ΕΛΛΑΔΑ

«Περιμένουν να σαπίσει εντελώς το σώμα των Εξαρχείων»

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

Από την επιχείρηση της αστυνομίας στα Εξάρχεια την περασμένη Πέμπτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Οταν αποφάσισα να περπατήσω τα στενά των Εξαρχείων, δεν θα μπορούσα να φανταστώ το βαθμό δυσκολίας στην εύρεση του επόμενου συνομιλητή των «Σαββατιάτικων Συναντήσεων».

Το πέπλο του φόβου σκεπάζει τη γειτονιά. Κάτι, άλλωστε, που αποδείχθηκε από την επιλογή των περισσότερων κατοίκων να μιλήσουν... «πλάτη» και συχνά με άλλα ονόματα στους τηλεοπτικούς σταθμούς, μετά την προχθεσινή επέμβαση της αστυνομίας σε δύο καταλήψεις στην περιοχή.

Τα Εξάρχεια μοιάζουν να μην έχουν «πρόσωπο». Οι μεν κρύβονται πίσω από κουκούλες. Οι δε αρνούνται τις φωτογραφίες. Οπως μου εξήγησε η κ. Μαρία Αθανασοπούλου, κάτοικος επί 42 χρόνια στη γειτονιά, ο φόβος υπάρχει όχι για τους... παραδοσιακούς «μποέμ» των Εξαρχείων, αλλά για όσους επιχειρούν την τελευταία 10ετία να καταλάβουν την περιοχή.

Η Αθανασοπούλου αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: την απόγνωση των κατοίκων για την πλήρη απουσία της πολιτείας και την οργή έναντι όσων λυμαίνονται τη γειτονιά. «Το απόστημα των Εξαρχείων έχει σπάσει.. Η βρωμιά έχει αρχίσει να ρέει και επιμολύνει τα πάντα και τους πάντες», σημειώνει, προσθέτοντας: «Ας ελπίσουμε ότι δεν θα θρηνήσουμε θύματα διότι ο κόσμος κρατιέται με δυσκολία». Οπως εξηγεί, «ο φόβος είναι πλέον και από τις δύο πλευρές: Από τη μία άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, έχουν κλείσει τους υπόλοιπους μέσα στα σπίτια τους και βαυκαλίζονται ότι αφού είναι αποκλεισμένοι, ή δεν ενοχλούνται ή είναι ευχαριστημένοι γι’ αυτό που συμβαίνει. Και από την άλλη, αυτός ο κόσμος που βράζει, που πραγματικά είναι οργισμένος, που δεν έχει καμία αυταπάτη για το πού ζει και για το πόσο τον βοηθάει η πολιτεία... ο οποίος δεν ξέρω τι θα κάνει».

Η Μαρία Αθανασοπούλου κατοικεί στα Εξάρχεια από τα 18 της. «Νιώθω εγκλωβισμένη αλλά συγχρόνως και τόσο θυμωμένη, που δεν θέλω πια να τους κάνω το χατίρι να φύγω. Εδώ σπούδασα, μεγάλωσα τα παιδιά μου, έφτιαξα φιλίες και παρέες», λέει. «Είναι σαν αυτό που αγαπάς τόσο πολύ και, συγχρόνως, θέλεις να του δώσεις μία και να το πετάξεις».

Της επισημαίνω ότι ανέκαθεν ήταν μία περιοχή «μποέμ», «ελευθεριάζουσα». «Τα Εξάρχεια είχαν πάντα μια ιδιαιτερότητα, αλλά αυτή η ιδιαιτερότητα ήταν και η ομορφιά τους. Τα τελευταία χρόνια η γειτονιά έχει αλλάξει δραματικά, ειδικά την τελευταία 10ετία τα έχουμε δει όλα. Η αθλιότητα και η μιζέρια που επικρατούν είναι απερίγραπτες, αυτό που συμβαίνει είναι μια καταστροφή», υπογραμμίζει.

Εκπαιδευτικός, η Αθανασοπούλου δεν δίνει την εικόνα ενός συντηρητικού, εύθικτου ανθρώπου. Γελάει όταν μου περιγράφει πως, καθώς διέσχιζε την πλατεία, νεαρός προσφέρθηκε «να μου πουλήσει χόρτο... στην ηλικία μου!». «Αυτό δεν θα το χαρακτήριζα εγκληματικότητα» εξηγεί, «αλλά, πλέον, έχουμε σκληρά ναρκωτικά, αδέσποτες σφαίρες, κυνήγια με μαχαίρια και ματσέτες, σπασμένα αυτοκίνητα, ριφιφί σε καταστήματα».

«Πρόκειται για έναν διαρκώς αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο, από την ελευθεριάζουσα συμπεριφορά έχουμε, πλέον, φτάσει στην αποκλίνουσα συμπεριφορά, στο έγκλημα» σημειώνει, υπογραμμίζοντας «αυτοί που οδήγησαν τα Εξάρχεια σε αυτό το χάλι, ας αναλάβουν επιτέλους τις ευθύνες τους».

Και «αυτοί» δεν είναι άλλοι από όσους, κατά περιόδους, είχαν την εξουσία: «Δεν ήμουν εγώ που αποφάσισα τη μεταφορά όλων αυτών από τα Πατήσια στην κατάληψη της Αραχώβης (σ.σ. κατά τη λύση της κατάληψης, τον Μάρτιο, η αστυνομία βρήκε πλήθος κλοπιμαίων από την περιοχή, λαθραία και όπλα), δεν είμαι εγώ που έχω δώσει οδηγίες στους αστυνομικούς να λειτουργούν ως... συνοριοφύλακες στη Χαριλάου Τρικούπη».

Στη συζήτηση μπαίνει η εκκένωση δύο καταλήψεων την Πέμπτη από την ΕΛ.ΑΣ. αλλά και η επίθεση, λίγες ημέρες νωρίτερα, ομάδας ταραξιών κατά λιμενικών, οι οποίοι συνοδευόμενοι από εισαγγελέα, βρέθηκαν στην περιοχή για έλεγχο.

Η Αθανασοπούλου εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική για τις πραγματικές προθέσεις της πολιτείας. Και μάλιστα διαχρονικά. «Ολοι έχουν ευθύνες, χρόνια τώρα. Ας μην κάνουν τις μωρές παρθένες, ότι δεν γνώριζαν... Ποτέ δεν υπήρξε συνέπεια και συνέχεια στα μέτρα που λαμβάνονταν. Κάνουν μία καταδρομή, εντυπωσιάζονται τα ΜΜΕ για μία ή δύο ημέρες και μετά τα ίδια». Στην περιοχή, παρεμπιπτόντως, λειτουργούν περίπου 27 καταλήψεις.

Αίσθηση, ωστόσο, μου προκάλεσε η «ανάγνωσή» της γι’ αυτό καθεαυτό το περιστατικό εις βάρος των λιμενικών: «Δεν σας κρύβω ότι ευχαριστήθηκα από αυτό που συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, διότι ευτυχώς δεν συνέβη κάτι σοβαρό στους ανθρώπους και, δεύτερον, γιατί –για μία ακόμη φορά– αποδείχθηκε ότι η άρνηση της ύπαρξης αβάτου είναι μία φούσκα... κάποιοι επιχειρούν να εξωραΐσουν την εικόνα, ότι δεν συμβαίνει και κάτι τρομερό, αλλά αυτό είναι ένα καταφανές ψέμα... όταν η πολιτεία δεν μπορεί να πράξει το αυτονόητο, το άβατο υπάρχει».

Την ερωτώ πού αποδίδει αυτή τη στάση του οργανωμένου κράτους. «Νομίζω ότι υπάρχει και η αντίληψη να τους έχω εκεί μαντρωμένους, να τους ελέγχω, να μη βγουν σε άλλες γειτονιές» απαντά, πριν στρέψει την προσοχή της και στην ίδια τη «μικροκοινωνία» των Εξαρχείων: «Είναι μία ιδιαίτερη γειτονιά με πολυφωνία και ανεκτικότητα και υπάρχει και μία μερίδα του κόσμου –μην ξεχνάτε ότι πρόκειται για μία γερασμένη γειτονιά με κατοίκους μεγάλης ηλικίας– που δεν θέλουν να παραδεχθούν το πρόβλημα. Ανησυχούν πως διαμαρτυρόμενοι θα χαρακτηριστούν συντηρητικοί ή φασίστες. Ξεκινάμε όλοι από τη βάση ότι τα Εξάρχεια έχουν ξεφύγει, αλλά όταν φτάνουμε στο διά ταύτα, εκεί αρχίζουν οι διαφωνίες, και αυτή τη σύγχυση η πολιτεία την έχει, κατά καιρούς, εκμεταλλευθεί. Σου λέει αυτοί έχουν αυτό που τους αξίζει».

Της επισημαίνω ότι δεν είναι λίγοι όσοι ισχυρίζονται πως μία δυναμική παρέμβαση της ΕΛ.ΑΣ. στην περιοχή, θα οδηγούσε σε συγκρούσεις, καταστροφές ακόμη και θύματα. «Εδώ που έφτασε η κατάσταση είναι, δυστυχώς, υπαρκτός ο κίνδυνος να υπάρξει μακελειό. Και φυσικά κανείς από όσους έχουν την εξουσία δεν θέλει να φορτωθεί το πολιτικό κόστος», σημειώνει και έπειτα από παύση λίγων δευτερολέπτων προσθέτει: «Περιμένουν να σαπίσει εντελώς το σώμα των Εξαρχείων, να υπάρξει αποσύνθεση από μέσα και να επέμβουν μόνον όταν δεν θα πηγαίνει άλλο».

Καθώς η συζήτησή μας ολοκληρώνεται, την ερωτώ για τους δύο γιους της, που μεγάλωσαν στα Εξάρχεια, και σήμερα βρίσκονται στο εξωτερικό αρχικά για σπουδές και στη συνέχεια για εργασία: «Τι σας λένε, θα επέστρεφαν στη γειτονιά;» – «Θα το ήθελα αλλά δεν το πιστεύω. Ο ένας μου γιος, μάλιστα, μου είπε “εγώ στον εμετό των Εξαρχείων δεν επιστρέφω”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ