ΚΟΣΜΟΣ

Κ. Λάγκερφελντ: «Θα μπορούσα να τα κάνω καλύτερα»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

«Η μόδα είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να παίζεται με σοβαρότητα», ήταν μια φράση στην οποία παρέμεινε πιστός ο διάσημος σχεδιαστής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ιδιοφυής, πρωτοπόρος και πάντα προκλητικός, αντιπαθής για κάποιους και αντικείμενο λατρείας για πολύ περισσότερους, ο Καρλ Λάγκερφελντ ήταν όλα όσα θα περίμενε κανείς από έναν διάσημο σχεδιαστή μόδας και κάτι παραπάνω. Από τα πρώτα του βήματα στον χώρο της υψηλής ραπτικής έως τα χρόνια της δόξας διατήρησε αμείωτη την όρεξή του για δουλειά και πειραματισμούς, αλλά και την άρνησή του να υποταχθεί στους κανόνες συμπεριφοράς και στα πρότυπα κάθε εποχής αν ένιωθε ότι περιόριζαν τη δημιουργικότητά του: Στα 25 του σόκαρε το γαλλικό κοινό με τα βαθιά ντεκολτέ των φορεμάτων που σχεδίασε για τον οίκο Jean Patou, το 1960 οι φούστες του ήταν οι πιο κοντές σε ολόκληρο το προοδευτικό Παρίσι, ενώ το 1993 η Αννα Ουίντουρ αποχώρησε από την παρουσίαση της δουλειάς του στο Μιλάνο όταν συνειδητοποίησε ότι ως μοντέλα είχε χρησιμοποιήσει στρίπερ και μία σταρ πορνογραφικών ταινιών. «Η μόδα είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να παίζεται με σοβαρότητα» ήταν μια φράση στην οποία παρέμεινε πιστός ώς το τέλος της ζωής του.

Την Τρίτη, η είδηση του θανάτου του σε ηλικία 85 ετών έκανε τον γύρο του Διαδικτύου και αμέτρητοι διάσημοι και άσημοι έσπευσαν να αποχαιρετίσουν τον άνδρα με τα σκούρα κουστούμια, τα μαύρα γυαλιά και το ψηλό κολάρο, που επηρέασε τον κόσμο της μόδας όσο κανένας άλλος.

Από το Αμβούργο στο Παρίσι

Αν και κατά καιρούς είχε επιχειρήσει να θολώσει τα νερά σχετικά με την ηλικία του, όλα δείχνουν ότι ο Καρλ Οτο Λάγκερφελντ γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1933 στο Αμβούργο. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, η γερμανική καταγωγή του θα είχε ως αποτέλεσμα να γίνει γνωστός στους παριζιάνικους κύκλους με το παρατσούκλι «ο Κάιζερ». Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η εύπορη οικογένειά του είχε καταφύγει σε μία αγροτική περιοχή της Βόρειας Γερμανίας, όπου ο ίδιος και η αδελφή του μεγάλωσαν προστατευμένοι από τα όσα συνέβαιναν στην υπόλοιπη χώρα. Σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και λίγο αργότερα κατέκτησε την πρώτη θέση σε έναν διαγωνισμό για τον σχεδιασμό παλτών, εξασφαλίζοντας μία θέση ως βοηθός του Pierre Balmain. Τρία χρόνια αργότερα μεταπήδησε στον Jean Patou, όπου παρέμεινε για μία πενταετία. «Βαρέθηκα και εκεί, παραιτήθηκα και επιχείρησα να συνεχίσω τις σπουδές μου, αλλά ούτε αυτό δούλεψε, οπότε πέρασα δύο χρόνια σε παραλίες, κυρίως – υποθέτω ότι μελετούσα τη ζωή», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του. Ακολούθησαν συνεργασίες με τους οίκους Tiziani, Chloé και Fendi ώσπου, το 1983, ξεκίνησε η μακρά διαδρομή του με τον οίκο Chanel, το πρόσωπο του οποίου έμελλε να μεταμορφώσει ριζικά. Παράλληλα, ίδρυσε τον δικό του οίκο, προωθώντας ένα λουκ που ήταν συγχρόνως «σκεπτόμενο» και «σέξι».

Λάτρης της λογοτεχνίας και της ιστορίας, ο Λάγκερφελντ διέθετε μία βιβλιοθήκη με 300.000 τόμους και υποστήριζε ότι η μόνη δραστηριότητα στην οποία επιδιδόταν με ευχαρίστηση εκτός από τη δουλειά του ήταν το διάβασμα. Μοναχικός μάλλον από ανάγκη παρά από επιλογή (ο επί πολλά χρόνια σύντροφος του, Jacques de Bascher, πέθανε από έιτζ το 1989 και έκτοτε δεν είχε ποτέ σταθερή σχέση), συνοδευόταν συστηματικά από τη γάτα του, Choupette, η οποία διατηρεί τον δικό της λογαριασμό στο Instagram και έχει φωτογραφηθεί, μεταξύ άλλων, στο πιλοτήριο του προσωπικού αεροπλάνου του ιδιοκτήτη της εν ώρα πτήσης και στην... τρυφερή αγκαλιά της Λετίσια Κάστα. Οταν δεν σχεδίαζε εντυπωσιακά ενδύματα, δοκίμαζε τις δυνάμεις του σε άλλες μορφές τέχνης, όπως η φωτογραφία, η ζωγραφική, η σκηνογραφία και η σκηνοθεσία. Η αυτοπειθαρχία του ήταν τέτοια που το 2001 έχασε 42 κιλά μέσα σε 13 μήνες για να μπορεί να φορά ρούχα σχεδιασμένα από τον Hedi Slimane.

Σκληρά σχόλια

Πάντοτε πρόθυμος να βοηθήσει ανερχόμενους δημιουργούς, κατά καιρούς είχε επιδείξει απρόσμενη σκληρότητα προς άτομα που δεν εναρμονίζονταν με τον προσωπικό του κώδικα αισθητικής, όπως όταν αποκάλεσε την Αντέλ «λίγο χοντρή» ή σχολίασε πως η Πίπα Μίντλετον θα έπρεπε να δείχνει «μόνο την πίσω όψη της». Οταν φιλοζωικές οργανώσεις τον στοχοποίησαν επειδή συνέχιζε να χρησιμοποιεί πραγματική γούνα στις δημιουργίες του, έσπευσε να υπογραμμίσει την ειρωνεία να γίνεται λόγος για τη χρήση γούνας σε έναν κόσμο που καταναλώνει μανιωδώς κρέας. «Τα παντελόνια φόρμας αποτελούν ένδειξη παραίτησης. Εχεις χάσει τον έλεγχο της ζωής σου, οπότε αγόρασες μερικές φόρμες», ήταν η συμβουλή του προς όλους όσοι διαπράττουν το συγκεκριμένο ενδυματολογικό «αμάρτημα», ενώ είχε αναφερθεί στις σέλφι ως είδος «ηλεκτρονικού αυνανισμού».

Δεν δίσταζε, πάντως, να στρέφει τον σαρκασμό του και προς τα μέσα: «Εχω γίνει μια καρικατούρα του εαυτού μου, και μου αρέσει αυτό» είχε δηλώσει κάποτε. Για να το επιβεβαιώσει, άνοιξε μία σειρά καταστημάτων με την επωνυμία του, στα οποία πωλούνται, μεταξύ άλλων, μαύρα γυαλιά (σχεδόν) σαν τα δικά του, κολάρα και μικροσκοπικά ομοιώματα του ίδιου και της γάτας του. «Δεν είμαι ποτέ ικανοποιημένος με αυτό που κάνω», παραδεχόταν το 2014 σε συνέντευξή του στην Guardian. «Πάντα σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να τα κάνω καλύτερα, να προσπαθώ περισσότερο, κι έχω πάντα το αίσθημα ότι μπροστά μου υπάρχει ένα γυάλινος τοίχος τον οποίο δεν μπορώ να διαπεράσω. Αλλά ίσως όταν θα περάσω μέσα από τον τοίχο, θα τελειώσουν όλα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ