ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Από το βρετανικό φλέγμα στο πολυπολιτισμικό γεύμα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΟΥΣΟΥΝΕΛΟΣ

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Καρατζάς

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Σε έναν τόπο συντηρητικό και προσηλωμένο σε θεσμούς και παραδόσεις, έχουμε την απόλυτη απόδειξη ότι η γαστρονομία δεν... χαλιναγωγείται.

Βρέθηκα στο Λονδίνο προ ημερών, όπου απόλαυσα για ακόμα μία φορά εξαιρετικό φαγητό. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει επέλθει μια τεράστια αλλαγή. Αν και αυτό δεν αφορά την εθνική τους κουζίνα αυτή καθαυτήν, ωστόσο τη συναντάς εμφανώς βελτιωμένη και, ας μου επιτραπεί να πω, πιο ακομπλάριστη. Σημαντική είναι η παρουσία των βρετανικών τυριών, τα οποία κατεβαίνουν δυναμικά στις αγορές και σε κερδίζουν με την ποικιλία, τις ωριμάσεις και τον γευστικό τους πλούτο. Η ανάπτυξη και η στήριξη υπαίθριων είτε στεγασμένων αγορών, πάγκων και καντινών, το άνοιγμα μικρών εστιατορίων από μετανάστες στα αστικά κέντρα και στις γειτονιές δίνουν χρώμα, ουσία, γεύση και ένα πολυπολιτισμικό υπόβαθρο παγκοσμίου ενδιαφέροντος. Την ίδια στιγμή τα γαστρονομικά εστιατόρια, είτε με βάση την κουζίνα του Ηνωμένου Βασιλείου είτε με χαρακτήρα αμιγώς γαλλικό, κινέζικο, ιαπωνικό, αναπτύσσονται και κρατούν διεθνή σκήπτρα ποιότητας και αναγνώρισης. Παράλληλα με την απλή, σπιτικής αισθητικής και απαιτήσεων κουζίνα των μικρών εστιατορίων, αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό το fine dining στην πολυτελή και ακριβή, όσο και στην πιο προσβάσιμη μορφή του. Σε έναν τόπο συντηρητικό και προσηλωμένο σε θεσμούς και παραδόσεις, έχουμε την απόλυτη απόδειξη ότι η γαστρονομία δεν... χαλιναγωγείται. Μάγειρες με δημόσιο λόγο, είτε αυτός εκφέρεται μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές είτε από τα βιβλία τους (χαρακτηριστικά παραδείγματα, για να περιοριστούμε σε πιο αναγνωρίσιμους, η Nigella Lawson και ο Jamie Oliver), καθημερινά αναδεικνύουν μια παγκοσμιοποιημένη πρόταση διατροφής και δεν διστάζουν να προτείνουν πιάτα από οποιοδήποτε μέρος της Γης. Οι ίδιοι, με ιδιαίτερο σεβασμό, ερευνητική διάθεση και πολλές φορές με χιούμορ, παρουσιάζουν συχνά τα κλασικά πιάτα της βρετανικής υπαίθρου και της απλής καθημερινότητας με ή δίχως τη δική τους πινελιά.

Αν και προσωπικά είμαι της λογικής του καθ’ ημάς Απίκιου: «Όταν ταξιδεύεις, πρέπει να τρως με φανατισμό το γευστικό ιδίωμα της χώρας στην οποία βρίσκεσαι»*. Επιλέγω τοπικές σπεσιαλιτέ και προϊόντα, κατά προτεραιότητα! Αλλά δεν θα συμφωνήσω με τη συνέχεια της παραγράφου: «...κάθε άλλη αντίστιξη συνιστά, μάλλον, συναισθηματικό νεοπλουτισμό ή κακόγουστη μετωνυμία»*. Στο Λονδίνο, άλλωστε, δείχνει να διαμορφώνεται ένα σκηνικό με χρώματα, γεύσεις και αρώματα που συνιστούν το «de gustibus et de coloribus», ένα αυταπόδεικτο αξίωμα. Είναι αλήθεια. Αυτή τη φορά επέστρεψα χορτάτος. Σύμμαχοί μου, το διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα, οι πληροφορίες φίλων και κατοίκων περιοχών που επισκέφθηκα. Διαβαίνεις την πόρτα εστιατορίων και η ατμόσφαιρα είναι ζεστή και μυρωδάτη. Πλάι σου περνάνε πιάτα ευφάνταστα με αρώματα εκλεκτά, ποικίλα και διακριτά: το ξίδι είναι ξίδι, το κρεμμύδι κρεμμύδι, το κάρι κάρι, το βούτυρο βούτυρο. Όχι μπερδεμένα και αδιόρατα. Σε κρατούν, δεν σε διώχνουν.

Με ή χωρίς Brexit η Αγγλία αλλάζει. Αυτό που συμβαίνει στην πρωτεύουσα και σε άλλες μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, αν μη τι άλλο, έχει και γευστικό ενδιαφέρον!

*Απίκιος, Πένες σε μελάνι, εκδόσεις Μελάνι, 2005

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο 2019 στο περιοδικό «Γαστρονόμος»
 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ