ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις 2 Ιουνίου 1971 ο Παναθηναϊκός αντιμετώπισε τον Αγιαξ του Αμστερνταμ στον τελικό αγώνα της κορυφαίας διασυλλογικής οργάνωσης ποδοσφαίρου της Ευρώπης, του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, γνωστής σήμερα ως Τσάμπιονς Λιγκ. Ο τελικός εκείνη τη χρονιά είχε ιδιαίτερη αίγλη διότι έγινε στο ιστορικό στάδιο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου, που είχε περιγράψει ο Βραζιλιάνος άσος Πελέ ως τον «καθεδρικό ναό, την πρωτεύουσα, την καρδιά του ποδοσφαίρου». Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διάκριση που είχε πετύχει μέχρι τότε ελληνική ομάδα σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, είτε σε επίπεδο εθνικού συγκροτήματος ή συλλόγου, καθώς και την πρώτη εμφάνιση ελληνικής ομάδας στο Γουέμπλεϊ.

Πέρα από την πρωτοφανή αξία αυτού που δίκαια ονομάστηκε αγωνιστικός «άθλος» του Παναθηναϊκού, η πορεία της ομάδας του τριφυλλιού στη διοργάνωση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης και οι αντιδράσεις των φίλων της ομάδας αλλά και της αθηναϊκής κοινωνίας την εποχή εκείνη μας βοηθούν να αντιληφθούμε τον ρόλο του αθλητισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το κυριότερο στοιχείο εδώ είναι βέβαια πως η χώρα διατελούσε υπό το καθεστώς της δικτατορίας της 21ης Απριλίου που είχε θέσει τον χώρο του ποδοσφαίρου κάτω από τον στενό της έλεγχο.

Πούσκας: Εντεκα αυτοί, έντεκα κι εμείς

Η παρουσία του Παναθηναϊκού δικαιολογημένα ξάφνιασε την παγκόσμια ποδοσφαιρική κοινή γνώμη, διότι συνήθως στον τελικό αυτής της διοργάνωσης βρίσκονταν αντιμέτωπες με λίγες εξαιρέσεις μόνο οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές ομάδες. Μπορούμε να υποδείξουμε ορισμένα «ποδοσφαιρικά» στοιχεία που εξηγούν το πώς μπόρεσε μια ελληνική ομάδα να κάνει αυτή τη μεγάλη υπέρβαση το 1971.

Στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 η εθνική Ελλάδας είχε χάσει την πρόκριση μέσα από τα χέρια της. Τη δεκαετία του 1960 ο Παναθηναϊκός είχε περάσει στον 2ο γύρο στο Κύπελλο Πρωταθλητριών δύο φορές, ενώ η ΑΕΚ είχε κάνει ένα βήμα παραπάνω φτάνοντας στον προημιτελικό γύρο.

Η ενδεκάδα του Παναθηναϊκού την εποχή εκείνη ήταν ισχυρότατη, όλοι σχεδόν οι βασικοί παίκτες ήταν διεθνείς και είχε αρχηγό τον Μίμη Δομάζο, τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή που είχε αναδείξει το ελληνικό ποδόσφαιρο. Το 1968-69 έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που κέρδισε το λεγόμενο νταμπλ, το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο (έπειτα από ισόπαλο αποτέλεσμα στον τελικό του Κυπέλλου, ο νικητής αναδείχθηκε με κλήρωση).


Ο Παναθηναϊκός του 1971 έμεινε στην ποδοσφαιρική (και όχι μόνον) ιστορία.

Το στοιχείο που έκανε τη διαφορά για τον Παναθηναϊκό ήταν πως το καλοκαίρι του 1970 απέκτησε ως προπονητή τον Φέρεντς Πούσκας, τον βετεράνο άσο της εθνικής Ουγγαρίας και της Ρεάλ Μαδρίτης. Παρά την τεράστια φήμη που είχε ο Πούσκας ως ποδοσφαιριστής, είχε ελάχιστη πείρα ως προπονητής. Αλλά ο Πούσκας δεν επεδίωξε να εισαγάγει εξεζητημένα συστήματα τακτικής. Αυτό που έκανε ήταν να εκμεταλλευθεί τον θαυμασμό των παικτών στο πρόσωπό του και τους εμφυσήσει αυτοπεποίθηση για τις ικανότητές τους. Η περίφημη ρήση του «έντεκα αυτοί, έντεκα κι εμείς» έχει μένει στην Ιστορία.

Νίκησε ισχυρές ομάδες

Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ικανοτήτων και ψυχολογικού εφοδιασμού φάνηκε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Αφού πέρασε εύκολα στον δεύτερο γύρο, το «Τριφύλλι» απέκλεισε τη Σλόβαν Μπρατισλάβας που το 1969 είχε κατακτήσει το Κύπελλο Κυπελλούχων, τη δεύτερη τη τάξει ευρωπαϊκή διοργάνωση. Στη συνέχεια κατάφερε να αποκλείσει την Εβερτον, την πρωταθλήτρια Αγγλίας. Στον ημιτελικό γύρο ο Παναθηναϊκός γνώρισε ήττα 4-1 στον πρώτο αγώνα εκτός έδρας με τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου. Αλλά στον επαναληπτικό αγώνα ο συνδυασμός αγωνιστικών ικανοτήτων και καλής ψυχολογικής κατάστασης και ο καίριες επεμβάσεις του Βασίλη Κωνσταντίνου, που έπαιξε τερματοφύλακας εκείνη την ημέρα, έφεραν τη νίκη με 3-0, που εξασφάλισε την πρόκριση στον τελικό στο Γουέμπλεϊ. Εκεί, έχασε «φυσιολογικά» από τον Αγιαξ του Αμστερνταμ, μία από τις καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη εκείνη την εποχή και άξιο εκπρόσωπο της τεχνικά άρτιας ολλανδικής σχολής ποδοσφαίρου.


Ο Φέρεντς Πούσκας.

Οι επιτυχίες του Παναθηναϊκού προκάλεσαν ενθουσιασμό σε όλη την Ελλάδα, ιδίως στην Αθήνα. Ενας από τους πολλούς Ελληνες φιλάθλους που χαιρέτισε την επιτυχία του Παναθηναϊκού ήταν ο εφοπλιστής Νίκος Γουλανδρής, που ανέλαβε πρόεδρος του Ολυμπιακού το 1972. Κι όμως, πολλοί ήταν αυτοί στον χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου που όχι μόνο δεν επέδειξαν τέτοια μεγαλοθυμία, αλλά προτίμησαν να πιστέψουν πως το καθεστώς της 21ης Απριλίου δωροδόκησε τους παίκτες του Ερυθρού Αστέρα ώστε να χάσουν στον αγώνα της Λεωφόρου.

Τέτοιες θεωρίες αναμασήθηκαν για πολλά χρόνια χωρίς να δημοσιοποιηθούν ποτέ κάποια συγκεκριμένα στοιχεία ούτε από ελληνικές ούτε και από γιουγκοσλαβικές πηγές, ακόμη και μετά την κατάρρευση της δικτατορίας στην Ελλάδα και του κομμουνισμού στη Γιουγκοσλαβία και τη διάλυση της χώρας.

Οι πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της επιτυχίας

Αδιαμφισβήτητο, πάντως, είναι το γεγονός πως η δικτατορία προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τις επιτυχίες του «Τριφυλλιού». Ηγετικά στελέχη του καθεστώτος παρέστησαν για πρώτη φορά στη ζωή τους στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.


Το πανό «PANATHINAIKOS EUROPA» δεσπόζει στις κερκίδες των Ελλήνων φιλάθλων στο Γουέμπλεϊ.

Μέτρα και ενέργειες που αποσκοπούν στη δημόσια ταύτιση του καθεστώτος με τους αθλητές παρατηρούνται συχνά. Παράδειγμα, οι κομπασμοί της χούντας του στρατηγού Βιδέλα όταν η Αργεντινή κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1978. Κι όμως, οι απόψεις είναι διχασμένες για το τι σήμαινε ο θρίαμβος της Αργεντινής. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι ισχυρίζεται ότι οι παίκτες έπαιξαν για να δικαιώσουν τον λαό της Αργεντινής, και όχι το καθεστώς. Και σε αυτό συμφώνησαν οι εκπρόσωποι των Μητέρων της Plaza de Mayo, που συνέχιζαν την καμπάνια τους γύρω από τη μνήμη των «εξαφανισμένων» αντιπάλων του καθεστώτος.

Η θεωρία του αθλητισμού ως «άρτου και θεάματος» έχει πολλούς υποστηρικτές. Ωστόσο, οξυδερκείς μελετητές της σχέσης κοινωνίας και αθλητισμού διαφωνούν και υποδεικνύουν πως υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες ο αθλητισμός γίνεται πεδίο άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης. Ο μποξέρ Μοχάμεντ Αλι και οι πράξεις του έξω από το ρινγκ είναι ένα παράδειγμα.

Αυτό που παρατηρήθηκε στην Ελλάδα ήταν πως, ενώ το καθεστώς προώθησε εθνικοπατριωτική ερμηνεία στην πορεία του Παναθηναϊκού κάνοντας αναφορές στο μεγαλείο της ελληνικής φυλής, αναπτύχθηκε ένας αντίλογος που τόνιζε τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της ομάδας. Το καθεστώς δεν ήθελε να καλλιεργήσει την άποψη ότι οι επιτυχίες εξίσωναν τον σύλλογο ή το ελληνικό ποδόσφαιρο με την Ευρώπη, η οποία άλλωστε είχε γυρίσει την πλάτη της στη δικτατορία. Ομως, η έκφραση της αντίθετης άποψης, με αναφορές στο ευρωπαϊκό επίπεδο του ΠΑΟ, είχε ήδη αρχίσει με την ισοπαλία στο Λίβερπουλ με την Εβερτον και αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τον αποκλεισμό του Ερυθρού Αστέρα.


Αριστερά, ο Αντωνιάδης μόλις έχει πετύχει το χρυσό γκολ στον αγώνα Εβερτον - ΠΑΟ.

Την ημέρα μετά τον τελικό, σε ανυπόγραφο άρθρο, η «Αθλητική Ηχώ» σημείωνε πως «ο Παναθηναϊκός επολέμησε με αφάνταστο ηρωισμό και στάθηκε σαν μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα μέσα στο Γουέμπλεϋ». Φωτογραφίες από τις κερκίδες του σταδίου δείχνουν τους Ελληνες φιλάθλους να κρατούν ένα μεγάλο πανό που έγραφε «PANATHINAIKOS EUROPA». Αλλά και οι ίδιοι οι παίκτες ένιωσαν μέσα στην πορεία προς το Γουέμπλεϊ πως έγιναν «Ευρωπαίοι», όπως έχει παρατηρήσει ο σκόρερ της ομάδας, ο Αντώνης Αντωνιάδης. Ηταν κάτι που το καθεστώς σίγουρα δεν είχε υπαγορεύσει, αλλά ούτε όμως μπορούσε και να εμποδίσει.

Επιπλέον, το Γουέμπλεϊ δημιούργησε ένα ολόκληρο κύμα αγάπης και θαυμασμού που ξετυλίχθηκε αυθόρμητα, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία υπέφερε από τις οργανωμένες και σκηνοθετημένες δημόσιες τελετές, με μουσική υπόκρουση τα στρατιωτικά εμβατήρια της 21ης Απριλίου. Οι πανηγυρισμοί στα σιντριβάνια της πλατείας Ομονοίας και στους δρόμους έδωσαν έναν γιορτινό τόνο στη ζωή της Αθήνας. Βγήκαν ποιήματα και τραγούδια που εξέφραζαν τον ενθουσιασμό του κόσμου, όπως το τραγούδι, «Από το Λίβερπουλ στο Βελιγράδι», που παιζόταν με το μπουζούκι και άνοιγε με τους στίχους: «Γκρεμίστε τα τείχη/Κι ανοίξτε τα χείλια/ Τραγούδι να πούμε/ διθυραμβικό/ για αυτά τα λιοντάρια/ για αυτά τα τριφύλλια/ για αυτό το μεγάλο/ Παναθηναϊκό!», ή το τραγούδι του Γουέμπλεϊ σε στίχους του Σούρπη προσαρμοσμένους στον σκοπό του Ομπλαντί-Ομπλαντά των Μπιτλς:

«Πράσινο τον Τάμεση θέλω να δω/ Μέσα σ’ ένα Κύπελλο χρυσό/ Κι έξω από το Μπάκιγχαμ έχω σκοπό/ Να κολλήσω το τριφύλλι θυρεό». Δεν γνωρίζουμε τις αντιδράσεις του Παττακού, που είχε περιγράψει τους Μπιτλς ως ξένα φρούτα που «δεν έχουν θέση πλέον εις την Ελλάδα». Αυτό το κύμα αυθόρμητου δημόσιου εορτασμού δεν περιείχε κανένα στοιχείο, είτε έμμεσα είτε άμεσα, που να επικροτεί το δικτατορικό καθεστώς, αλλά, βέβαια, γιόρταζε μια πολυπόθητη ευρωπαϊκή αναγνώριση της Ελλάδας. Η δικτατορία, όμως, φοβόταν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις, και ανησυχούσε μήπως γίνει αντικαθεστωτική εκδήλωση στο Γουέμπλεϊ. Και έμεινε αδρανής μετά, με την έννοια ότι δεν διοργάνωσε μεγάλη δημόσια φιέστα υποδοχής.

Ασφαλώς και υπήρξαν πιο άμεσες και δυναμικές πράξεις κατά της δικτατορίας. Αλλά το Γουέμπλεϊ έδωσε στον κόσμο μια διέξοδο, λίγες στιγμές έξαρσης και χαράς ακηδεμόνευτες από τη δικτατορία, η οποία πέρασε υποχρεωτικά, για λίγο έστω, στο περιθώριο, επισκιασμένη από τον «ευρωπαϊκό» Παναθηναϊκό.

* Ο κ. Αλέξανδρος Κιτροέφ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Haverford College των ΗΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ