τον κόσμο;

Αποκλείεται λένε, κατηγορηματικά, οι ιστορικοί Αντρέ Κασπί και Ελέν Αρτέ που υπογράφουν το βιβλίο «Οι Αμερικανοί Πρόεδροι», το οποίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Σώτης Τριανταφύλλου και ανήκει στη σειρά «Ιδέες & Πολιτική» που διευθύνει ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος.

Οι Γάλλοι ιστορικοί, με ειδίκευση στην ιστορία των ΗΠΑ, παραδίδουν έναν συμπυκνωμένο τόμο στον οποίο περιγράφουν την εξέλιξη του προεδρικού αξιώματος από την εποχή του Τζορτζ Ουάσιγκτον μέχρι τον Ντόναλντ Τραμπ και τη μεταμόρφωση της Αμερικής από μια ένωση πολιτειών με διαφορετικά συμφέροντα και επιδιώξεις σε παγκόσμια υπερδύναμη.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ο αμερικανικός εμφύλιος, το στοίχημα της ενιαίας διακυβέρνησης, το κραχ του 1929, το New Deal, η άρση του απομονωτισμού, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και o Ψυχρός Πόλεμος είναι μερικά από τα ορόσημα που έκαναν τους Τζέφερσον, Λίνκολν, Ρούζβελτ, Τρούμαν, Αϊζενχάουερ, να εγγραφούν στη συλλογική μνήμη, ενώ πρόεδροι όπως οι Μάντισον, Χάρισον, Πολκ, Τέιλορ, Πιρς, Κλίβελαντ πέρασαν στη λήθη της Ιστορίας. Οι συγγραφείς εξετάζουν επίσης την προεδρία σε σχέση με τα ΜΜΕ, την εμφάνιση της τηλεόρασης, τον ρόλο των «πρώτων κυριών» και των αντιπροέδρων, τις τηλεμαχίες των υποψηφίων και τις νέες τεχνολογίες που χρησιμοποίησαν με διαφορετικό τρόπο οι Ομπάμα και Τραμπ.

Προσοχή, όμως, το βιβλίο δεν αποτελεί μια συρραφή μίνι προεδρικών βιογραφιών. Τα πρόσωπα είναι σημαντικά, αλλά ο βίος τους εξετάζεται στον βαθμό που επηρέασε την ενίσχυση του προεδρικού αξιώματος ή την ανάπτυξη της ίδιας της Αμερικής και των σχέσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Για τον σύγχρονο Ευρωπαίο αναγνώστη, που γνωρίζει την Αμερική ως ντε φάκτο υπερδύναμη, το έργο των δύο ιστορικών δίνει τα κλειδιά για να ανοίξει τα υπόγεια της αμερικανικής δημοκρατίας και να δει από μέσα τη δομή ενός συστήματος που ναι μεν παράγει «πλανητάρχες», αλλά μπορεί την ίδια στιγμή να τους «αποβάλει» ή τουλάχιστον να τους θυμίσει ότι δεν ανέχεται υπερεξουσίες.

New Deal

Ενα από τα πολιτικά σχέδια-ορόσημα στη μεταμόρφωση των ΗΠΑ και του προεδρικού αξιώματος ήταν, κατά τους ιστορικούς, το σχέδιο New Deal του Δημοκρατικού Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, με το οποίο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση που προκάλεσε το κραχ του 1929. Παράλυτος στα κάτω άκρα –κάτι που δεν είχε καμία σημασία τότε αφού τα ΜΜΕ δεν ασχολούνταν με την ιδιωτική ζωή των πολιτικών– ο Ρούζβελτ κερδίζει τις εκλογές του 1932 απέναντι στον Χέρμπερτ Χούβερ και βάζει τέλος στη ρεπουμπλικανική κυριαρχία στον Λευκό Οίκο που ξεκίνησε με τον Λίνκολν.

Ο «μαχητικός» πρόεδρος θέτει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε καιρό ειρήνης και «προκαλεί νομοθετική δραστηριότητα άνευ προηγουμένου» στις 100 πρώτες ημέρες της θητείας του. Το κράτος γίνεται εργοδότης, παρεμβαίνει ρυθμιστικά στην αγορά, νομοθετεί την κοινωνική ασφάλιση, ενισχύει τα συνδικάτα, εγγυάται κατώτατο μισθό, πενταπλασιάζει τους δημοσίους υπαλλήλους, δημιουργείται το Πεντάγωνο για τους στρατιωτικούς, προσλαμβάνονται οι πρώτοι «σύμβουλοι» του προέδρου και «αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας».

Ο Ρούζβελτ έσπασε τον απομονωτισμό της Αμερικής, έβαλε τις ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έκανε μυστικές συναντήσεις στην Καζαμπλάνκα, στην Τεχεράνη και στη Γιάλτα με τους πολιτικούς ηγέτες του πλανήτη. «Επειτα από δώδεκα χρόνια στην προεδρία, ο Ρούζβελτ συμβολίζει την Αμερική», παρατηρούν οι συγγραφείς και μετά τον θάνατό του οι νομοθέτες ψηφίζουν ώστε κανείς να μην μπορεί να εκλεγεί στο αξίωμα του προέδρου πάνω από δύο φορές.

Εφεξής, η στάση των κομμάτων έναντι του New Deal έγινε δομικό στοιχείο της πολιτικής ζωής στην Αμερική, ενώ ο Ρούζβελτ έστρωσε τον δρόμο για τον Χάρι Τρούμαν με τον οποίο, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, «οι ΗΠΑ γίνονται υπερδύναμη». Στη θητεία του εφαρμόζεται το Σχέδιο Μάρσαλ, οι ΗΠΑ διαδραματίζουν μείζονα ρόλο στον ΟΗΕ και στο ΝΑΤΟ, ο Ψυχρός Πόλεμος επιβάλλει την ιδέα της «εθνικής ασφάλειας», δημιουργείται η CIA, o πρόεδρος ελέγχει τα πυρηνικά όπλα, αλλά εξαπολύεται και ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον κομμουνιστών και των υποτιθέμενων συμμάχων τους στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Οι συγγραφείς ξαφνιάζουν με τους «κακούς» της Ιστορίας, τον Ρίτσαρντ Νίξον και τον Λίντον Μ. Τζόνσον, που συνδέθηκαν αντίστοιχα με το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ και τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Χωρίς να παραγνωρίζουν τη ζημιά που έκαναν στις ΗΠΑ οι δύο πολιτικοί, οι ιστορικοί δείχνουν και την άλλη όψη του νομίσματος. Για να μην τα αποκαλύψουμε όλα θα αναφέρουμε μόνο την περίπτωση του Νίξον, στον οποίο αποδίδουν την απαρχή της ιστορικής –και οικονομικά σωτήριας– συμφιλίωσης των ΗΠΑ με την κομμουνιστική Κίνα. Σε μια κρίσιμη φάση του Ψυχρού Πολέμου ο Νίξον πραγματοποιεί το «ραντεβού στο Πεκίνο» και συναντά τον Μάο Τσε Τουνγκ. Η πρωτοβουλία του Νίξον, υπογραμμίζουν οι συγγραφείς, θα μπορούσε να χαθεί στην άμμο αν δεν ακολουθούσαν το παράδειγμα του οι διάδοχοί του, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη εμπορική και οικονομική συμμαχία, γνωστή και ως «Κιναμέρικα».

Εικόνα και ΜΜΕ

Αξίζει να δούμε με ενδιαφέρον την αρχιτεκτονική του βιβλίου που χωρίζεται σε τρία μέρη. Στα πρώτα δύο έχουμε τους «Ιδρυτές Πατέρες» και τους «Μεταρρυθμιστές Προέδρους» που εξετάζουν στα κεφάλαιά τους τα πρόσωπα και το προεδρικό αξίωμα μέχρι και τον Αϊζενχάουερ. Το τρίτο μέρος που περιλαμβάνει την περίοδο από τον Κένεντι μέχρι τον Τραμπ τιτλοφορείται «Οι πρόεδροι της εποχής των ΜΜΕ», δίνοντας με αυτόν τον τρόπο το στίγμα της περιόδου, την «αποθέωση του storytelling».

Με τον Κένεντι, σημειώνουν οι συγγραφείς, ήταν η νίκη της «νιότης και της υλικής επιτυχίας», με τον Νίξον «από τα κουρέλια στα πλούτη», με τον Ρέιγκαν προβλήθηκε η «δυσπιστία προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση» και η δύναμη της πειθούς, με τον Ομπάμα «η φυλετική διαίρεση εξαφανίζεται» λένε, αν και θέτουν το ερώτημα κατά πόσον ήταν άνθρωπος των πολιτικών μηχανισμών του Σικάγο, όπως άλλοι προήλθαν από τους μηχανισμούς της Νέας Υόρκης και του Τέξας. Για τον Τραμπ υπογραμμίζουν, μεταξύ άλλων, ότι τα επόμενα χρόνια θα μάθουμε εάν είναι «ένα ούφο χωρίς μέλλον» ή αν εγκαινίασε μια καινούργια εποχή.

Πάντως, σε κάτι που θα συμφωνήσουμε όλοι είναι πως «η Αμερική δεν σταμάτησε να αλλάζει και να αλλάζει τον κόσμο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ