ΒΙΒΛΙΟ

«...καθάπερ ευνούχος τα ερωτικά περιεργαζόμενος και λιχνεύων...»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Η γυμνή κοιμωμένη» (1910-1915) του Αμερικανού ζωγράφου και εικονογράφου Ουόρεν Μπ. Ντέιβις (1865-1928).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Σ​​τον τόμο «Ερωτικαί Επιστολαί» του Αρισταίνετου, φροντισμένη έκδοση που κυκλοφόρησε εσχάτως από τον Gutenberg, περιλαμβάνονται πενήντα μυθοπλαστικές επιστολές με ερωτική θεματολογία.

Ο Αρισταίνετος, «γνωστός μας ελληνόφωνος λόγιος της Υστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κοντά στο λυκόφως του αρχαίου κόσμου, όταν ο χριστιανισμός έχει εγκαθιδρυθεί», σημειώνει ο μεταφραστής Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, «γράφει επιστολική λογοτεχνία, ακολουθώντας παλαιά μανιέρα και γλώσσα, με θεματικό άξονα τον έρωτα· και μάλιστα σε μια ποικιλία εκδοχών που ευρίσκονται επί το πλείστον στο εκτός γάμου και μονογαμίας πεδίο».

Κάναμε ένα παιχνίδι με τον κύριο Γκρι: του ζήτησα να διαλέξει στην τύχη μια επιστολή. Και αυτός άνοιξε στα τυφλά τον τόμο στη σελίδα 153, όπου και η μετάφραση (η έκδοση παραθέτει και το πρωτότυπο) της επιστολής 1.21. Ο τίτλος, προβοκατόρικος: «Για μια γυναίκα που επιτρέπει στον εραστή της τα πάντα εκτός από τη συνουσία».

«Από τις σχεδόν τετρακόσιες σελίδες αυτού του υπέροχου τόμου», του είπα με μια κάποια αγανάκτηση, «πήγες κι έπεσες στην επιστολή που μιλάει περί ανολοκλήρωτου σαρκικού έρωτα».

Ο Αριστομένης εξιστορεί στον Μυρωνίδη το πάθημα του Αρχιτέλη από το Φάληρο: Ο τελευταίος είναι ερωτευμένος με την Τελεσίππη. Μα εκείνη, «αφού πείστηκε μετά κόπων και βασάνων να συνάψει σχέση με τον νεαρό, του έβαλε το εξής παράδοξο όριο: “Μπορείς να χαϊδεύεις το στήθος μου”, του έλεγε, “να απολαμβάνεις τα πιο γλυκά φιλιά μου, και να με παίρνεις στην αγκαλιά σου εφόσον είμαι ντυμένη· αλλά να κάνουμε έρωτα μήτε να ζητάς μήτε να προσδοκάς, γιατί θα στενοχωρηθείς και θα χάσεις και αυτά που σου επιτρέπονται!”».

Ο Αρχιτέλης είναι τόσο ερωτευμένος (ή απελπισμένος ή και τα δύο αυτά μαζί) που αποδέχεται τον εξωφρενικό όρο της Τελεσίππης. Πλην όμως, τη ρωτάει προς τι τούτος ο περιορισμός. «Διότι η ερωτική πράξη», απάντησε εκείνη, «όσο την προσδοκά κανείς είναι γλυκιά, γοητευτική και πολύ λαχταριστή. Απαξ, όμως, και πραγματοποιηθεί, χάνει κάθε ενδιαφέρον».

Η Τελεσίππη φοβάται τον άστατο συναισθηματικό κόσμο των νεαρών ανδρών: μόλις κατακτήσουν το αντικείμενο του πόθου τους χάνουν το ενδιαφέρον τους. «Ή αυτό είναι μια δικαιολογία;» αναρωτιέται ο κύριος Γκρι. «Δεν ξέρω μήπως η Τελεσίππη γνωρίζει καλά ένα μυστικό: Post coïtum animal triste – μετά τη συνουσία κάθε ζώο αισθάνεται θλίψη. Κάτι που λαχταρούσαμε, τη στιγμή που το ζούμε, κάτι χάνουμε από αυτό, κάτι μας διαφεύγει, μας ξεγλιστρά σαν την άμμο, ανάμεσα στα δάχτυλα. Ισως η Τελεσίππη να μην το αντέχει αυτό. Το πρόβλημα δεν είναι πώς γδύνεσαι πριν· είναι πώς ντύνεσαι μετά».

Χμ, ναι, εντάξει. Αντε πες το αυτό στον Αρχιτέλη απ’ το Φάληρο, ο οποίος «ζει μαζί με τη γυναίκα των πόθων του, όπως ένας ευνούχος που περιεργάζεται ό,τι έχει σχέση με τον έρωτα και ξερογλείφεται». Η Τελεσίππη προτιμά την ασφάλεια του μεγάλου θανάτου της απραξίας από το ρίσκο που ενέχει αυτός ο μικρός θάνατος τον οποίο φέρει μέσα του ο ερωτικός σπασμός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ