Η Σίσσυ Καρακολίδου μάς υποδέχεται χαμογελαστή στην είσοδο μιας εντυπωσιακής μονοκατοικίας στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, από όπου μπορεί να αγναντέψει κανείς τη θέα ολόκληρης της πόλης. Στον λιτά διακοσμημένο χώρο ξεχωρίζει επιβλητική στη μέση του σαλονιού μια τραπεζαρία δώδεκα ατόμων και πίσω της μια μεγάλη, ανοιχτή μοντέρνα κουζίνα, όπου ο Ανδρέας Κλαυδιανός κάνει τις τελευταίες προετοιμασίες για το δείπνο που θα ακολουθήσει σε λίγες ώρες. 

Σεφ και οι δύο στο επάγγελμα, είναι άνετοι και φιλικοί και καταφέρνουν γρήγορα να μας κάνουν να νιώσουμε οικεία. Άλλωστε η φιλοξενία άγνωστων ανθρώπων στο σπίτι τους έχει γίνει πλέον μια ευχάριστη ρουτίνα για τους ίδιους. Πριν από έναν χρόνο περίπου, ο Ανδρέας και η Σίσσυ αποφάσισαν να πειραματιστούν γύρω από το private dining, μετατρέποντας το σπίτι τους σε μια ιδιωτική τραπεζαρία, στην οποία μπορούν να δειπνήσουν από τέσσερα έως δώδεκα άτομα. 

Κάθε μέρα, το ζευγάρι των σεφ υποδέχεται και μια διαφορετική παρέα και ετοιμάζει ένα μενού πέντε πιάτων, απόλυτα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της. Ο Ανδρέας και η Σίσσυ λειτουργούν όχι μόνο ως μάγειρες, αλλά και ως πραγματικοί οικοδεσπότες που, εκτός του ότι θα ετοιμάσουν το φαγητό, θα καλωσορίσουν τον κόσμο, θα στρώσουν το τραπέζι και θα σερβίρουν τους φιλοξενουμένους.

Το ιδιότυπο αυτό κόνσεπτ ονομάστηκε «Uma», που στα πορτογαλικά σημαίνει μία. 

«“Μία τραπεζαρία-μία παρέα”. Αυτό πιστεύουμε. Θέλουμε οι πελάτες μας να νιώθουν μοναδικοί, ξεχωριστοί», αναφέρει ο Ανδρέας αναλύοντας τη φιλοσοφία του πρότζεκτ.

Το σημαντικό κομμάτι στο Uma δεν είναι μόνο το εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης φαγητό που προσφέρεται στον φιλοξενούμενο, αλλά και η εμπειρία που αυτός αποκομίζει. «Ο καθένας το ζει όπως θέλει να το ζήσει», εξηγεί ο έμπειρος σεφ, ο οποίος ως παράδειγμα φέρνει την περίπτωση ενός πελάτη ο οποίος αγαπούσε την κουζίνα και μαγείρευε εξαιρετικά. «Τον συγκεκριμένο άνθρωπο τον προσκάλεσα, την επόμενη φορά που θα επισκεφθεί τον χώρο μας, να έρθει από το απόγευμα και να μαγειρέψουμε μαζί το μενού».

Από ένα σπίτι στο Παρίσι σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη 

Η δημιουργία του Uma προήλθε από την ανάγκη του Ανδρέα και της Σίσσυς να δημιουργήσουν μια δική τους επιχείρηση και παράλληλα να βελτιώσουν την προσωπική τους ζωή. 

«Το Uma έγινε γιατί είχαμε την ανάγκη να κάνουμε κάτι δικό μας, κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Και στους δυο μας αρέσουν τα καινούργια πράγματα. Επίσης είχαμε την ανάγκη να είμαστε μαζί ως οικογένεια. Δούλευα πάρα πολλές ώρες και η αύξηση των μελών της οικογένειας, που συνεπαγόταν ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για χρήματα, έφερε ακόμα περισσότερες ώρες εργασίας. Φτάσαμε σε ένα σημείο που δεν είχαμε χρόνο να βλεπόμαστε ούτε μεταξύ μας», τονίζει ο Ανδρέας. 

Τα τελευταία πέντε χρόνια, το ζευγάρι προσπαθούσε, παράλληλα με την καθημερινή εργασία και την ανατροφή των δύο παιδιών του, να σκεφτεί και να υλοποιήσει μια ιδέα που θα τάραζε τα νερά της πόλης. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, οι δυο τους ταξίδεψαν, διάβασαν και μελέτησαν, μέχρι που έπεσε στα χέρια τους ένα άρθρο που πυροδότησε τη σκέψη τους.

«Διαβάσαμε ένα άρθρο για μια κυρία στο Παρίσι που έχασε τη δουλειά της στην περίοδο της κρίσης. Τότε αποφάσισε, παρότι δεν ήταν μαγείρισσα, αλλά απλώς μαγείρευε καλά, να βάλει δύο τρία τραπεζάκια στο σαλόνι της. Μαγείρευε ό,τι ήθελε και ερχόταν ο κόσμος και έτρωγε. Μετά από λίγο καιρό, είχε κρατήσεις για δύο μήνες. Αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση», θυμάται η Σίσσυ. 

Η ίδια σημειώνει πως η αρχική σκέψη για τρία με τέσσερα τραπεζάκια διαμορφώθηκε σταδιακά, ώστε να καταλήξει σε ένα μεγάλο τραπέζι για δώδεκα άτομα. «Καταλήξαμε στο να έχουμε ένα τραπέζι, γιατί για εμάς έχει σημασία η φιλοξενία. Δεν θέλαμε να χαθεί αυτό: να είμαστε οικοδεσπότες, να έρχεται μια παρέα και να μπορούμε να τους γνωρίσουμε, να επικοινωνήσουμε, να πιούμε ένα κρασί μαζί τους», εξηγεί. 

 

 

«Το σπίτι μας, ο χώρος εργασίας μας»

Εφόσον η ιδέα είχε πάρει την τελική της μορφή, αυτό που έμενε ήταν να βρεθεί ο χώρος που θα τη φιλοξενούσε. Μετά από ενάμιση χρόνο συνεχούς αναζήτησης, το ζευγάρι κατέληξε σε μια μονοκατοικία σχεδιασμένη από τον γνωστό αρχιτέκτονα Γιώργο Π. Τριανταφυλλίδη. Όπως αφηγούνται, με το που πέρασαν την πόρτα της αυλής, κατάλαβαν ότι ήταν αυτό ακριβώς που έψαχναν. 

Πράγματι, οι λιτές γραμμές του σπιτιού, που χαρακτηρίζεται από την αυστηρή του γεωμετρία, η άμεση επαφή του σαλονιού με τον κήπο μέσω μιας μεγάλης τζαμαρίας και ο συνδυασμός ξύλου και μετάλλου προσδίδουν τη ζεστασιά και τη θετική αύρα που χρειάζεται ένα κόνσεπτ όπως το Uma.

Το σπίτι αποτελεί παράλληλα και την οικία των δύο σεφ και τον χώρο εργασίας τους. «Εδώ μαγειρεύουμε, εδώ τρώμε, εδώ θα καθίσουμε να δούμε και τηλεόραση», λέει ο Ανδρέας. «Αυτό έχει και τα θετικά του και τα αρνητικά του», συμπληρώνει η Σίσσυ. «Όταν ο χώρος όπου ζεις με τον άντρα σου και τα παιδιά σου δέχεται φιλοξενουμένους, πρέπει να είναι πάντα τακτοποιημένος. Για να γίνει αυτό, απαιτείται προσωπική δουλειά. Αλλά μας αρέσει πολύ που ζούμε εδώ και έτσι καταφέρνουμε και είμαστε όλοι μαζί». 

Το εμπόδιο που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι δύο σεφ από τη διττή αυτή λειτουργία του σπιτιού ήταν η γραφειοκρατία, καθώς δεν υπήρχε προηγούμενο: πώς μπορείς να στεγάσεις ένα εστιατόριο μέσα σε οικιακό χώρο; Όταν τελείωσε και αυτό το κεφάλαιο, άνοιξαν για πρώτη φορά τις πόρτες του Uma παραμονή Χριστουγέννων του 2017. 

«Ο κόσμος έρχεται με δώρα στα χέρια»

Έναν χρόνο μετά την πρώτη μέρα που άνοιξε το Uma, έχει αρχίσει τόσο ο κόσμος της Θεσσαλονίκης να ανταποκρίνεται όσο και οι ίδιοι οι οικοδεσπότες να τελειοποιούν την εμπειρία φιλοξενίας που προσφέρουν.

Οι Ανδρέας και η Σίσσυ περιγράφουν πώς έχουν βρει πλέον τους ρυθμούς τους, με αποτέλεσμα η βραδιά να μοιάζει με μια καλοκουρδισμένη χορογραφία, όπου τα πιάτα, οι σπιτικές μυρωδιές και οι κουβέντες διαδέχονται αρμονικά το ένα το άλλο. 

«Στην αρχή ήμασταν κι εμείς πιο “μαγκωμένοι”. Εγώ ήθελα να ήμασταν πιο χαλαροί, ο Ανδρέας πιο τυπικοί», αποκαλύπτει η Σίσσυ. Πλέον, όπως αναφέρει, ο χρόνος τούς έδειξε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να κινούνται, αίσθηση που εισπράττει και ο κόσμος. 

«Με το που έρχονται, μας φιλούν και μας αγκαλιάζουν. Ενώ έχουμε μιλήσει μόνο μέσω τηλεφώνου ή email, δημιουργείται ένα δέσιμο. Κάποιοι μας φέρνουν μέχρι και μικρά δωράκια», τονίζει η ίδια, προσθέτοντας πως οι Θεσσαλονικείς –και όχι μόνο– αγκάλιασαν το εγχείρημα. 

«Το τηλέφωνο του Uma χτυπάει πλέον συνεχώς. Πέρυσι τέτοια εποχή, είχαμε τέσσερα τηλέφωνα τον μήνα, πλέον έχουμε τέσσερα τηλέφωνα την ημέρα», αναφέρει ο Ανδρέας, προσθέτοντας πως η προώθηση του κόνσεπτ βασίζεται αποκλειστικά στην ιστοσελίδα, στα social media, αλλά και στη διάδοση «από στόμα σε στόμα». Έχουν σκεφτεί ήδη νέες ιδέες που θα στεγάσει το Uma. Το επόμενο διάστημα, θα φιλοξενήσουν σεμινάρια γύρω από τη γαστρονομία, ενώ θα δίνουν τη δυνατότητα στους επισκέπτες να μπαίνουν στην κουζίνα και να μαγειρεύουν μαζί τους.

Η τελευταία μου ερώτηση είναι αν μετάνιωσαν ποτέ που έκαναν αυτό το μεγάλο βήμα. Η απάντησή τους, όπως και τα χαμόγελά τους, είναι αποστομωτική: «Είμαστε πιο ευτυχισμένοι από ποτέ!». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ