ΜΟΥΣΙΚΗ

Δεξιοτεχνικά εντυπωσιακός και εκφραστικά γενναιόδωρος

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η ερμηνεία του 28χρονου πιανίστα διέθετε αέρα άλλης εποχής, γεγονός σπάνιο ανάμεσα στους καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το κύριο ενδιαφέρον της συναυλίας της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ στις 26 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ήταν η συμμετοχή του Κωνσταντίνου Δεστούνη. Ο 28χρονος πιανίστας έχει ήδη κερδίσει περισσότερους από δέκα διεθνείς διαγωνισμούς σε Ελλάδα, Γερμανία και Αυστραλία, έχει ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους, ανάμεσα στους οποίους έναν με άπαντα τα πιανιστικά έργα του Θόδωρου Αντωνίου και διδάσκει στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής του Λονδίνου.

Τη συγκεκριμένη βραδιά απέδωσε το πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι σε μια λαμπρή ερμηνεία με γοητεία άλλης εποχής, δεξιοτεχνικά εντυπωσιακή και εκφραστικά γενναιόδωρη. Με μεγάλο ήχο και σιγουριά, ο Δεστούνης άρθρωσε το παίξιμό του σε επιμέρους εκφραστικές ενότητες μέσα από τη διακύμανση της δυναμικής και χαρακτηριστικούς τονισμούς, οι οποίοι έδιναν διαρκώς νέο παλμό στις φράσεις και εξασφάλιζαν τη φυσική ροή της μουσικής.

Επιπλέον, ήταν μία ερμηνεία που έβγαζε συναίσθημα, όπως σπάνια ακούει κανείς σήμερα πια από πιανίστες της νεότερης γενιάς.

Ατυχώς, η ορχήστρα δεν συμμετείχε στη γιορτή. Παρά την ενθάρρυνση του αρχιμουσικού Στέφανου Τσιαλή για μια πιο έντονη παρουσία και τη φανερή πρόθεση για διάλογο με τον σολίστα, το σύνολο έμενε σταθερά πίσω, κάποτε μάλιστα, ειδικά στο τελευταίο μέρος, αναχαιτίζοντας και τη δική του ορμή. Οπως τόσο συχνά στη χώρα μας, οι ορχήστρες θεωρούν ότι τα κοντσέρτα αφορούν μονάχα τους σολίστες.

Πολύ καλύτερα κύλησαν τα πράγματα στην Τέταρτη Συμφωνία του Μπετόβεν, η οποία ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς. Εμφανώς περισσότερο δουλεμένη, αλλά και με λιγότερα σημεία που μπορούν να εκθέσουν τις αδυναμίες μιας ορχήστρας, η συνολικά φωτεινή αυτή παρτιτούρα με τις τόσες επιμέρους ιδιαίτερες πτυχές, αποδόθηκε με επιτυχία, κυρίως χάρη στις σβέλτες ταχύτητες του Τσιαλή, ακόμα και στα πιο αργά μέρη. Η διεύθυνσή του έκανε τη μουσική να ρέει αβίαστα και με χάρη, ενώ αναδείκνυε εξίσου τις πιο ενδιαφέρουσες, σκοτεινές όψεις.

Η βραδιά ξεκίνησε με την «Προσευχή στην Ακρόπολη» του Μενέλαου Παλλάντιου, έργο που γράφτηκε το 1942 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ερχόμενη χρονιά. Ως «μυστικός» τίτλος της σύνθεσης φέρεται το «Ελλάς 1940» καθώς, σύμφωνα με τον συνθέτη, το έργο περιγράφει την καταπίεση και τη βαρβαρότητα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής, την καρτερία και τον επιθυμητό τελικό θρίαμβο των Ελλήνων.

Πράγματι, η περίπου 12λεπτη σύνθεση δεν διαθέτει τίποτε από την κατάνυξη και την ταπεινότητα μιας προσευχής, αλλά αντίθετα αποδίδει με γλαφυρό τρόπο και σε ύστερο ρομαντικό ύφος το προαναφερθέν «πρόγραμμα», αξιοποιώντας τις δυνατότητες μιας μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας. Επειτα από μια δύσκολη εκκίνηση και συνήθη προβλήματα, κυρίως στα χάλκινα πνευστά, ο Τσιαλής απέδωσε με επιτυχία τα διάφορα επεισόδια από την έντονα δραματική και συναισθηματικά φορτισμένη αρχή έως το μάλλον πομπώδες, επικό φινάλε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ