Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης σαν ποιητές δημοτικών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τμήμα φωτογραφίας του Δημήτρη Κοιλαλούς από την ατομική έκθεση φωτογραφίας «CΑΕSURA, όσο κρατάει μια ανάσα». Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, έως 26 Μαΐου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Από τον Γεώργιο Τερτσέτη γνωρίζουμε ποιες συνθήκες ώθησαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να γίνει άπαξ ποιητής-τραγουδιστής: Στα προεπαναστατικά χρόνια συνέθεσε ένα τραγούδι που ο Ν.Γ. Πολίτης το παραθέτει στις «Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» σημειώνοντας ότι «το γεγονός διηγείτο ο ίδιος [ο Κολοκοτρώνης], και την διήγησιν αυτού κατέγραψεν ο Τερτσέτης, ακούσας παρά γραίας εκ της οικογενείας των Κολοκοτρωναίων». Κάποια Λαμπρή ο καπετάνιος βρισκόταν με ογδόντα παλικάρια «εις το μεγαλύτερο βουνό της Πελοποννήσου. Από ημέρες τους είχαν είδηση δοσμένη ότι θα πάνε αλυσοδεμένους εκατόν πενήντα ανθρώπους». Ο πρωτοπρόσωπος λόγος του Κολοκοτρώνη, με διπλή διαμεσολάβηση, της συγγένισσάς του και του Τερτσέτη:

«Εδιαμοίρασα τους μισούς συντρόφους εις το άλλο βουνό, έβαλα τα καραούλια με μεγάλη πρόβλεψη διά να κάμομε τη Λαμπρή μας ασφαλισμένοι. Εδιαμοιρασθήκαμε λοιπόν και τους είπα: Ε, αδελφοί χριστιανοί, να είμασθε συγκεντρωμένοι, όχι, όχι, που μας ονομάζουν οι άρχοντες και το γουναρικό κλέφτες, να ελευθερώσουμε τους ζωντανούς. Αν θέλετε να μ’ ακούσετε, να κρεμάσομε τα χαϊμαλιά μας εις τα έλατα αυτά είναι η εκκλησία μας, η Λαμπρή μας, και να ασπασθούμεν και να ελευθερώσουμε τους αδελφούς μας, που πάνε να τους φυλακίσουν διά παντός εις τα δεσμά. Απάνω που καθίσαμε να φάμε, είπα πάλε: Αν είμαστε αδελφοί, να χύσομε το αίμα μας διά τους αδελφούς μας. Πρώτα τους ορμήνευσα μιλητά, έπειτα το έκαμα και τραγούδι και τους το ετραγούδησα».

Ενα παλιό κλέφτικο, παραλλαγή και αυτό ενός ακόμα παλαιότερου τραγουδιού, χαροντικού, διασκεύασε ο Κολοκοτρώνης, για να εμψυχώσει τους συναγωνιστές του: «Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής οι κλέφτες / ολονυχτίς κουρσεύανε και τες αυγές κοιμόνται. / Κοιμόνται στα δασιά κλαριά και στους παχιούς τούς ίσκιους. / Είχαν αρνιά και ψήνανε, κριάρια σουβλισμένα, / μα είχαν κι ένα γλυκό κρασί, που πίν’ν τα παλικάρια. / Κι ένας τον άλλον έλεγαν, κι ένας τον άλλον λέει: / “Καλά τρώμε και πίνουμε και λιανοτραγουδάμε, / δεν κάνουμε κι ένα καλό, καλό για την ψυχήν μας; / -ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια-, / να πάμε να φυλάξουμε στης Τρίχας το γεφύρι, / που θα περάσει ο βόιβοντας με τους αλυσωμένους / να κόψουμε τους άλυσους να βγουν οι σκλαβωμένοι, / να βγει της χήρας το παιδί, π’ άλλο παιδί δεν έχει, / κι αυτό το ‘χει μονάκριβο στον κόσμο ξακουσμένο”». Ισως βοήθησε το τραγούδι, ίσως η Παναγία, όπως λέει ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, το αποτέλεσμα πάντως της μάχης ογδόντα Ελλήνων με 2.000 Τούρκους ήταν εντυπωσιακό. Σκοτώθηκαν 87 Τούρκοι και μόνο ένας κλέφτης, πρωτοξάδερφος του Κολοκοτρώνη.

Πυκνότερες σχέσεις με τη σύνθεση ή την ανασύνθεση τραγουδιών είχε ο Μακρυγιάννης, που διευκολυνόταν σ’ αυτό από την ικανότητά του στον ταμπουρά. Στα «Απομνημονεύματα» περιγράφει κάποιες στιγμές στην Ακρόπολη, που την πολιορκεί ο Κιουταχής, Σεπτέμβριο του 1826:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι: “Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Ελληνά μου βασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Ηλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει: / Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιριολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, / και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα. / Για την πατρίδα πήγανε στον Αδη, τα καημένα”. Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”». Δεν βγήκε όμως σε καλό. Στη μάχη της επομένης ο Γκούρας σκοτώθηκε.

«Του θαυμασίου τούτου άσματος», γράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης, «υπάρχει παραλλαγή τις εν τη “Συλλογή δημοτικών ασμάτων της Ηπείρου” του Π. Αραβαντινού, Αθήνα 1880, σ. 83. Οι τρεις τελευταίοι στίχοι και το τσάκισμα “Ελληνά μου, βασίλεψε” εποιήθησαν αυτοσχεδίως υπό του Μακρυγιάννη αρμόδια προς την περίστασιν». Πάντως οι τρεις αυτοί στίχοι με την καμπανιστή ρίμα είναι και οι πιο αδύναμοι του τραγουδιού. Να προστεθεί ότι οι λέξεις ηρωικός, πατρίδα και Ελληνας δεν είναι συνηθισμένες στα κλέφτικα, και γενικότερα στα προεπαναστατικά δημοτικά, όπου χρησιμοποιούνται τα ονόματα Ρωμιός και Γραικός. Στα ιστορικά τραγούδια, που πλάστηκαν στην Επανάσταση, το εθνώνυμο Ελληνας διεκδικεί εντονότερα τη χρήση του. Εμφανίζεται λ.χ. στον τραγουδισμένο προθανάτιο λόγο και του Διάκου και του Καραϊσκάκη.

Για τον θάνατο του Καραϊσκάκη είχε συνθέσει και ο Μακρυγιάννης ένα τραγούδι. Στους στίχους του χρησιμοποιεί ξανά γνωστά μοτίβα (αυτός ήταν άλλωστε ο τρόπος της δημοτικής ποίησης), ενθέτει και πάλι λέξεις ασυνήθιστες στο προεπαναστατικό δημοτικό, αλλά απολύτως συμβατές με την επαναστατική εξέλιξη (λ.χ. «πατρίδα»), δίνει πληροφορίες ιστοριογραφικά εξακριβωμένες, για τον πυρετό του Καραϊσκάκη ή την αποκοτιά των Κρητικών, δεν υπαινίσσεται δε ελληνική εμπλοκή στον θάνατο του καπετάνιου. Λίγοι στίχοι:

«Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας, / είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε: / Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη, / Παρασκευή ξημέρωσε, μην έχει ξημερώσει, / που πιάστηκε ο πόλεμος, το κρητικό ντουφέκι. / Καραϊσκάκης τ’ άκουσε, ήταν και θερμασμένος».

Τα τραγούδια που ιστορούσαν τα ανδραγαθήματα των κλεφτών δεν απευθύνονταν σε κάποιο απόμακρο, ξένο ακροατήριο. Ηταν στοιχείο της ίδιας της ζωής των αγωνιστών, που ή συμμετείχαν στη δημιουργία τους, όσοι είχαν το μεράκι και τη δεξιότητα, ή τα τραγουδούσαν και τα αναμετέδιδαν όχι μόνο προφορικά αλλά ενίοτε και γραπτά. Αυτό το επιμαρτυρεί η περίπτωση του καπετάνιου Θοδωράκη Γρίβα (1797-1862). Στον Γρίβα η δημοτική μούσα αφιέρωσε αρκετά τραγούδια, που παρακολουθούν τη μακρά δράση του: τους απελευθερωτικούς αγώνες του, τις συρράξεις του με άλλους καπετάνιους και τη σφοδρή εναντίωσή του στον Οθωνα (το 1843 τάχθηκε στο κίνημα υπέρ του συνταγματικού πολιτεύματος).

Τραγούδια όμως έφτιαξε και ο ίδιος. Μια ιδιαίτερα εκτενής παραλλαγή του τραγουδιού που αφορούσε τον αποκλεισμό του, στις 24 Μαρτίου 1824, στην Κατοχή Μεσολογγίου από αντίπαλούς του οπλαρχηγούς, τον Καραϊσκάκη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Μακρή, γράφτηκε από τον Γρίβα και δόθηκε σε χειρόγραφο στον Χ.Ν. Ούλριχ, για να δημοσιευτεί το 1860 από τον Αρνολντ Πάσοβ, γαμπρό του Ούλριχ,  στα «Τραγούδια ρωμαιικά».

Την άλλη Κυριακή θα μιλήσουμε για τον Διάκο και το «Για δες καιρό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ