Security Bulletin

SECURITY BULLETIN

Κύπρος, μια αισιόδοξη προοπτική που απαιτεί σκληρή δουλειά

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΡΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών οδήγησε σε έντονη αντίθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Πιθανώς να υπάρξουν μεταξύ Απριλίου 2019 και Απριλίου 2020, εξ ίσου σημαντικές εξελίξεις, τούτη τη φορά στα ανατολικά και όχι τα βόρεια μας σύνορα, αλλά κάτω από συνθήκες που δεν επιτρέπουν καμία εσωτερική διχόνοια. Αλλιώς διακυβεύονται και κεφαλαιώδη εθνικά συμφέροντα αλλά και οι διεθνείς αρχές τις οποίες διαχρονικά η Ελλάδα έχει υπερασπισθεί. Απαριθμώ επιλεκτικά πέντε από τις νέες ή σχετικά νέες παραμέτρους που ίσως επηρεάσουν αποφασιστικά τις εξελίξεις.

Όταν ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, επισκέφθηκε την Αθήνα, τον Νοέμβριο 2017, η κοινή γνώμη αναστατώθηκε από την απαίτηση επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923 εφ’ όσον εμείς, παρόλο που υπήρξε σκληρή για τον ελληνισμό, την θεωρούμε ακρογωνιαίο λίθο οποιωνδήποτε φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.   Η στάση του αυτή δεν έπρεπε όμως να είχε εκπλήξει, δεδομένου ότι μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η κυβέρνησή του στηρίζεται και από ένα κόμμα εθνικιστικό, δηλαδή το ΜΗΡ.   Άλλωστε η πολιτική της αμφισβήτησης  της Συνθήκης της Λωζάννης δεν άρχισε με την δημόσια τοποθέτηση του τούρκου Προέδρου.   Ήδη από παλαιά, σε ευθεία αντίθεση με τους όρους της Συνθήκης εκείνης, η Άγκυρα διαμηνύει στη διεθνή κοινή γνώμη ότι εφ’ όσον οι δύο κοινότητες της Κύπρου δεν βρίσκουν ομοσπονδιακή λύση  – προφανώς και λόγω της εμμονής  της ίδιας της Άγκυρας σε νομιμοποιημένη πλέον παράταση της στρατιωτικής της παρουσίας – θα πρέπει να υπάρξει ντε γιούρε διχοτόμηση και, ως εκ τούτου,  νόμιμη τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, σε κατάφωρη αντίθεση με τη συγκεκριμένη Συνθήκη.

Σήμερα όμως οι πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάννης αμφισβητούνται ευρύτερα.   Υπάρχει τουρκική βάση στο Ιράκ, κάτι που κάθε άλλο παρά ευχαριστεί την ιρακινή κυβέρνηση.   Χειρότερα, μια αποδυναμωμένη κυβέρνηση στη Συρία, υπό την αναγκαστική κηδεμονία της Ρωσίας και του Ιράν, προς το παρόν ανέχεται μια στρατιωτική τουρκική παρουσία στο Ιντλιμπ, παρά την αδυναμία ή αβελτηρία της Άγκυρας να πετύχει την ειρήνευση και τον αφοπλισμό των ομάδων ακραίων ισλαμιστών στη περιοχή, ενώ την ίδια στιγμή ο τουρκικός στρατός ήδη εισέβαλε σε μια κουρδοκατοικούμενη περιοχή της Συρίας, πιθανότατα προχώρησε σε εθνοκάθαρση και απειλεί ότι θα κάνει το ίδιο στις υπόλοιπες, μόλις αποσυρθούν οι αμερικανικές δυνάμεις που πολεμούν τους τρομοκράτες του ISIS σε συμμαχία με τους Κούρδους της Συρίας. Συνοψίζοντας, σχεδόν όλοι οι γείτονες της Τουρκίας είναι αντιμέτωποι πλέον με μία σίγουρα αναθεωρητική και, όπου βρίσκει ευκαιρία, επεκτατική δύναμη.  

Αποτελεί, βέβαια, αναμφισβήτητο και παρήγορο στοιχείο ότι στην Τουρκία διενεργούνται εκλογές και ότι οι δημοκρατικοί λαοί γενικά αποφεύγουν τις πολεμικές συρράξεις.   Από την άλλη πλευρά, έχουν εξασθενήσει σε επικίνδυνο βαθμό τα τελευταία χρόνια, τα οποία αναχώματα σε αυταρχική χρήση της εξουσίας προσέφεραν στην Τουρκία τα ελεύθερα μέσα ενημέρωσης και ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα.  Έτσι, παρά τα αδιαμφισβήτητα κεκτημένα από την βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε επίπεδο προσωπικό, πολιτιστικό και ιδίως οικονομικό, μετά τη μεγάλη επαναπροσέγγιση που ξεκίνησε το 1999, κανένας σώφρων Έλλην πολίτης δεν μπορεί να αισθάνεται μακροπρόθεσμα ασφαλής.

Ευτυχώς οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές είναι καλύτερες. Το πρόβλημα της Συρίας και συγκεκριμένα των κουρδικών δυνάμεων που έπαιξαν σημαδιακό ρόλο στον πόλεμο κατά του «Χαλιφάτου», δημιουργούν άμεσα προβλήματα για την Άγκυρα του είδους που δεν δημιουργεί το Αιγαίο.   Ορθά λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει την υιοθέτηση νέων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ίσως θα έπρεπε επίσης η ελληνική κοινή γνώμη να επανεξετάσει εάν έχει αποδειχθεί σοφή η πολιτική της μακροχρόνιας και ανέμελης αναβολής δικαστικής διευθέτησης σοβαρών νομικών εκκρεμοτήτων ή εάν θα ήταν ευνοϊκότερη μια επίλυση μέσω παραπομπής διαφορών στο  Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Δεύτερη παράμετρος αποτελεί η διαπίστωση ότι  στην περίοδο μεταξύ το 1945 και 1999, υπήρξε μια αμφίρροπη σχέση μεταξύ αφ’ ενός της επιρροής του διεθνούς δικαίου και πολιτικών αρχών (π.χ. στις περιπτώσεις του Σουέζ το 1956, στη σταδιακή απελευθέρωση των πρώην αποικιών, στην ήττα του απάρτεϊντ, στις συνθήκες του Ελσίνκι για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στην επιτυχημένη απώθηση της ιρακινής επίθεσης στο Κουβέιτ το 1991) και αφ’ ετέρου μιας παλαιότερης, αυτοπεριγραφόμενης ως «ρεαλιστικής», αντιμετώπισης διεθνών προβλημάτων (π.χ. οι σοβιετικές επεμβάσεις στην Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία, η τουρκική στην Κύπρο, η απροθυμία της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει μια γενοκτονία όπως της Ρουάντας). Από το 1999 η πλάστιγξ έχει γείρει εντυπωσιακά, όχι όμως και τελεσίδικα, προς την δεύτερη κατεύθυνση, όπως μαρτυρούν ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, η εισβολή στο Ιράκ το 2003 ενάντια στη θέληση της πλειοψηφίας των μελών του ίδιου Συμβουλίου, και οι επιθέσεις κατά της Ουκρανίας, προσχηματικά  από αγνώστους, στην πραγματικότητα από μία πασίγνωστη διεθνή δύναμη, το 2014.

Συνεπώς στη σημερινή συγκυρία, οποιαδήποτε σχετικά αδύναμη χώρα δυσκολεύεται να υπολογίσει πως θα πολιτευθούν οι μεγάλες δυνάμεις σε μια συγκεκριμένη κρίση, ή πότε ενδέχεται να ζητήσουν την αλλαγή κάποιων κανόνων του παιχνιδιού.   Αίφνης κατά την συζήτηση επί της πρόσφατης εξάμηνης ανανέωσης της θητείας του UNIFICYP στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ επιχειρηματολόγησε  ότι δε θα έπρεπε να υπάρχουν ειρηνευτικές δυνάμεις σε χώρες όπου δεν διεξάγεται  πόλεμος. Εμείς βέβαια γνωρίζομε ότι η σχετική ειρήνη στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια αντικατοπτρίζει μια πάντα εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της μακροχρόνιας από το 1974 εξάσκησης ωμής βίας εκ μέρους της Άγκυρας και ενός πλέγματος διεθνών θεσμών και αρχών που εισέτι διατηρούν αρκετή επιρροή ώστε να συγκρατήσουν τους ισχυρότερους από περαιτέρω αιματοχυσία.   Άλλο όμως είναι να το γνωρίζομε εμείς, άλλο να ασπάζονται τη θέση μας κράτη ισχυρότερα της Ελλάδας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οποιοσδήποτε κίνδυνος εφαρμογής της αναφερόμενης επιχειρηματολογίας δεν είναι άμεσος. Όλοι μας όμως μπορούμε να αναλογισθούμε ποιας ασφάλειας θα εχαίρε μια Κύπρος με τουρκικά στρατεύματα στις σημερινές τους γραμμές αλλά χωρίς την παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.   Παράλληλα, όλοι όσοι παρατήρησαν  την επιτυχία της (αμερικάνικης) ΕΧΧΟΝ Mobil και την αποτυχία της (ιταλικής) ΕΝΙ να αντισταθεί στην Άγκυρα, στις περιοχές που είχαν επιλέξει για την έρευνα κοιτασμάτων φυσικού αερίου  εύλογα διερωτώνται εάν η Κυπριακή Δημοκρατία έχει τη διεθνή ισχύ ή έστω τη διεθνή επιρροή ώστε να αποφύγει τη διενέργεια τουρκικών ερευνών και αργότερα γεωτρήσεων για γαιάνθρακες σε περιοχές που θεωρούνται σαφώς κυπριακές.   Ασφαλώς η διεθνή κοινότητα, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από μεγάλες διεθνείς εταιρίες που ζητούν μακροπρόθεσμη σταθερότητα για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις, θα διάκειται ευνοϊκά, αντιλαμβανόμενη ότι η τουρκική άρνηση να υπογράψει τη Διεθνή Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), κάτι που της επιτρέπει να αμφισβητεί ριζικά την ΑΟΖ της Κύπρου, όχι απλώς είναι αδικαιολόγητη αλλά είναι επίσης οικονομικά ασύμφορη για όλους τους εμπλεκόμενους. Μήπως όμως η συμπάθεια και συναντίληψη δεν μετουσιωθούν σε πράξεις;

Δεδομένης της διπλής αβεβαιότητας που μόλις ανέλυσα, η τρίτη, και μάλλον αναπόφευκτη παράμετρος είναι  να διερωτηθούμε μήπως στη σημερινή δίνη των διεθνών σχέσεων, υπάρχει μια πιθανή εξέλιξη που θα αύξανε ουσιαστικά την σήμερα σχετικά χαμηλή αίσθηση ασφάλειας των πολιτών της Ελλάδας και της Κύπρου.   Απαντώ καταφατικά.   Πιστεύω πως μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να είναι η αποφασιστική επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον χώρο της ασφάλειας, όπως ζήτησε πρόσφατα ο Πρόεδρος Μακρόν.   Δεν είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί, είναι όμως πλέον πιθανό, δεδομένης, πρώτον, της διχόνοιας μέσα στον  ΝΑΤΟ, δεύτερον,  της τάσης οι κάτοικοι ευρωπαϊκών χωρών γενικότερα και όχι μόνον οι πολίτες της Ελλάδας και Κύπρου να αισθάνονται απροστάτευτοι σε έναν κόσμο με συνεχώς αυξανόμενες απειλές από γείτονες που αποδεδειγμένα  δεν σέβονται τη διεθνή έννομη τάξη, και, τρίτον, των ευνοϊκών σε γενικές γραμμές αντιδράσεων γερμανικών αξιωματούχων στις θέσεις του Μακρόν για ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής σε αντίθεση με την αρνητική τους στάση για όσα πρότεινε στον οικονομικό τομέα.

Μέχρι στιγμής η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίαζε τον εαυτό της ως μια ήρεμη δύναμη επικεντρωμένη στην οικονομική της ανάπτυξη και τη διαχείριση των κανόνων μιας κοινής, ενωμένης, αγοράς.   Όμως αυτή η εικόνα μιας ήρεμης δύναμης, όπως έχει διαπιστώσει μια σειρά αμερικανών ηγετών κατά την περασμένη δεκαετία, κρύβει την μακροχρόνια άρνηση των περισσοτέρων χωρών μελών να καταβάλλουν το ποσοστό του κόστους συλλογικής άμυνας που τους αναλογεί. Σήμερα, με την αβεβαιότητα όσον αφορά την μελλοντική αμερικανική στάση σε σχέση με το ΝΑΤΟ, και με την ενίοτε προσβλητική ανάμειξη ρωσικών αλλά και τουρκικών παραγόντων στα εσωτερικά χωρών μελών, η Ευρωπαϊκή Ένωση αρχίζει να διαισθάνεται την ανάγκη να καταστεί όχι απλώς ήρεμη αλλά και αποτελεσματική δύναμη, τουλάχιστον στον γεωγραφικό της περίγυρο.   Η Αθήνα, που ακόμα σε χρόνια χαλεπά, υπήρξε πάντα συνεπής όσον αφορά τις αμυντικές της δαπάνες, έχει το πρόσωπο αλλά σήμερα επί πλέον και την ευκαιρία να ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Ένωση προς την κατεύθυνση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής. Θα βοηθούσε πολύ όμως εάν μπορούσε να προσφέρει μια ευκαιρία που θα ωθούσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει άμεσα στη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της αμοιβαίας εξωτερικής ασφάλειας των χωρών μελών.   Και εδώ φτάνουμε στην τέταρτη σχετική παράμετρο.

Το Κυπριακό στη σημερνή του καμπή, προσφέρεται ως μια ιδανική τέτοια περίπτωση. Η Τουρκία έχει τα τελευταία χρόνια καταστεί μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη αλλά επίσης μια χώρα βαθειά διηρημένη όσο απομακρύνεται από τα ευρωπαϊκά και δυτικά πρότυπα   Τα κοσμικά δυτικά παράλια και οι κουρδόφωνες επαρχίες  βρίσκονται άθελα τους υπό τον έλεγχο μιας ισλαμικής και εθνικιστικής διοίκησης που εκφράζει άριστα τους κατοίκους της Ανατολίας.   Το αποτέλεσμα:  μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που όμως διαχειρίζεται την εξουσία χωρίς σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα και που ελέγχει τα δικαστήρια, κατάσταση κατάφωρα αντίθετη με τις προϋποθέσεις που οφείλει να τηρεί οποιαδήποτε χώρα υποψήφια για ένταξή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθόλου παράξενο λοιπόν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι, που είναι ήδη, όσον αφορά τα ιδιωτικά τους δικαιώματα, πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προτιμούν να αποτελέσουν πρωτοπόρα τουρκική κοινότητα μέσα στην ίδια Ένωση, παρά ένα καταπιεσμένο τμήμα μιας νέας μορφής οθωμανικού και ισλαμικού κράτους. Οι τουρκοκύπριοι αυτής της αντίληψης, είναι εκείνοι που εξέλεξαν ως αρχηγό το 2015 τον Μουσταφα Ακιντζί, η θητεία του οποίου λήγει τον Απρίλιο 2020.   Και η τελευταία αυτή ημερομηνία μας θέτει επίσης το χρονικό όριο μέσα στο οποίο όσοι επιθυμούν την επίλυση του Κυπριακού σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, πρέπει να κινηθούμε.

Ο Πρόεδρος Ερντογάν είναι, αναμφισβήτητα, ο πλέον επιτυχημένος Τούρκος πολιτικός της γενιάς του, και δεσπόζει της πολιτικής ζωής της χώρας του από το 2002 μέχρι σήμερα. Όμως ο οικονομικός μεγαλοιδεατισμός του τα τελευταία χρόνια, η πτώση της τουρκικής λίρας το 2018, ο συνεχώς αυξανόμενος πληθωρισμός και ανεργία, έχουν ήδη επηρεάσει την μοναδική γοητεία που τόσα χρόνια εξασκεί επί του τουρκικού λαού.   Άσχετα με τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών που θα διενεργηθούν στις 29 Μαρτίου, αντιμετωπίζει την αδήριτη ανάγκη να στηρίξει την καθοδική πορεία της τουρκικής οικονομίας ώστε να επανακάμψει η ροή των επενδύσεων από χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   Παράλληλα είναι σημαντικό να αναβαθμισθεί προς όφελος της Άγκυρας, η ήδη υπάρχουσα τελωνειακή ένωση, ακριβώς σε μια στιγμή όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί  τη διακοπή των αποτελματωμένων ενταξιακών διαπραγματεύσεων, και όπου η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάθε λόγο να εκφράσει έντονη αντίρρηση σε οποιαδήποτε προτεινόμενη αναβάθμιση εάν δεν έχει υπάρξει επίλυση του Κυπριακού.   Έτσι αρχίζει να διαφαίνεται η κατ’ αρχήν δυνατότητα εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής συμφωνίας.

Η πέμπτη, και κρισιμότερη, νέα παράμετρος είναι ότι οι κύριοι παίχτες στο Κυπριακό φαίνεται να ευρίσκονται πιο κοντά από ποτέ σε μια συναντίληψη για το είδος της συμφωνίας που θα αποτελούσε για τους ίδιους μια αποδεκτή λύση, αν και ευρίσκονται μακριά ακόμα από οποιαδήποτε συμφωνία.   Υπήρξαν βέβαια και στο παρελθόν κάποιες τέτοιες συγκυρίες αλλά θα επιχειρηματολογήσω ότι οι εντυπώσεις τότε, όχι όμως σήμερα, ήταν απατηλές.  

Ας ανατρέξομε στην περίοδο κυοφορίας των πέντε τον αριθμό διαδοχικών, σχεδίων Αννάν. Σε ημερίδα του Ελληνοτουρκικού Φόρουμ στο Πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη την άνοιξη του 2002, σε εποχή όπου διαφαίνετο μια ισχυρότατη δυναμική υπέρ μιας λύσης προωθούμενης τότε από τα Ηνωμένα Έθνη, με τη στενή καθοδήγηση των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, διαπίστωσα ότι πράγματι οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν μια λύση βασισμένη σε στοιχεία πού ήδη τότε συζητούντο δημόσια, όχι όμως και ο ελληνοκυπριακός λαός που δεν δεχόταν ένα βασικό στοιχείο των ήδη διαφαινομένων προτάσεων, δηλαδή της μακροχρόνιας παραμονής τουρκικών στρατευμάτων μετά από μια λύση. (Βλ. ΕΛΙΑΜΕΠ “Cyprus: The Year of Decision” 2002)

Η ιστορία των επομένων δύο ετών δικαίωσε πλήρως τη διαπίστωση μου. Οι δύο διαδοχικές αρνήσεις εκ μέρους του Ραούφ Ντενκτάς του πρώτου και του τρίτου σχεδίου Αννάν, (βασιζόμενες λιγότερο στην εθναρχική του και περισσότερο στην ανθυπατική του ιδιότητα, ως συνεπούς εκφραστή των θέσεων των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων για το Κυπριακό) οδήγησαν νομοτελειακά τους συντάκτες των διαδοχικών σχεδίων να διαλευκάνουν την ηγεμονική θέση που παραχωρούσαν μακροχρόνια στην Άγκυρα τόσο λιανά ώστε η άρνηση του ελληνοκυπριακού εκλογικού σώματος να καταστεί σχεδόν πάνδημος, με 75% να ψηφίζουν «όχι».

Έκτοτε δύο πράγματα άλλαξαν άρδην σε φαινομενικά αντίθετη αλλά στην πραγματικότητα, σε συγκλίνουσα θέση.  Από τη μια πλευρά ουδείς αμφισβητεί  πλέον ότι η Άγκυρα θα επενέβαινε στην Κύπρο, ακόμα και παράνομα, εάν ποτέ θεωρούσε ότι η συμφωνημένη θέση των Τουρκοκυπρίων ετίθετο σε κίνδυνο.   Σ’ έναν κόσμο όπου τα στρατεύματα της Τουρκίας έχουν εισχωρήσει βαθιά στη Συρία χωρίς καμιά επίσημη διεθνή εξουσιοδότηση, ποιος μπορεί να αμφιβάλει ότι θα έκανε το ίδιο και πάλι στην Κύπρο, εάν η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων ετίθετο σε αμφισβήτηση μετά από μια συμφωνία.   Δεν της είναι λοιπόν απαραίτητη η νομιμοποίηση.   Εκείνο που απαιτείται είναι η συμφωνία σε ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που θα ικανοποιεί την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε βάθος χρόνου, μια συμφωνία για οικονομικά και πολιτικά οφέλη που θα ικανοποιήσουν την Τουρκία άμεσα, και συνακόλουθα μια συμφωνία σύντομης αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων που θα ικανοποιήσει τον πολυταλαιπωρημένο ελληνοκυπριακό λαό.

Αναμφισβήτητα η Άγκυρα θα προτιμούσε τη διαρκή και νομιμοποιημένη παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο.   Αυτό διακηρύττει δημόσια και αυτό θα  ισχυρίζεται μάλλον μέχρι τη στιγμή που θα υπογράψει κάτι διαφορετικό. Γιατί υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να αλλάξει θέση; Διότι στα 15 χρόνια που πέρασαν από το δημοψήφισμα του Απριλίου 2004, υπήρξε μια κεφαλαιώδης αλλαγή στη στάση των μεγαλυτέρων δυνάμεων. Ουδεμία σημαντική διεθνή δύναμη επιθυμεί πλέον την Τουρκία να διατηρεί τον έλεγχο της Κύπρου, διότι ουδεμία μπορεί πλέον να την θεωρεί «δική της».   Με άλλα λόγια, ο ελληνοκυπριακός λαός έχει πλέον την ελπίδα να βρει το δίκαιο του όσον αφορά την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, όχι διότι, όπως ήλπιζε, ο υπόλοιπος κόσμος θα μάθαινε  να σέβεται τον διεθνή νόμο και τάξη, αλλά για τον, ανέλπιστο παλαιότερα, λόγο, ότι η Τουρκία έχασε ανεπιστρεπτί τον ρόλο ενός ισχυρού παίκτη μιας ομάδας, προτιμώντας να αναλάβει αντί αυτού τον πιο εντυπωσιακό ρόλο μιας ανεξάρτητης και απρόβλεπτης περιφερειακής δύναμης στην οποία, ως συνέπεια, καμία μεγάλη δύναμη πλέον δεν μπορεί να έχει μακροχρόνια εμπιστοσύνη.

Έτσι λοιπόν πλησιάζομε στη στιγμή της αλήθειας. Είναι οι Ελληνοκύπριοι διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε μια λύση που θα τους δένει τα χέρια μελλοντικά σε σχέση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα εφ’ όσον εξευρεθεί και εφαρμοσθεί ένα σχήμα που θα προστατεύει όλους τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από μια πολιτική κοινής ασφάλειας, η οποία στην Κύπρο θα ισοδυναμεί με εγγύηση του μελλοντικού συνταγματικού πρότυπου;

Είναι πιθανότατο ότι οι Ελληνοκύπριοι σε «αντάλλαγμα» για την πλήρη απόσυρση τουρκικών στρατευμάτων, θα δέχονταν ασμένως  ένα αναβαθμισμένο πρότυπο τελωνειακής ένωσης για την Τουρκία.   Σχεδόν σίγουρα θα δέχονταν την διευθέτηση των ορίων της κυπριακής ΑΟΖ από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και ότι ένα αξιόλογο τμήμα της μελλοντικής κυπριακής παραγωγής υδρογονανθράκων θα κατευθυνόταν προς την Τουρκία.   Παρά τους αντίθετους ψιθύρους μετά από την αποτυχία του Crans Montana μέχρι πρόσφατα, ευελπίστως δεν θα απαρνηθούν την συμφωνημένη το 1977 και 1979 από τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων συνταγή της διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας, που έκτοτε υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Δύο είναι τα επικίνδυνα σημεία.   Πρώτη σε σημασία αλλά σαφώς δεύτερη σε σειρά συζήτησης, η διαπραγμάτευση των λεπτομερειών του νέου σχήματος ασφαλείας για την Κύπρο.   Σ’ αυτή την διαπραγμάτευση η Ελλάδα θα παίξει, δικαιωματικά, κεντρικό ρόλο.   Για να φθάσουμε εκεί όμως πρέπει πρώτα οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να έχουν κλείσει την πολιτική πλευρά της συμφωνίας.   Και εδώ φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα.   Η ελληνοκυπριακή ηγεσία φαίνεται να πιστεύει ότι εφ’ όσον δέχεται μια χαλαρής μορφής ομοσπονδία (κατά τη γνώμη μου πάντα γι’ αυτό επρόκειτο) με ουσιαστικές αρμοδιότητες για τις συνιστώσες πολιτείες, τουλάχιστον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπαιρνε αποφάσεις δια πλειοψηφίας.   Σε μια τέτοια θέση η τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι αμετάκλητα αντίθετη, οι εθνικιστές για έναν ύπουλο αλλά οι περισσότεροι για έναν ουσιαστικό λόγο.

Ο ύπουλος λόγος είναι η ελπίδα ότι τελικά η θέληση της πλειοψηφίας, και σε ζητήματα της αρμοδιότητας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, θα υπόκειται στην επιρροή που θα συνεχίσει να εξασκεί στην τουρκοκυπριακή κοινότητα η εκάστοτε κυβέρνηση στην Άγκυρα.   Γι’ αυτό θα φαίνεται εύλογη η όποια ελληνοκυπριακή αντίρρηση σε προτάσεις που δίνουν δικαίωμα αρνησικυρίας ή ακόμα συμφωνίας εκ μέρους συγκεκριμένου τουρκοκύπριου αξιωματούχου.

Ο ουσιαστικός λόγος είναι η συμπεριφορά της ελληνοκυπριακής πολιτικής τάξης, σχεδόν στο σύνολό της, μεταξύ το 1964 και 1974.   Η ελληνοκυπριακή κοινότητα καταφανώς δεν επιθυμούσε να πολιτευθεί σύμφωνα με την βασική αρχή της ανεξαρτησίας, δηλαδή την μετάθεση της κυριαρχίας από την βρετανική αυτοκρατορία στους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους από κοινού.

Δεν είναι δύσκολο να εξέυρει κανείς σχήματα διακυβέρνησης που θα συμφιλίωναν τις θέσεις.   Το πρόβλημα είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να ξεπεράσουν την μορφή της «εθναρχικής προεδρίας» και οι Τουρκοκύπριοι της «ανθυπατικής προεδρίας».   Η νέα Κύπρος πρέπει να στηρίζεται σε δομές που απαιτούν και διευκολύνουν τη συνεργασία των δύο κοινοτήτων οι οποίες έχουν αλλάξει ριζικά από την εποχή του Προέδρου Μακαρίου και των Αντιπροέδρων Φαζίλ Κιουτσούκ και Ραούφ Ντενκτάς.

Παραδόξως αυτή η ουσιαστική μεταβολή θα είχε ήδη γίνει πραγματικότητα εάν είχε εφαρμοσθεί το αρχικό σχέδιο Αννάν.   Και ακόμα παραδοξότερο , δεν ήταν το στοιχείο της πολιτειακής δομής του σχεδίου Αννάν στο οποίο είχε ανυπέρβλητη αντίρρηση ο Τάσος Παπαδόπουλος.   Απαιτείται  να αναφέρω απλώς ότι το ζήτημα αυτό είναι καίριας και κρίσιμης σημασίας, και ότι, μαζί με τον καθηγητή Νεόφυτο Λοϊζίδη, έχουμε διατυπώσει μια συγκεκριμένη πρόταση στο πρόσφατο τεύχος του Friends of Cyprus Report (2019).   Αυτή συνδυάζει μια διμελή κοινή Προεδρία στενών αλλά σημαντικών αρμοδιοτήτων, βασισμένη στην σταθμισμένη ψήφο των δύο κοινοτήτων, με ένα κοινοβουλευτικό σύστημα για την επιλογή οκτώ εκ των δέκα υπουργών.   Μόνο που για να αποκτήσει ψήφο εμπιστοσύνης ο εκάστοτε πρωθυπουργός και η κοινοτικά μεικτή κυβέρνηση του, θα απαιτείται η στήριξη του ημίσεος των ελληνοκυπρίων αλλά και του ημίσεος των τουρκοκυπρίων μελών των δύο σωμάτων του κοινοβουλίου.   Έτσι θα εισαχθεί στην Κύπρο η κοινοβουλευτική αρχή της δεδηλωμένης αλλά μέσα στο νέο πλαίσιο ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συντάγματος.

Ο Μουσταφά Ακιντζί έχει αποδείξει τον εαυτό του τούρκο πατριώτη και δημοκράτη τον Ιούλιο 2016, όταν με αβέβαια ακόμα την έκβαση του πραξικοπήματος, το καταδίκασε.   Απέδειξε τον εαυτό του τουρκοκύπριο πατριώτη και δημοκράτη όταν μετά την αποτυχία στο Κρανς Μοντάνα, αρνήθηκε ρητά, παρά την απαίτηση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, να παραμερίσει την υποστήριξή του προς την συμπεφωνημένη από το 1977 και 1979 λύση μιας διζωνικής και διακοινοτικής ομοσπονδίας, και να υποταχθεί στην τουρκική απαίτηση για μια άλλη βάση λύσης, προφανώς διχοτομική ή (ουσιαστικά το ίδιο) συνομοσπονδική.   Γνώριζε και γνωρίζει βέβαια ότι εάν υπέκυπτε ή εάν υποκύψει, το αποτέλεσμα θα ήταν η τελειωτική ένταξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε ένα ισλαμικό και νέοοθωμανικό σύνολο.   Έτσι λοιπόν παραμένει ανοιχτή, τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο 2020, η πύλη της ελπίδας για μια ευρωπαϊκή και ομοσπονδιακή επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.   Απαιτείται όμως στο εγγύς μέλλον έντιμη και εφευρετική στάση εκ μέρους της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, στάση που θα κρίνει το μέλλον του ελληνοκυπριακού αλλά και του ελληνικού λαού, εφ΄όσον μια δίκαια λύση του Κυπριακού θα ισοδυναμεί πλέον με μία προοπτική μακροχρόνιας ασφάλειας και ενδυνάμωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μόνον αφού λυθεί το ζήτημα της εσωτερικής δομής εξουσίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων θα διαφανεί πλέον ξεκάθαρα στη διεθνή κοινή γνώμη ότι όπως πρώτη φορά διατυπώθηκε στο πλαίσιο Guterres, η επίμονη της Άγκυρας στη διατήρηση τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας αποτελεί μια αποικιοκρατικού είδους παραφωνία στη σημερινή Ευρώπη.   Τότε θα απαιτηθεί μια σίγουρα έντονη, αλλά ευελπίστως σύντομη, ενασχόληση με τις λεπτομέρειες της προσωπικής, της κοινοτικής και της ομοσπονδιακής ασφάλειας της νέας Ομοσπονδίας της Κύπρου.   Θα είναι σίγουρα έντονη διότι η εργασία αυτή δεν έγινε και δεν μπορεί να γίνει σε επίσημο επίπεδο, όσο η Άγκυρα μπορεί να προφασισθεί ότι η ελληνοκυπριακή ηγεσία δεν έχει ακόμα έμπρακτα δεχθεί την αρχή της πολιτικής ισότητας.   Και θα είναι ευελπιστώς σύντομη διότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της εργασίας που τότε θα απαιτηθεί να έχει γίνει, στη πραγματικότητα έχει ήδη γίνει, από Έλληνες και Ελληνοκύπριους ειδικούς, μέλη του Ελληνοτουρκικού Φόρουμ, όπως μπορεί οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος να διαπιστώσει σε μια απλή αλλά υπομονετική ανάγνωση του περιεκτικού σχετικού άρθρου του Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη στο Friends of Cyprus Report 2018 (σελ. 40-48)

Σκιαγράφησα ένα μέλλον που δεν μπορεί παρά να είναι αβέβαιο.   Δεν αξίζει όμως και για τις δύο πολυταλαιπωρημένες κοινότητες στην Κύπρο, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για όλες τις χώρες της περιοχής αλλά και της Ευρώπης, και κυρίως για τη χώρα μας, να δουλέψομε εντατικά ώστε να γίνει πραγματικότητα;

O κ. Κώστας Καρράς ίδρυσε την οργάνωση «Friends of Cyprus» στο Λονδίνο το 1974 και είναι ο Έλλην συντονιστής του Ελληνοτουρκικού Φόρουμ από το 1999. Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές του.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ