ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΡΕΤΑΙΟΣ
Σαν άμμος που χάνεται - Στιγμές
από τη ζωή δεκαέξι γυναικών
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2018
σελ. 132

Γεννημένος στην Αθήνα το 1971 και εγκατεστημένος στο Βέλγιο ο Ευάγγελος Αρεταίος δημοσιογραφεί στην εφημερίδα «Πολίτης» της Κύπρου και παράλληλα στον ελληνικό συνδρομητικό ιστότοπο Inside Story, καλύπτοντας θέματα Ευρωπαϊκής Ενωσης και Τουρκίας. Η αγάπη του για τα ταξίδια (επισκέπτεται συστηματικά την Τουρκία από το 1996 και μετά, όπως και τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη) μαζί με τις νομικές και ισλαμικές του σπουδές αποτέλεσαν το διαβατήριο για την είσοδό του στην πεζογραφία (έχει δημοσιεύσει δύο μυθιστορήματα και ένα δημοσιογραφικό οδοιπορικό για την πολιτική και την κοινωνία στην Τουρκία). Το τελευταίο του βιβλίο «Σαν άμμος που χάνεται» στην καλαίσθητη έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, αποτελείται από δεκαέξι διηγήματα γραμμένα ανάμεσα στο 2013 και 2016 και εμπνευσμένα από τη ζωή γυναικών που ο συγγραφέας συνάντησε στις περιπλανήσεις του: «Ολες αυτές τις γυναίκες τις έχω γνωρίσει. Με διαφορετικά ονόματα, αλλά σε αυτές τις συγκυρίες (…) Τις θαύμασα για την αστείρευτη δύναμή τους, τη δίχως τέλος αντοχή τους, την ικανότητά τους να παλεύουν κάθε μια με τον τρόπο της και να πιστεύουν σε κάτι ευγενικό. Θέλησα να γράψω για να μη λησμονηθούν οι αγώνες τους (…) αφήνοντας τη φαντασία μου να περιπλανηθεί στη ζωή και την ψυχή τους (…) Είναι στο βάθος τόσο όμορφα ίδιες(…)»

Η Μπουρτζού και η Λαλέ

Παρόμοιες οι ζωές των έξι γυναικών από την Τουρκία, από τις οποίες εμπνέεται ο συγγραφέας στα ισάριθμα διηγήματα. Η Μπουρτζού, κοινωνιολόγος, μεγαλωμένη στην πολυτέλεια, ζει την ουτοπία μέσα στις μάζες των ανθρώπων στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης. Εκεί, όπου οι άνθρωποι πίστεψαν σε κάτι διαφορετικό, σε «μια ρομαντική ουτοπία συμβίωσης και ειρήνης». Μέσα στην πλατεία πνιγμένη στα δακρυγόνα και στον φόβο της άκρατης βίας που τη στοιχειώνει, η κοπέλα συνεχίζει να κρατά το χέρι του άνδρα που βρέθηκε στην ίδια πλευρά του οδοφράγματος, στον ίδιο αγώνα. Και η Λαλέ όμως που έχασε τον γιο της από λευχαιμία και φορούσε μιαν άσπρη μάσκα όταν τον επισκεπτόταν στο νοσοκομείο, βγήκε στη μεγάλη διαδήλωση. Ποιος ξέρει, μπορεί κι ο γιος της να ήταν τώρα ανάμεσα στο πλήθος που τιμούσε τη μνήμη ενός παιδιού. «Μα τι έφταιγε το παιδί που πήγε να πάρει ψωμί και το σκοτώσανε;», αναρωτιέται απαρηγόρητη.

Η δημοσιογράφος Ανταλέτ, η καθηγήτρια Χατιτζέ που πληροφορείται τον θάνατο του πατέρα της στον αδελφοκτόνο πόλεμο στο Πανεπιστήμιο που διδάσκει, η νεαρή Οσλέμ που προσπαθεί να ξεφύγει από την Τουρκία του εκφοβισμού, βλέποντας ταινίες με τις φίλες της και πάνω απ’ όλα κοιτώντας στα μάτια τον καλό της και η Μπαχάρ, μάνα πέντε παιδιών που αντί για μολύβια και χαρτιά κρατούν στα χέρια τους όπλα, αναδεικνύονται γυναίκες-σύμβολα που σε στιγμές καταλυτικής έντασης αγωνίζονται να εκφραστούν και να επιβιώσουν.


Το εξώφυλλο του βιβλίου στην καλαίσθητη έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις ανεπαίσθητες ανταποκρίσεις ανάμεσα σε αισθήματα και περιστατικά. Εμπνέεται από την Πέτρα που φτάνει στο Μάλι της Δυτικής Αφρικής, ακολουθώντας την αποστολή των Ευρωπαίων για να εκπαιδεύσει τους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο των τζιχαντιστών. Από τη Φαίη στο Δουβλίνο που παραιτείται από το όνειρο και δεν φεύγει με τον καλό της για τη Νέα Ζηλανδία, όπου δεν υπάρχει φτώχεια και κρίση, αφήνοντας τα δάχτυλά της να παλεύουν με τις χορδές και το δοξάρι του βιολιού, κλείνοντας τα μάτια για να μη φανούν τα δάκρυα στους θαμώνες της δουβλινέζικης παμπ. Από την Καθλίν στη Σκωτία, την Ιουλία και τη Ζενεβιέβ στο Βέλγιο, τη Βαλέρια στην Ουκρανία και την Κατερίνα στη Λευκωσία. Η ιστορία της Νουρ από τη Συρία εστιάζεται στην τραυματική εμπειρία της γυναίκας που γνωρίζει την προσφυγιά και τέλος εκείνη της Λένας, Ελληνίδας δικηγόρου παγιδευμένης στις παράλογες συμβάσεις ενός εχθρικού και ξένου προς τη φύση της κόσμου, αποκαλύπτει την ανθρώπινη ανάγκη για επαφή που εκφράζεται ακόμα και στις πιο παράδοξες συγκυρίες.

Η απουσία σχολιασμού και η ανάπτυξη της αφήγησης από την οπτική γωνία των γυναικών επιτρέπουν στον Ευάγγελο Αρεταίο να μεταφέρει τα βιώματά τους με την τραγική τους καθαρότητα χωρίς ίχνος μελοδραματικής αλλοίωσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ