ΜΟΥΣΙΚΗ

«Γεια σου, ρε Μάρκο Βαμβακάρη...

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Τον Μάρκο δεν σηκώνει να τον πειράξεις. Εδωσα έμφαση στα εκφραστικά μέρη που μεταχειρίζεται χωρίς περισσότερες επεμβάσεις. Δίνω προσοχή στις εμμονές του, όπως σε ένα πέρασμα κιθάρας ή μπουζουκιού», εξηγεί στην «Κ» ο Σταύρος Ξαρχάκος. Σήμερα ξεκινάει στο Gazarte μια ανατρεπτική παράσταση–αφιέρωμα στον πατριάρχη του ρεμπέτικου Μάρκο Βαμβακάρη, με τους Στέλιο Βαμβακάρη, Δήμητρα Γαλάνη, B.D. Foxmoor και μια εξαιρετική ορχήστρα (φωτ. Vagginet).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πες μου καρδούλα μου, τι έχεις και πονάς, πάψε, αγάπη μου, να με τυραννάς. Εχω για σένανε αγάπη μυστικιά, έλα μικρούλα μου, μη γίνεσαι κακιά…» ακούγεται το χασάπικο του Μάρκου Βαμβακάρη σαν ανοίγω την κεντρική πόρτα του «Gazarte». Ενα ευχάριστο ρυθμικό ξάφνιασμα από τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη. Από το βάθος της αίθουσας, ο Σταύρος Ξαρχάκος παρακολουθεί κάθε νότα της ορχήστρας. Σηκώνεται, φθάνει έως τη σκηνή, διορθώνει, ενθαρρύνει τους μουσικούς, επιστρέφει στη θέση του.

Ο Mιχάλης Μυτακίδης, o B.D. Foxmoor των Active Member, με τα χέρια στις τσέπες του φούτερ πλησιάζει το μικρόφωνο και ραπάρει τον «Ισοβίτη» του Μάρκου, ξετυλίγοντας την ιστορία της πλανεύτρας κακούργας που θέλει να πετσοκόψει, να κάψει με πετρέλαιο, να την πετάξει μέσ’ στο ξεροπήγαδο… «Θα με μισήσουν οι γυναίκες με αυτό το τραγούδι. Ευτυχώς έχει περάσει η μπογιά μου», αστειεύεται.

Στο βάθος της σκηνής, ο Αντώνης Τζίκας μοιάζει να ροκάρει τα ρεμπέτικα στο κοντραμπάσο του. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο και το «Γράμμα στον Μάρκο», που έγραψαν το 1991 ο Σταύρος Ξαρχάκος με τον Νίκο Γκάτσο, μοιάζει με μικρό αφήγημα: «Γεια σου, ρε Μάρκο Βαμβακάρη, καραβοκύρη Συριανέ/ που άνοιγες δρόμο στο φεγγάρι κι έλεγες δύσκολα το ναι…».


Ολοι οι συντελεστές στην κεντρική σκηνή του Gazarte, έτοιμοι για την παράσταση αφιέρωμα στον σπουδαίο Μάρκο Βαμβακάρη, που θα παρουσιάζεται κάθε Σάββατο και Κυριακή.

Στη δεύτερη σειρά της άκαπνης αίθουσας που επέβαλε από την αρχή της λειτουργίας του Gazarte η οικογένεια Πετρόπουλου, ο Στέλιος Βαμβακάρης περιμένει να ανεβεί στη σκηνή. Ανάβει τσιγάρο και με συρτή φωνή λέει σιγανά: «Ωραία, πολύ ωραία. Συγκινήθηκα». Διάλειμμα, δίνει εντολή ο μαέστρος και όλοι χαλαρώνουν.

«Ο Μάρκος δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Είχε αρχές και αξίες και τις βαστούσε πάντοτε. Στα κελεύσματα των εταιρειών και του ραδιοφώνου της εποχής δεν υποχωρούσε. Εκανε πάντα ό,τι τον γέμιζε. Ολα του τα τραγούδια έχουν σχέση με την καθημερινότητά του: κοινωνική, πολιτική, οικονομική. Οταν οι εταιρείες και ο κόσμος άρχισαν ν’ αλλάζουν μαζί με το λαϊκό τραγούδι, εκείνος επέμενε στους δικούς του κώδικες. Αυτόματα είχε μια μεγάλη πτώση», λέει ο Σταύρος Ξαρχάκος στην «Κ».

«Τον γνώρισα το 1958-1959 στη Μύκονο, όπου πήγαινα γιατί είχα φίλους Μυκονιάτες. Στο παλιό λιμάνι υπήρχε ένα μικρό καφενείο-ουζερί, το Σαλί Μπαχλί. “Παιδιά, αύριο έρχεται ο Μάρκος από τη Σύρα”, μας είπε μια μέρα ο ιδιοκτήτης. Επρεπε να φτιαχτεί ένα πάλκο για να παίξει. Εμείς δεν ξέραμε ποιος ήταν ο Μάρκος. Αποφάσισε η παρέα να πάρουμε ψαροκασέλες και να το φτιάξουμε. Ετσι τον άκουσα πρώτη φορά. Είχε κάτι ιδιαίτερο με τη βραχνή φωνή του και τους υπόηχους που έβγαζε. Με εντυπωσίασε το τέμπο του, ο τρόπος που έπαιζε το ζεϊμπέκικο. Δεν τον είχα δει να χορεύει. Είχα δει όμως τον Μπιθικώτση και τον Χιώτη. Λένε ότι ο Μάρκος χόρευε πολύ καλά. Ηξερε ακριβώς τα 9/8, πώς χρησιμοποιούσε το τέμπο για τον αυθεντικό χορευτή και όχι αυτά τα τουριστικά που βλέπουμε».

Τα συναισθήματα του νεαρού τότε Ξαρχάκου ήταν ανάμεικτα. «Ακουγα κάτι αλλόκοτο, περίεργο. Βλέπετε, το περιβάλλον μου είχε σχέση με την κλασική μουσική. Με βασάνιζε η σκέψη: πώς αυτός ο δωρικός τρόπος έφτιαχνε μελωδία μέσα σε ένα τέτοιο ανελέητο τέμπο, κάτι σαν σούφικο. Αργότερα, το 1964, όταν άρχισα να έχω σχέση με αυτή τη μουσική και τους δημιουργούς της, είπα στον Τάκη Β. Λαμπρόπουλο να κάνουμε ένα αφιέρωμα για τον Μάρκο, που δεν ήταν πια στα πάνω του. Επέλεξα τέσσερα μπουζούκια: Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιώργος Ζαμπέτας, Στέλιος Μακριδάκης. Πρώτη φορά μπήκαν τέσσερα μπουζούκια στη σύγχρονη δισκογραφία. Ετσι έγινε ο δίσκος «Μάρκος, ο δάσκαλός μας». Οταν τελείωσε, μας φώναξε ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος στη Λυκούργου για να τον ακούσουμε. Ο Μάρκος ήταν παρών και πολύ συγκινημένος. Ολοι μας ήμασταν. “Βρε Μάρκο, τι δώρο θέλεις να σου κάνω;” τον ρώτησε ο Λαμπρόπουλος: “Κοίτα να δεις, πες σε αυτούς εκεί κάτω να μου φέρουν ένα σακάκι ψαροκόκαλο”. Υπάρχει φωτογραφία που φοράει αυτό το σακάκι».

Οι εμμονές του

Τολμηρή η δεύτερη προσέγγιση του Στ. Ξαρχάκου στην παράσταση που ξεκινάει απόψε και θα παρουσιάζεται κάθε Σαββατοκύριακο στο Gazarte. «Τον Μάρκο δεν σηκώνει να τον πειράξεις. Εδωσα έμφαση στα εκφραστικά μέρη που μεταχειρίζεται χωρίς περισσότερες επεμβάσεις. Δίνω προσοχή στις εμμονές του, όπως σε ένα πέρασμα κιθάρας ή μπουζουκιού. Η εμμονή δημιουργεί αυτή την περιστροφή, το σούφικο όπως ακούγεται στο τραγούδι “Πλημμύρα”». Ανήκει στο δεύτερο μέρος της παράστασης, στα καραντουζένια», που είναι είδος κουρδίσματος του μπουζουκιού.

Ως τραγουδίστρια, η Δήμητρα Γαλάνη είχε οδηγό τις αρμονίες του Τσιτσάνη. Αλλωστε δούλεψε μαζί του. «Εδώ υπάρχει δωρικότητα, αφαίρεση. Εχει κάτι αρσενικό η μουσική του Μάρκου. Αυτό με γοητεύει αφάνταστα, αισθάνομαι ότι παίζω με τα αγόρια, όπως έκανα μικρή. Μπαίνοντας στα παιχνίδια τους δεν γίνομαι αγόρι, αλλά είμαι ο εαυτός μου. Αυτές είναι και οι οδηγίες του Σταύρου. Ακόμη κι αν κάνω το λάθος να γίνω πιο τραχιά, μου θυμίζει ότι δεν χρειάζεται».

Το περιβάλλον και η εποχή τής είναι άγνωστα, αλλά, όπως λέει, «σαν άνθρωπος δεν ήμουν ποτέ σε μικρόκοσμο. Εχω περπατήσει τη ζωή, δεν είμαι παρατηρητής. Τώρα είναι σαν να κάνω ανώτερες σπουδές. Μελετάω την εποχή και τον στίχο του Μάρκου, τη σκληράδα του αναγκαστικού περιθωρίου αλλά και την τρυφερότητα που είχε. Είχα συγκινηθεί όταν διάβασα πως περιέγραφε αυτό που έκανε: “Ακουμπάω τα τέλια του μπουζουκιού όπως αγγίζουν τα πουλιά τα σύρματα και κάθε νότα που βγαίνει είναι σαν ένα πουλί που πετάει”. Τι ευαισθησία! Μόνο με οδηγό τον Ξαρχάκο μπορούσα να το προσεγγίσω αυτό. Αλλωστε, από 17 χρονών αντάμωσα μαζί του».

Ο Μιχάλης Μυτακίδης κάνει κάτι τελείως βιωματικό, μου είχε πει νωρίτερα ο Στ. Ξαρχάκος. «Ερχομαι από ένα μέρος που είναι στις ρίζες μας το ρεμπέτικο», λέει ο πρωτεργάτης του ελληνικού χιπ χοπ. «Οι ρεμπέτες έπαιζαν στις παλιές ταβέρνες στο Πέραμα. Ευτυχώς έχουμε παραστάσεις αλλά και αφηγήσεις των δικών μας γι’ αυτά τα τραγούδια. Ο κώδικας σ’ αυτά που σκαρώνω χρόνια έχει την αμεσότητα του ρεμπέτικου. Ετσι ακατέργαστο είναι και το χιπ χοπ. Οπως εκείνοι είχαν ανάγκη να πουν κάποια πράγματα και δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να τα πουν ακαδημαϊκά μουσικά, έτσι κι εμείς είχαμε την ίδια ανάγκη. Υπάρχουν κοινά στοιχεία και εντόπισα ακόμη περισσότερα στις πρόβες. Η συνεργασία αυτή είναι ένα μεγάλο μάθημα για εμάς: ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν και με άλλη λογική απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ