Είναι το καλοκαίρι του 1954 και η 26χρονη Ανιές Βαρντά, έχοντας ήδη υιοθετήσει το ισόβιο χαρακτηριστικό της κούρεμα, ταξιδεύει στις μεσογειακές ακτές της Γαλλίας, και συγκεκριμένα στη μικρή πόλη Σετ, αφήνει για λίγο τη φωτογραφική της μηχανή και στέκεται πίσω από μια κάμερα. Για τα έξοδα της ταινίας (υπολογίζεται ότι δεν χρειάστηκε περισσότερα από 14.000 δολάρια) χρησιμοποίησε ένα μικρό ποσό που είχε αποταμιεύσει από μια κληρονομιά και δανείστηκε χρήματα από φίλους, καταφέρνοντας έτσι να δημιουργήσει αυτό που σήμερα θεωρείται το πρώτο κεφάλαιο μιας από τις συναρπαστικότερες ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά, της Νουβέλ Βαγκ. Γιατί, πριν εμφανιστεί ο Τριφό, ο Γκοντάρ και ο Ρομέρ, είχε προηγηθεί η Βαρντά και το θρυλικό πρώτο της φιλμ «La Pointe Courte».

Στην ταινία παρακολουθούμε δύο μεταξύ τους ανεξάρτητες ιστορίες (η Βαρντά είχε επηρεαστεί από τα «Άγρια φοινικόδεντρα» του Φόκνερ): την πορεία μιας ερωτικής σχέσης και τη ζωή κάποιων ψαράδων. Η τεχνική της αφήγησής της ήταν πρωτοποριακή, ωστόσο αυτό που πρωτίστως πιστώθηκε στη νεαρή σκηνοθέτιδα ήταν η δύναμη των πλάνων της και η ικανότητά της να μεταφέρει το συναίσθημα μέσα από τις εικόνες και τη διαδοχή τους.

Η Βαρντά παρέμεινε δημιουργική και δραστήρια μέχρι την περασμένη εβδομάδα, όταν και έφυγε από τη ζωή, στα 90 της χρόνια. Σε μια συνέντευξή της στον Guardian, πριν από λίγους μήνες, είχε πει ότι «θα ήθελα ο κόσμος να με θυμάται ως μια σκηνοθέτιδα που απόλαυσε τη ζωή, ακόμα και τον πόνο». 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ