Ο Καρλ Λάγκερφελντ δεν είχε καθόλου χρόνο για τον θάνατο. Ούτε για πολλές αναμνήσεις. Δεν κρατούσε αρχείο της δουλειάς του, δεν έγραψε ποτέ κάποια αυτοβιογραφία, ενώ παρακολουθούσε τα πάντα μέσα από το «Google-μυαλό» του, όπως έλεγε ο ίδιος. Εντυπωσιακά ευρυμαθής και παντοτινά αυτοσαρκαζόμενος, περπατούσε στην πασαρέλα στο τέλος κάθε επίδειξης και σκεφτόταν ήδη την επόμενη. «Πατάω γερά στη Γη. Απλώς όχι σε αυτή τη Γη», έλεγε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φράσεις του. 

Το σούσουρο όμως που προκάλεσε η απουσία του από το τελευταίο ντεφιλέ υψηλής ραπτικής της Chanel τον Ιανουάριο δεν είχε ακόμη κοπάσει, όταν την περασμένη Τρίτη τα νέα ήρθαν από το Παρίσι: ο «βασιλιάς», ο «κάιζερ», το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της μόδας, ακόμα και για εκείνους που ασχολούνται ελάχιστα μαζί της, είχε πεθάνει σε ηλικία 85 ετών. 

«Ο Καρλ Λάγκερφελντ υπήρξε η φιγούρα-αναφορά του “καλλιτεχνικού διευθυντή”, του νέου αυτού ρόλου που κυριαρχεί στο σύστημα της μόδας στο γύρισμα του αιώνα», επισημαίνει στο «Κ» η ιστορικός μόδας Λυδία Καμίτση. «Ιδιοφυής σχεδιαστής-στιλίστας, παρά couturier ή δημιουργός ενός συγκεκριμένου λεξιλογίου, γνώριζε πώς να κατανοήσει τα βασικά χαρακτηριστικά των οίκων στους οποίους εργάστηκε, για να αναπτύξει τους αναγνωρίσιμους κώδικες της κάθε μάρκας». 

Στη Chanel, την «Ωραία Κοιμωμένη» που είχε παραλάβει καλλιτεχνικά το 1983, ο ρόλος του δεν ήταν να αποτίνει μόνιμο φόρο τιμής στην Γκαμπριέλ Σανέλ, αλλά να ερμηνεύει το διπλό C λογότυπο και τις matelasse τσάντες, μεταξύ άλλων, για τις νέες γενιές. Η γαλλική maison αποτελούσε τη «βασική» του εργασία, μέσα από ένα συμβόλαιο μιας σελίδας που είχε υπογράψει με τους ιδιοκτήτες του οίκου, την οικογένεια Βερτεμέρ. Σε μια σπάνια κίνηση εξωστρέφειας, η εταιρεία αποκάλυψε πέρυσι ότι το 2017 οι πωλήσεις της έφτασαν τα 10 δισ. δολάρια. Παράλληλα, για πάνω από μισό αιώνα, ο Λάγκερφελντ συνεργάστηκε με τον ιταλικό οίκο Fendi (μέλος σήμερα της LVMH), δίνοντας στα κλασικά γούνινα παλτά του οίκου μοντέρνες γραμμές και υφές. 

 


Ο Καρλ Λάγκερφελντ ποζάρει, το 1984, με αγαπημένα αντικείμενα: μια τσαγιέρα από τη συλλογή του Memphis και ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ. ©Jurgen Schadeberg/Getty Images/Ideal Image

 

Μιλώντας πολλές «γλώσσες»

Ο Λάγκερφελντ γεννήθηκε το 1933 στο Αμβούργο, μοναχογιός μιας εύπορης οικογένειας. Μεγάλωσε, μαζί με την ετεροθαλή αδελφή του, σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον σε μια αγροτική περιοχή λόγω πολέμου, ενώ στην ηλικία των τεσσάρων, σύμφωνα με τα λεγόμενά του στο WWD, είχε ζητήσει για δώρο γενεθλίων έναν προσωπικό βαλέ. «Στα 14 ήθελα να αρχίσω να καπνίζω, γιατί έβλεπα τη μητέρα μου να καπνίζει σαν τρελή. Η ίδια όμως μου απαγόρευσε να καπνίσω, λέγοντάς μου ότι δεν έχω όμορφα χέρια και όταν καπνίζεις, τα χέρια φαίνονται», θυμόταν. Σε συνεντεύξεις του μιλούσε και για τον γλυκό, αλλά κάπως βαρετό πατέρα του, για τον Όμηρο που διάβαζε πριν καν ξεκινήσει το σχολείο, αλλά και για τα σκίτσα του – μια καριέρα που μικρός ήθελε να ακολουθήσει. Το 1954 κέρδισε ένα διεθνές κλαδικό βραβείο για τον σχεδιασμό ενός παλτού απέναντι από τον «αντίπαλό» του, Ιβ Σεν Λοράν, ο οποίος στον ίδιο διαγωνισμό κέρδισε στην κατηγορία του φορέματος. 

Ο ανερχόμενος Γερμανός ξεκίνησε να εργάζεται στον Jean Patou και κατόπιν σε άλλους οίκους μέχρι να περάσει το κατώφλι της «ρομαντικής» Chloe τη δεκαετία του ’60 και πολύ αργότερα της Chanel. «Αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους είναι η ικανότητά του να χειρίζεται διαφορετικές γλώσσες: εκείνη της απόλυτης πολυτέλειας, όπως και εκείνη της μαζικής αγοράς, της υψηλής ραπτικής, αλλά και της ποπ κουλτούρας», σημειώνει η Λ. Καμίτση. 

Το 2004 ο αντισυμβατικός Λάγκερφελντ υπέγραψε μια συλλογή για τη σουηδική μάρκα γρήγορης ένδυσης H&M. Συγχρόνως, ο ίδιος ήταν φωτογράφος, δημιουργός ταινιών μικρού μήκους και διαφημιστικών και είχε αναπτύξει τον δικό του εκδοτικό οίκο, 7L. Στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο του διάβαζε βιβλία από τη γιγαντιαία προσωπική του βιβλιοθήκη, ενώ το 2000 είχε πουλήσει ολόκληρη τη συλλογή από γαλλικά έπιπλα του 18ου αιώνα, για να τα αντικαταστήσει με πιο σύγχρονες χρηστικές δημιουργίες – «δεν θέλω να ζω σε μουσείο», έλεγε χαρακτηριστικά. Αγαπούσε και σεβόταν την αισθητική της αρχαίας Ελλάδας και στη συλλογή Resort της Chanel το 2017 «αναπαρέστησε» κομμάτια του Παρθενώνα και του ναού του Ποσειδώνα στο παρισινό Grand Palais. 

 


Ο Καρλ Λάγκερφελντ, καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Jean Patou, το 1960. © Gamma Keystone by Getty Images / Ideal Image

 

Πίσω από τη βεντάλια

Για χρόνια, ο Λάγκερφελντ πόζαρε πίσω από βεντάλιες. Στις αρχές του 2000, με τη βοήθεια του δρος Ζαν Κλοντ Ουντρέ, έχασε 42 κιλά σε διάστημα ενός χρόνου. Και αυτό γιατί επιθυμούσε να υιοθετήσει τη «νέα» αντρική σιλουέτα που πρότεινε εκείνη την εποχή ο νεαρός σχεδιαστής Hedi Slimane. Η δίαιτα, μαζί με οδηγίες ψυχολογικής υποστήριξης, εκδόθηκε σε βιβλίο, ενώ ο Λάγκερφελντ, εμφανώς πιο εξωστρεφής και καλοδιάθετος, παρουσίαζε τη νέα του γκαρνταρόμπα: στενό μαύρο παντελόνι, σακάκι και γραβάτα, «κομμένα» δερμάτινα γάντια και δαχτυλίδια. Στο νέο αυτό λουκ βασίστηκε και η συλλογή «Karl Ikonik», μέρος της μάρκας Karl Lagerfeld, ενώ ο «νέος» Καρλ έγινε μέλος της εκλεκτής οικογένειας της «Barbie» το 2014. 

«Στην πραγματικότητα είμαι πολύ επιφανειακός», έλεγε στο περιοδικό «T» των New York Times το 2015. «Έγινα, όπως λέτε, ένα σύμβολο, και αυτό με απομάκρυνε από την πραγματικότητα. Δεν περπατάω στους δρόμους πια». Ο πολίτης του κόσμου Λάγκερφελντ δεν είχε ψηφίσει ποτέ στη ζωή του, ταξίδευε μόνο με ιδιωτικό τζετ, έπινε Coca-Cola light σε κρυστάλλινη καράφα που του σερβίριζε ο μπάτλερ του, ενώ οι φήμες τον ήθελαν να απέχει από το σεξ. «Δεν μου αρέσει να κοιμάμαι με ανθρώπους που αγαπώ πραγματικά», έλεγε στο περιοδικό Vice το 2010. «Δεν θέλω να κοιμάμαι μαζί τους γιατί το σεξ δεν μπορεί να διαρκέσει, ενώ η τρυφερότητα μένει για πάντα». Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη Choupette, την «καλλονή» άσπρη γάτα του με τα ζαφειρένια μάτια, ενώ ο μόνος του γνωστός δεσμός ήταν με τον γοητευτικό Jacques de Bascher, ο οποίος πέθανε από AIDS το 1989. 

Ετοιμόλογος, συχνά προβοκάτορας και απαιτητικός με τους συνεργάτες του, ο Λάγκερφελντ πίστευε ακράδαντα στην αισθητική, και στη δική του εκδοχή της ομορφιάς δεν χωρούσαν «παχουλοί» όπως η Βρετανίδα τραγουδίστρια Αντέλ. Έμοιαζε απόμακρος, αλλά ποτέ αποστασιοποιημένος. «Μπορώ ακόμη να ζω στον ιδιωτικό μου κόσμο, αλλά δεν είμαι ενάντια στον σημερινό, γιατί, αν είσαι εναντίον του, είσαι ένας Δον Κιχώτης, και εγώ δεν κυνηγάω ανεμόμυλους», έλεγε μιλώντας στον Τάιλερ Μπρουλέ, ιδρυτή του Monocle, πριν από λίγα χρόνια.

 


Ο Λάγκερφελντ και η Κάια Γκέρμπερ στο λανσάρισμα της συλλογής Karl x Kaia τον Οκτώβριο του 2018, στο Παρίσι. © Caroline Bloomberg/EPA

 

Στην τελευταία του εμφάνιση στην πασαρέλα, στο τέλος της επίδειξης του πρετ-α-πορτέ της Chanel για το φετινό καλοκαίρι τον περασμένο Οκτώβριο, η «ακρογιαλιά» του εντυπωσιακού σόου ήταν εμπνευσμένη από τις παιδικές αναμνήσεις του στο Σιλτ, νησί της βόρειας Φρισίας στη Βόρεια Θάλασσα. Είχε νιώσει ποτέ ευτυχία ο ίδιος; «Δεν είσαι ποτέ ευτυχής τη στιγμή που κάνεις αυτή την ερώτηση στον εαυτό σου», είχε πει στο «T». «Οπότε δεν κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου, το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να είμαι ευτυχής. Ήμουν πολύ τυχερός. Δεν τελείωσα τις σπουδές μου. Δεν έμαθα τίποτα. Όλα είναι αυτοσχεδιασμός. Και παρ’ όλα αυτά δεν τα πάω άσχημα. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που η ζωή σού χρωστάει».  

O Λάγκερφελντ δεν είχε χρόνο για τον θάνατο, είχε δώσει όμως σαφείς οδηγίες. Μιλώντας στο Numero, είχε αποκαλύψει ότι είχε ζητήσει η σορός του να αποτεφρωθεί και να σκορπιστεί μαζί με εκείνη της μητέρας του, αλλά και της Choupette, σε περίπτωση που εκείνη έφευγε πρώτη.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ