ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πρώτη μου επίσκεψη στα Σκόπια ήταν τον Απρίλιο του 1997 για τη συναυλία φιλίας και ειρήνης που είχε δώσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η πόλη που θυμάμαι είχε τις πολεοδομικές προδιαγραφές να γίνει μια γοητευτική πρωτεύουσα πατώντας πάνω στον αρχιτεκτονικό μοντερνισμό της ανοικοδόμησης από τον επανασχεδιασμό της και με τη συμβολή του γραφείου μελετών Δοξιάδη, μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1963. Η εικόνα που αντικρίζει κανείς σήμερα από ταχεία εφαρμογή του προγράμματος «Σκόπια 2014» είναι απογοητευτική. Το πράσινο μειώθηκε, οι ανοικτοί χώροι στις όχθες του Βαρδάρη γύρω από την παλαιά πέτρινη γέφυρα εξαφανίστηκαν. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική της ταυτότητα χάθηκε από την πολιτική εξαρχαϊσμού της κυβέρνησης Γκρούεφσκι.

Εντονες είναι οι συζητήσεις μεταξύ των καλλιτεχνών και των αρχιτεκτόνων πάνω στο ερώτημα πώς η πόλη θα απαλλαγεί από τη βάρβαρη αισθητική κτιριακής υποδομής και της δημόσιας μνημειακής γλυπτικής με αρχαιοελληνικές αναφορές. Το κόστος για την απομάκρυνσή τους είναι τεράστιο και, σύμφωνα με κυβερνητική ανακοίνωση, στη θέση τους θα τοποθετηθεί πινακίδα που θα διευκρινίζει ότι τα έργα έχουν αναφορές στον ελληνικό πολιτισμό.


Λιτές γραμμές και εξωστρεφή ανοίγματα, τα κύρια χαρακτηριστικά του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στα Σκόπια. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Κι όμως, υπάρχει ένα αυθεντικό πολιτισμικό κομμάτι της Ελλάδας στα Σκόπια. Και συμβολίζει την αλληλεγγύη των Ελλήνων στη γείτονα χώρα σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας της. Σαράντα έξι (46) έργα τέχνης βρίσκονται στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης των Σκοπίων εδώ και 55 χρόνια. Αποτελούν δωρεές 34 Ελλήνων καλλιτεχνών οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην έκκληση να συνδράμουν στην ενίσχυση ενός μουσείου που είναι αποκλειστικά γέννημα και θρέμμα μιας παγκόσμιας κινητοποίησης. Την ιστορία του αφηγείται στην «Κ» ο διευθυντής του προγράμματος και έφορος του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Ζόραν Πετρόφσκι. Από το αίθριο του μοντέρνου κτιρίου, πάνω στον λόφο του Καλέ, η θέα είναι καταπληκτική. Ο ανοικτός υπαίθριος χώρος που το περιβάλλει, ανέγγιχτος από το πρόγραμμα «2014», αναδεικνύει τις λιτές γραμμές του, τα εξωστρεφή μεγάλα ανοίγματα. 

Από τα συντρίμμια της καταστροφής του 1963 γεννήθηκε το μουσείο. Η έκκληση για βοήθεια ευαισθητοποίησε και τον καλλιτεχνικό κόσμο. Η έναρξη έγινε στην Μπιενάλε Γραφιστικής Τέχνης της Λιουμπλιάνα, που δώρισε τα πρώτα έργα. Η βοήθεια πήρε παγκόσμιες διαστάσεις όταν επιτροπή επιστημόνων και πολιτικών, με επικεφαλής τον καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης Μπόρις Πετκόφσκι (και πρώτο διευθυντή του μουσείου), απηύθυνε έκκληση προς τη διεθνή καλλιτέχνη κοινότητα μέσω του συνεδρίου καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του 1963. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η πόλη είχε συγκεντρώσει περισσότερα από 2.000 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής και φωτογραφίας, 1.667 καλλιτεχνών από 66 χώρες. Ενας από τους πρώτους καλλιτέχνες ήταν ο Πικάσο. Το έργο που έστειλε με προσωπική επιστολή το 1963 φέρει τον τίτλο «Woman’s Head».

Το κτίριο

Το επόμενο βήμα ήταν η ίδρυση κτιρίου που θα στέγαζε τη συλλογή. Η Πολωνία χρηματοδότησε δωρεάν εξ ολοκλήρου την ανέγερση του κτιρίου και ενίσχυσε τη συλλογή με 212 έργα 135 καλλιτεχνών. Η Ελλάδα ανταποκρίθηκε αμέσως. Η Βάσω Κατράκη και ο Εμμανουήλ Πηλαδάκης έστειλαν έργα τους το 1965, ενώ μια από τις πρώτες εκθέσεις του μουσείου ήταν και του Γιάννη Γαΐτη. Πέντε έργα δώρισε ο Ελληνας δημιουργός, και όταν επέστρεψε στην Αθήνα ευαισθητοποίησε τον καλλιτεχνικό κόσμο. Από τον κατάλογο της μόνιμης συλλογής διαβάζουμε τα ονόματα: Αχιλλέας Απέργης, Θανάσης Ακριβόπουλος, Μπέμπα Αγγελινού, Καίτη Αντύπα, Διοχάρη, Αχιλλέας Δρούγκας, Ελένη Ζέρβα, Χριστίνα Ζερβού, Οπυ Ζούνη, Χρήστος Καράς, Δημήτρης Κοντός, Νίκη Καναγκίνη, Λευτέρης Κανακάκης, Βάσω Κατράκη, Αννα Κωνσταντίνου, Στάθης Λογοθέτης, Γιάννης Μίχας, Κούλα Μπεκάρη, Δημήτρης Μυταράς, Τόνια Νικολαΐδη, Γιώργος Νικολαΐδης, Μπία Ντάβου, Παντελής Ξαγοράρης, Δημήτρης Ξόνογλου, Εμμανουήλ Πηλαδάκης, Βασίλης Σκυλάκος, Σωτήρης Σόρογκας, Ιωάννα Σπητέρη, Ελένη Σταθοπούλου, Βαγγέλης Φαεινός, Αλέξανδρος Φασιανός, Σωσώ Χουτοπούλου-Κονταράτου, Μαρία Χατζηγάκη.

Το κακόγουστο πρότζεκτ και οι πολιτιστικές γέφυρες

Σήμερα το μουσείο χάρη στις δωρεές οι οποίες συνεχίστηκαν ώς τη δεκαετία του ’80, κατέχει μια αξιόλογη συλλογή 5.500 έργων που εκπροσωπεί τις διεθνείς τάσεις της σύγχρονης τέχνης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Τα περισσότερα προέρχονται από Ιταλία (352 έργα), ακολουθούν Γαλλία (283), Κροατία (222), Πολωνία (212), Βραζιλία (201), Σερβία (196 έργα), ΗΠΑ (120), Ιαπωνία (95 έργα), λιγότερα από απίθανες γωνιές του κόσμου και φυσικά χωρών της Ευρώπης και της Βαλκανικής. Το εκθεσιακό πρόγραμμα του μουσείου περιλαμβάνει αφιερώματα σε χώρες. Η ελληνική συλλογή παρουσιάστηκε πέρυσι.

«Ηταν μια συμβολική έκθεση με την οποία υπογραμμίζαμε ότι η πολιτική απόσταση και το επακόλουθο πολιτιστικό χάσμα ανάμερα στις γειτνιάζουσες χώρες, μέχρι πρόσφατα, υπήρξε ένα ακατανόητο αίνιγμα. Ωστόσο, οι περιπτώσεις πραγματικής σύνδεσης είχαν επιτευχθεί από καλλιτέχνες. Οι ελληνικές δωρεές φωτίζουν αυτό το κληρονομικό παράδοξο επισημαίνοντας για άλλη μία φορά ότι η τέχνη έχει την απεριόριστη δυνατότητα να χτίζει πολιτιστικές γέφυρες».

Εργα, ωστόσο, της σύγχρονης γλυπτικής τέχνης στον αστικό χώρο εξακολουθούν να υπενθυμίζουν το πολιτιστικό χάσμα, επισημάναμε στον κ. Πετρόφσκι. «To πρότζεκτ “Σκόπια 2014” δεν άξιζε στην πόλη» σχολιάζει. «Ηταν προσχεδιασμένο με καθαρά πολιτικούς σκοπούς. Προγραμματίστηκε χωρίς δημόσια διαβούλευση και υλοποιήθηκε με ασαφείς διαδικασίες. Ηταν ένα κακόγουστο πρόγραμμα με άσχημο αποτέλεσμα».

Το μουσείο ξεκίνησε ήδη τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις. Η απελευθέρωση του δημόσιου χώρου ήταν και το θέμα του έργου «Freeingspace» (Απελευθερωτικός) με το όποιο τα Σκόπια συμμετείχαν στη Μπιενάλε αρχιτεκτονικής της Βενετίας. Ομάδες φοιτητών και καθηγητών της αρχιτεκτονικής σχολής σχεδίασαν την απελευθέρωση μοντέρνων κτιρίων από τις αρχαΐζουσες προσόψεις του προγράμματος 2014. Τα σχέδια παρουσιάζονται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης σε μια έκθεση (εγκαινιάστηκε την περασμένη Τρίτη) και κατά τη διάρκειά της προγραμματίζονται σχετικές δημόσιες συζητήσεις Πέραν της αισθητικής, η κριτική προς την κυβέρνηση Γκρούεφσκι ήταν ότι επιβάρυνε τη χώρα με 500 εκατ. ευρώ για να «χτίσει» μια νέα πολιτισμική και εθνική ταυτότητα τη στιγμή που τα μουσεία της φυτοζωούσαν. Είναι έτσι; «Είναι αλήθεια ότι δύσκολα τα βγάζουμε πέρα. Ελπίζουμε ωστόσο σε κάτι καλύτερο. Σε μια πολιτική ανοιχτή με περισσότερη κατανόηση. Ενα τόσο μικρό κράτος με εξασθενημένη οικονομία, χρειάζεται χρόνο για να ορθοποδήσει. Ωστόσο, δεν θα είμαστε συνεχώς σε απομόνωση. Ελπίζω να αναπτυχθεί η οικονομία της χώρας για να ανασάνει και το μουσείο. Να ξεκινήσουμε συνεργασίες με τις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και φυσικά, ελπίζω σύντομα, με την Ελλάδα. Υπάρχουν σκέψεις και ήδη γίνονται συζητήσεις για εκθέσεις μεταξύ μουσείων των δύο χωρών».


Εργα των Γιάννη Γαΐτη, Βάσως Κατράκη και Οπυς Ζούνη εκτίθενται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης των Σκοπίων. 
 
– Προφανώς είστε υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών...
– Πάντα ήθελα να λυθεί αυτό το πολύπλοκο ζήτημα. Με έναν πολιτισμένο τρόπο και από τις δύο πλευρές όλα μπορούν να προχωρήσουν. Είναι απαράδεκτο να καταπιέζεται ένας λαός από εθνικισμούς. Για τον λόγο αυτόν πήγαινα σε συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με την ταυτότητά μου. Είμαι αυτός που είμαι. Πρέπει να πάμε μπροστά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ