ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Αθλητική απόδοση και γενετική προδιάθεση

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ

Οπως τονίζει ο κ. Καχριμάνης «η αθλητική απόδοση επηρεάζεται από τη γενετική προδιάθεση (ταλέντο) και την επίδραση των γονιδίων στις προσαρμογές από την προπόνηση». Ετσι, οι επιστήμονες με μια απλή εξέταση βρίσκουν τα γονίδια και συνθέτουν το ιδανικό γενετικό προφίλ (αθλητικό και υγείας) φτιάχνοντας μια βάση δεδομένων για την εξατομίκευση προπονήσεων και διατροφής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο πρωταθλητής γεννιέται ή γίνεται; Πώς μπορούμε να επιλέξουμε το σωστό άθλημα για το παιδί; Πώς βοηθάει ο γονιδιακός έλεγχος σ’ αυτή την κατεύθυνση και ποιος ο ρόλος του στη θωράκιση της υγείας μας; Τις απαντήσεις δίνει στην «Κ» ο καθηγητής της Γερμανικής Αθλητικής Σχολής (Deutsche Sporthochschule) στην Κολωνία, Γιώργος Καχριμάνης, ο οποίος έχει σημαντική εμπειρία από τη μακρά παρουσία του στον χώρο της επιστήμης και του αθλητισμού.

«Η αθλητική απόδοση επηρεάζεται από τη γενετική προδιάθεση (ταλέντο) και την επίδραση των γονιδίων στις προσαρμογές από την προπόνηση. Τα γονίδια είναι συγκεκριμένες αλληλουχίες βάσεων του DNA τα οποία περιέχουν αποθηκευμένη μια συγκεκριμένη γενετική πληροφορία. Το DNA βρίσκεται στον πυρήνα του κυττάρου και το γονίδιο είναι μέρος του DNA και υπεύθυνο για τα χαρακτηριστικά μας», αναφέρει αρχικώς.

Και αναλύει ο Γιώργος Καχριμάνης: «Η επιστήμη της γενετικής, βιοϊατρικής, της μοριακής βιολογίας, της διατροφογενετικής, της βιοπληροφορικής (ερμηνεία αλλαγών των γονιδίων), της βιοχημείας, παίζουν, πλέον, πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη του αθλητή και στην υγεία του ανθρώπου γενικότερα. Με μια απλή εξέταση που γίνεται στο γραφείο μου και στο DNA health diagnostics παίρνοντας γενετικό υλικό (λίγο σάλιο) με μια μπατονέτα απ’ το στόμα του αθλητή, βρίσκουμε ποια είναι τα επίπεδα των γονιδίων που είναι περισσότερα στους οργανισμούς των αθλητών, ποια είναι η γενετική τους προδιάθεση δηλαδή (θετικός γονότυπος), αν έχουν έφεση και τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για το άθλημα που επιθυμούν και ποιες οι διατροφικές τους ανάγκες για διάρκεια στην απόδοση και σωστή αποκατάσταση. Ετσι μπορούν να διαλέξουν σε ποιο άθλημα αντοχής - δύναμης - ταχύτητας έχουν κλίση και δουλεύοντας πάνω σ’ αυτά να μεγιστοποιήσουν την απόδοσή τους».

– Ποια είναι, λοιπόν, η χρησιμότητα του γονιδιακού ελέγχου;

«Τεράστια. Οι επιστήμονες βρίσκοντας τα γονίδια συνθέτουν το ιδανικό γενετικό προφίλ (αθλητικό και υγείας) φτιάχνοντας μια βάση δεδομένων η οποία βοηθά στην 100% εξατομίκευση των προπονήσεων αλλά και των διατροφολογικών αναγκών, όπου εντοπίζονται τα θετικά ή αρνητικά στοιχεία που επηρεάζουν την απόδοση και την υγεία κι έτσι επεμβαίνουν προς βελτίωσή τους». Καταλήγοντας, υπογραμμίζει πως με τον γονιδιακό έλεγχο επιχειρείται η μεγιστοποίηση της απόδοσης με τη λιγότερη δυνατή φθορά: «Φανταστείτε τον οργανισμό του αθλητή σαν μια μηχανή η οποία πρέπει να δουλεύει συνέχεια στο μέγιστο και που πρέπει να τη συντηρήσουμε με τα καλύτερα υλικά. Το πλεονέκτημα του θετικού γονότυπου είναι τεράστιο. Μελέτες δείχνουν ότι αυτός που το έχει ξεκινάει από θέση ισχύος άνω του 60%. Επίσης εκτιμάται ότι το 50% της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου –δείκτης αντοχής– είναι προκαθορισμένο και μάλιστα κληρονομείται από τη μητέρα. Βλέπουμε λοιπόν ότι παρόλο που η αθλητική απόδοση επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες και μπορεί να βελτιωθεί, ο ρόλος της κληρονομικότητας δεν είναι αμελητέος αλλά συμβάλλει στο να ξεχωρίζει ο ένας αθλητής από τον άλλο. Για να γίνει λοιπόν κάποιος πρωταθλητής πρέπει να γεννηθεί με ευνοϊκό γονότυπο. Ξέροντας από την αρχή πού υπερτερεί, διαλέγει το σωστό αγώνισμα και έχοντας το γενετικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων που κάνουν την ίδια προπόνηση με σωστό προπονητικό πλάνο, μπορεί να φτάσει στον στόχο του που είναι ο πρωταθλητισμός και γενικότερα να θωρακίσει την υγεία του μειώνοντας τη θνησιμότητα σε μεγάλο βαθμό».

Σύμφωνα με τον κ. Καχριμάνη, ανάμεσα σε άλλα, τα γονίδια ACE, AMPD1, EPROR είναι υπεύθυνα για την υψηλή αντοχή και τη σωστή οξυγόνωση των μυών. Το MCT δείχνει τον δείκτη κόπωσης. Το ΝΟS-3 σχετίζεται με τη μυϊκή δύναμη και κατευθύνεται σε αθλήματα δύναμης. Το ACTN3 που σχετίζεται με την ταχεία μυϊκή σύσπαση και βοηθάει τους αθλητές να ξεκινούν με το πλεονέκτημα της ταχύτητας, οπότε τους κατευθύνουμε σε αθλήματα ταχύτητας. Το IL6 σχετίζεται με την υπερκόπωση των μυών και ο αθλητής με θετικό γονότυπο σ’ αυτό δεν κουράζεται εύκολα. Το BDNF σχετίζεται με τη διάθεση του αθλητή. Τα COL1A1, COL5A1 σχετίζονται με την πρόληψη τραυματισμών, τη γρήγορη επούλωσή τους και έτσι στη γρήγορη αποκατάσταση του αθλητή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ