Τον Φεβρουάριο του 2017, ύστερα από μια πολύωρη πτήση, ο φωτογράφος Περικλής Μεράκος προσγειώνεται στο Νέο Δελχί. Έχει ξεκινήσει από την Αθήνα, με αφορμή μερικά πολύ ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ που έχει παρακολουθήσει, για να ανακαλύψει αυτή τη συναρπαστικά άγνωστη χώρα, συλλέγοντας εμπειρίες και εικόνες. Πέρασε δύο μήνες ιχνηλατώντας τόπους και κοινότητες, ακολουθώντας ανθρώπους και μαθαίνοντας τις ιστορίες τους, καταγράφοντας με τον νου και την κάμερά του ήθη, έθιμα, παραδόσεις, πραγματικότητες και κοινωνικά φαινόμενα. Ταξίδεψε από το Νέο Δελχί στο Ραζαστάν, την πολιτιστική καρδιά της Ινδίας, στο Ούταρ Πραντές, στην Άγκρα, στην περιοχή του Ταζ Μαχάλ, στο Βαρανάσι. Ο φακός του μπήκε στους οίκους ανοχής του Νέου Δελχί, ψηλάφησε τα καμένα με οξύ πρόσωπα των γυναικών στην Άγκρα, στάθηκε με σεβασμό ενώπιον των σορών που καίγονται στις όχθες του Γάγγη, εντυπωσιάστηκε από το τελετουργικό πλύσιμο ενός ασκητή αγκόρι σάντου με τις στάχτες των νεκρών και παρασύρθηκε στον ξέφρενο ρυθμό του Φεστιβάλ των Χρωμάτων.

Ο δρόμος του πληρωμένου έρωτα

Η οδός GB Road είναι η πιο διάσημη περιοχή με κόκκινα φώτα στην ινδική πρωτεύουσα. Στις πολυκατοικίες που εκτείνονται κατά μήκος του δρόμου λειτουργούν εκατοντάδες οίκοι ανοχής, οι οποίοι ενώνονται μεταξύ τους με περάσματα που έχουν δημιουργηθεί ρίχνοντας τους ενδιάμεσους τοίχους ή ανοίγοντας τρύπες στα ταβάνια των δωματίων. Εκεί απασχολούνται 1.000-1.500 εργάτριες του έρωτα, οι οποίες αναζητούν πελάτες ρεμβάζοντας στα παράθυρα των διαμερισμάτων. Ένα ανεπαίσθητο νεύμα ή κλείσιμο του ματιού είναι αρκετό για να κλειστεί το ραντεβού. Ο Περικλής Μεράκος περιηγήθηκε σε περισσότερα από είκοσι τέτοια σπίτια, προσπαθώντας να καταγράψει την καθημερινότητα των γυναικών, τα άθλια κλειστοφοβικά δωμάτια με τον μοναδικό ανεμιστήρα. Από τα περισσότερα διώχτηκε κακήν κακώς, κατορθώνοντας να «ξεκλέψει» μόνο λίγα καρέ, αρκετά για να μεταφέρει την ατμόσφαιρα της περιοχής.

 


Ο ινδουιστής ασκητής αγκόρι σάντου πλένεται στα νερά του Γάγγη, χρησιμοποιώντας στάχτες από τα διπλανά κρεματόρια.

 

Εκδίκηση με οξύ

Κάθε χρόνο, στην πόλη της Άγκρα καταγράφονται επισήμως μέχρι και 4.000 επιθέσεις με οξύ σε γυναίκες. Οι πραγματικές επιθέσεις είναι πολύ περισσότερες. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες συνάντησε και φωτογράφισε ο Περικλής Μεράκος, θέλοντας να μάθει τις ιστορίες τους. Η Νίτα και η Γκίτου είναι μητέρα και κόρη. Δέχτηκαν επίθεση με οξύ από τον σύζυγο και πατέρα την ώρα που κοιμούνταν μαζί με τη δεύτερη κόρη της οικογένειας. Εκείνη δεν επέζησε. «Η αίσθηση που μου έδωσαν», λέει ο φωτογράφος, «ήταν ότι φυσικά δεν το έχουν ξεπεράσει. Έμοιαζαν ανοιχτές και ευδιάθετες και ήθελαν να πουν την ιστορία τους, ώστε να μάθει ο κόσμος τι συμβαίνει, αλλά πίσω από το χαμόγελό τους υπήρχε μια μόνιμη θλίψη».

Τουρισμός στα κρεματόρια

Η καύση ενός νεκρού σώματος στο Βαρανάσι, στις όχθες του Γάγγη, θεωρείται μεγάλη τιμή, εξ ου και καθημερινά δεκάδες σοροί αποτεφρώνονται σε φωτιές κατά μήκος της όχθης. Την ίδια στιγμή που οι συγγενείς αποχαιρετούν τους αγαπημένους τους, στα νερά του ποταμού, μέσα σε βάρκες ή κατά μήκος της ακτής, τουρίστες και ζευγαράκια συρρέουν για να παρακολουθήσουν το ηλιοβασίλεμα και τις φωτιές σε ένα μακάβριο σμίξιμο. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού είναι η αδυναμία να καταβάλουν το αντίτιμο για να προμηθευτούν αρκετά ξύλα, ώστε να καεί ολοσχερώς ο νεκρός τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα συχνά μισοκαμένα ανθρώπινα μέλη να επιπλέουν στο ποτάμι ή να αναπαύονται στην ακτή, αφότου ο αέρας σκορπίσει τις στάχτες.

Αυτές τις στάχτες των νεκρών και το νερό του ποταμού χρησιμοποιούν οι ινδουιστές ασκητές αγκόρι σάντους για να λούσουν τα μαλλιά και να πλύνουν το σώμα τους. Πρόκειται για ασκητές που ακολουθούν ακραίες θρησκευτικές πρακτικές, οι οποίες κάποιες φορές περιλαμβάνουν και τη νεκροφαγία. Ο ασκητής τον οποίο κατόρθωσε να φωτογραφίσει ο Π. Μεράκος βρίσκεται στην πόλη Χαριντβάρ και ακολουθεί για χρόνια αυτό το τελετουργικό του εξαγνισμού με νερό από το ιερό ποτάμι και στάχτη από τα διπλανά κρεματόρια.

 


Οι τουρίστες κάνουν βαρκάδα στα νερά του Γάγγη, παρακολουθώντας την καύση των νεκρών στην ακτή.

 

Το Φεστιβάλ των Χρωμάτων

Το Χόλι είναι από τις διασημότερες θρησκευτικές γιορτές των ινδουιστών και τελείται κάθε χρόνο στις αρχές της άνοιξης. Χιλιάδες ινδουιστές συμμετέχουν σε αυτό το φεστιβάλ, που είναι ταυτόχρονα γιορτή γονιμότητας και καλής σοδειάς, με συγκεντρώσεις έξω από ναούς και τόπους λατρείας. Μία από τις πιο δημοφιλείς εκδηλώσεις του πολυήμερου φεστιβάλ είναι η ρίψη χρωματιστής σκόνης ή πούδρας στους πιστούς. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, κάτι ανάμεσα σε μαγεία και θρησκευτική έξαψη, με χιλιάδες ανθρώπινα πρόσωπα και κορμιά να γεμίζουν χρώματα, κινούμενα σαν ένα πολύχρωμο ποτάμι που πάλλεται ταυτόχρονα από κατάνυξη και ενθουσιασμό.

Όταν επέστρεψε από αυτό το ταξίδι, ο Περικλής Μεράκος είχε χάσει 17 κιλά –«προσπάθησα να ζήσω σαν Ινδός, να τραφώ όπως αυτοί, να επιβιώσω στις ίδιες συνθήκες υγιεινής· ήταν φυσικό να έχω κάποιες απώλειες»– και μια φωτογραφική μηχανή, που καταστράφηκε εξ ολοκλήρου από τη σκόνη στο φεστιβάλ Χόλι. Κέρδισε όμως, λέει, πολλαπλά. «Είναι σαν ένας άλλος πλανήτης», τονίζει. «Ζήλεψα τον τρόπο που οι Ινδοί διαχειρίζονται τη διαφορετικότητα, τον έμφυτο σεβασμό που έχουν για όλες τις μορφές ζωής, το ότι η θρησκεία δεν είναι αντίπαλος της κοινωνίας. Τους αγάπησα, με εντυπωσίασαν τα ψυχικά τους αποθέματα. Αυτό το ταξίδι με άλλαξε». 

Θα είναι δε ο πρώτος σταθμός ενός πρότζεκτ ζωής με τίτλο «Οι άλλοι», το οποίο αποφάσισε να αναλάβει ο φωτογράφος, θέλοντας να καταγράψει «κοινωνίες, ανθρώπους, κράτη, συνθήκες που αποκλίνουν από το φυσιολογικό και το πολιτικώς ορθό των δυτικών κοινωνιών και κινδυνεύουν να χαθούν». ■

Ο Περικλής Μεράκος θα παρουσιάσει τη δουλειά του στο πλαίσιο του TravelFest 2019, το Σάββατο 6/4, στις 15.30, στο Πολιτιστικό και Αθλητικό Κέντρο «Δαΐς» στο Μαρούσι.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ