ΠΟΛΗ

Το ίχνος της αστικής ζωής στα υψώματα του Παγκρατίου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

H είσοδος μεσοπολεμικού σπιτιού (Εμπεδοκλέους 58, Παγκράτι), το οποίο βρίσκεται κάτω από το ύψος του δρόμου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Καθώς παρατηρούσα ορισμένες, ομολογουμένως, πολύ ενδιαφέρουσες πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’60, πίσω από τον ναό του Προφήτη Ηλία στην Υμηττού, σκεφτόμουν τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας. Στη μικρή οδό Ανακρέοντος, στον αριθμό 3-5, η μοντερνιστική είσοδος εκπέμπει δυναμισμό και στους γύρω δρόμους, αρκετές ακόμη πολυκατοικίες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο τολμηρές, έδιναν εκείνο που θα μετέφραζε κανείς ως πυκνή ατμόσφαιρα αστικής ζωής.

Σκεφτόμουν ότι τα ίδια χρόνια, εκεί γύρω στο ’60 και το ’70, αντίστοιχες πολυκατοικίες χτίζονταν στην Πατησίων και την Κυψέλη, και σε κάθε συνοικία, με ποιότητες διαβαθμισμένες, αλλά με δηλωμένη την πίστη στο αύριο. Το Παγκράτι σε εκείνο το σημείο έχει ανηφόρες και κατηφόρες και αν η μέρα είναι διαυγής και ανεμώδης, όπως ήταν τη μέρα που περπατούσα σε εκείνους τους δρόμους, έχει κανείς την αίσθηση ενός τόπου στα όρια του άστεως. Παρά την πυκνή δόμηση, ο αέρας και το φως εκείνης της μέρας μου έφεραν τη γεύση και την ανάμνηση ενός άλλου περίπατου κοντά στην Αγία Μαρίνα στο Θησείο. Η Αθήνα γεννάει αισθήματα και προκαλεί συνειρμούς που συχνά εκβάλλουν σε έναν κοινό τόπο.

Γρήγορα βρήκα τις πολλές μεσοπολεμικές εξώθυρες της γειτονιάς, αλλά είχα ήδη σταθεί μπροστά στην πολυκατοικία της οδού Αρύββου 6, χτισμένη γύρω στο 1935, ακριβώς απέναντι από την εκκλησία. Στο στενάκι της Ισαίου, είδα ένα καλοδιατηρημένο κουκλόσπιτο, πιθανώς από το 1928-30, και πιο κάτω είδα και άλλα νοικοκυρόσπιτα όπως στη Λυσιμάχου 20, με το πράσινο χρώμα της πόρτας και των παραθύρων πάνω στο εκτυφλωτικό λευκό του σοβά.

Οι εξώθυρες της γειτονιάς, όλες από τη δεκαετία του ’30 με περίμεναν, άλλες ξύλινες και άλλες σιδερένιες. Οι σιδερένιες, κεντήματα λαϊκότροπα με επίφαση μοντέρνου κινήματος, είναι πάντα συγκινητικές. Θυμάμαι αυτές τις πόρτες, τις θεωρούσαν κάποτε υποδεέστερες και ίσως φθηνού γούστου, αλλά με τους κύκλους του χρόνου, ήρθαν και γλύκαναν και έβγαλαν προς τα έξω τη μαστοριά τους. Τις θεωρώ ευτυχή συνάντηση της λαϊκής τέχνης με την τυποποιημένη αισθητική, και τις έβαζαν σε πολλές μονοκατοικίες ή τριώροφα ακόμη και έως το 1960. Βρήκα μερικές όπως στη Λυσιμάχου 27, στη Ναζιανζού 3 και στην Αρύββου 28 και 30. Μία ακόμη σιδερένια μοντερνιστική πόρτα είχε απέριττη αυστηρότητα, στη Λυσιμάχου 16, αλλά οι ξύλινες είχαν τη θέρμη του υλικού τους στο πνεύμα της συνοικιακής αρ ντεκό. Στη Νεοπτολέμου 30, η ξύλινη πόρτα με διπλό σχέδιο ανατέλλοντος ηλίου, μου θύμισε αντίστοιχες πόρτες, καφέ, πράσινες ή γαλάζιες, που είχα δει στα Πατήσια ή στον Κολωνό.

Αλλά πιο κάτω, στη μεγάλη οδό Εμπεδοκλέους 58, γωνία με τη μικρή οδό Λυσιμάχου, το παλιό μονώροφο σπίτι με καλούσε κοντά του. Ενα λουκέτο έδενε τα ελικοειδή κάγκελα σε δύο από τους οκτώ τετράγωνους φεγγίτες στην κόκκινη αρ ντεκό εξώθυρα. Βρισκόταν κάτω από τη στάθμη του δρόμου, σαν ένα αστικό υπόσκαφο, ένα αστικό αξιοπερίεργο μετά τις ρυμοτομικές παρεμβάσεις κάποιας εποχής. Για να σταθείς μπροστά στην εξώθυρα, έπρεπε να κατέβεις τη Λυσιμάχου και να πάρεις ένα φιδίσιο μονοπάτι που θα σε βγάλει στην κόκκινη πόρτα. Από το στενό μονοπάτι, ανοίγει και η θέα στην πίσω αυλή, που την είδα γεμάτη πεταμένες σιδεριές από εξώστες και σκάλες ανάμεσα στην πρασινάδα του Απρίλη.

Ηταν ένα από τα παράδοξα της γειτονιάς. Γυρίζοντας από τη Φιλολάου, είδα την κατάληψη σε ένα από τα ελάχιστα εκλεκτικιστικά σπίτια της περιοχής, γωνία με Νεοπτολέμου, ένα θέαμα γκροτέσκο, με τους κόκκινους ταμπλάδες στα παράθυρα και τα αυτοσχέδια πανό. Πιο κάτω, η γειτονιά είχε μια γλυκιά ησυχία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη