Γιώτα Μυρτσιώτη ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Ν. Μουτσόπουλος: Κατάνυξη φοιτητών όταν ο «θεός» δίδασκε

ΕΛΛΑΔΑ

Ο «Μακεδών εξ Αρκαδίας» Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος (1927- 2019), αρχαιότερος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ, διατήρησε έως το τέλος το πάθος του για την αυτογνωσία.

«​Κατεβαίνει ο θεός!» ψιθύριζαν οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής όταν έβλεπαν τον καθηγητή τους Νίκο Μουτσόπουλο, στιβαρό με τη γενειάδα του, να κατεβαίνει από τον έβδομο όροφο. «Γιατί θεός;» αναρωτήθηκα ως πρωτοετής φοιτητής», θυμάται ο μαθητής του - ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Βελένης. «Μετά κατάλαβα. Ηταν ένας και μοναδικός. Καλός καγαθός με την αρχαία έννοια του όρου, αυστηρός και τιμωρός». Μνημονεύοντας χρόνια αργότερα τον δάσκαλό τους, πολλοί μαθητές του αγιογραφούν την προσωπικότητά του ως επιστήμονα, αναγνωρίζουν την ερευνητική και διδακτική του συμβολή, την προσφορά του η οποία, όπως εκτιμούν, παρότι έχει τιμηθεί, δεν έχει κατανοηθεί στον βαθμό που θα έπρεπε το εύρος του έργου του.

Πληθωρικός ερευνητής, απαιτητικός δάσκαλος, ακούραστος περιηγητής, χαρισματικός σχεδιαστής, διεισδυτικός, με βαθιά πολιτισμική υποδομή και ευρύτατες γνώσεις, ο αρχαιότερος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος διατηρούσε ώς το τέλος το αρχικό του πάθος για την αυτογνωσία. Τον συνάντησα αρκετές φορές, την τελευταία πριν από δύο χρόνια, και είχα την τύχη να ακούσω συναρπαστικές αφηγήσεις με το χιούμορ που τον διέκρινε, από την 90χρονη ζωή του. Η καθάρια μνήμη του ανακαλούσε τοπωνύμια, χωριά, ονόματα μαστόρων και πολλών φοιτητών από την Κρήτη, τα νησιά, τη Θράκη, που ξεχώριζαν. Το πνεύμα και η ψυχή του είχε ακόμη την ίδια φλόγα. Και αν το σώμα του επέτρεπε έστω και ελάχιστα να κινηθεί, θα αλώνιζε τη βορειοελλαδίτικη γη, τα Βαλκάνια για να μην αφήσει κανέναν ερειπιώνα χωρίς να τον αποτυπώσει.

«Ποτέ δεν έχω επαναπαυθεί», έλεγε στην «Κ». «Πειθαρχία και συνεχής άσκηση ήταν η ζωή μου. Απομένει να ολοκληρώσω τα κάστρα από τη Θεσσαλία μέχρι τον Δούναβη, που είναι έργο ζωής. Το κομμάτι της Ανω Μακεδονίας είναι έτοιμο. Ελπίζω να προλάβω τη δημοσίευσή του. Εχω συναίσθηση. Είμαι 90 χρόνων. Αργά ή γρήγορα, θα χαιρετίσω».

Μας χαιρέτισε ο «Μακεδών εξ Αρκαδίας» στις 13 Μαρτίου. Εφυγε πλήρης ημερών αφήνοντας πίσω του μιαν ογκώδη ερευνητική βιβλιογραφία (550 τόμους), ένα πλούσιο αρχείο (μέρος του βρίσκεται τη Βέροια) για τους μελλοντικούς ερευνητές και τη μνήμη μιας ξεχωριστής «αναγεννησιακής προσωπικότητας», όπως τον χαρακτηρίζει ο μαθητής του - καθηγητής του ΑΠΘ Νίκος Καλογήρου, με την έννοια μιας σφαιρικότητας που κινούνταν μεταξύ αρχιτεκτονικής, σχεδίου, ιστορίας, πολιτισμού και γεωγραφίας.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1927, με καταγωγή από τη Στεμνίτσα Γορτυνίας, βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1957, όταν εξελέγη καθηγητής στο ΑΠΘ σε ηλικία 30 ετών και ρίζωσε. «Στα τέλη του ’50, βιβλιογραφία για τη Μακεδονία όπως της άξιζε δεν υπήρχε. Θεώρησα λοιπόν υποχρέωσή μου να την ερευνήσω, να τη γνωρίσω. Και είμαι περήφανος γιατί η ταπεινότης μου συνέβαλε όσο μπορούσε να αποδείξω την αιώνια ελληνικότητα μέχρις εκεί όπου είναι το δίκαιον σύνορό μας, δηλαδή ο Δούναβης. Αποτύπωσα χιλιάδες εκκλησίες, κατέγραψα επιγραφές και χαράγματα από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ώς την απελευθέρωση, μελέτησα τις απλοποιημένες μορφές της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής. Πέτρα πέτρα έχω “γλείψει” τα μνημεία της Μακεδονίας και της Θράκης και πέραν αυτής, που αποδεικνύουν πλήρως όχι μόνο την ελληνικότητα –αυτή δεν μπορεί να την αμφισβητήσει κανείς– αλλά την αυθεντικότητα και τη συνέχεια. Και ευλογώ τον θεό που βρέθηκα σπαρμένος εδώ στη Μακεδονία και μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω ότι είμαι Ελληνας».

Στα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του, ελλείψει άλλων καθηγητών δίδασκε όλα τα μαθήματα. Εφοδιασμένος με ευρύτατη παιδεία από τις σπουδές του στην Αρχιτεκτονική (Μετσόβειο), στην Αρχαιολογία (Σορβόννη), στη Θεολογία (ΑΠΘ) και, κυρίως, από τους δασκάλους του (Δημήτρη Πικιώνη, Νίκο Εγγονόπουλο, Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Αναστάσιο Ορλάνδο, Παναγιώτη Μιχελή, Τάκη Μάρθα) τάραξε τότε τα νερά στη νεοσύστατη αρχιτεκτονική σχολή του ΑΠΘ.

«Εστειλε τους μαθητές του σε πύλες ανάποδες», λέει ο μαθητής του Πάνος Θεοδωρίδης. «Τους περπάτησε σε εμφύλια βουνά και τους έδειξε πρωτοφανή κτίσματα. Μακεδονίτικα αρχοντικά, πύργους, κάστρα, αυλές, ταβάνια, κρήνες και καλντερίμια, σαχνισιά, τοιχογραφίες, μοναστήρια και ναούς. Μας έβαλε σε μια πειθαρχία σκληρής δουλειάς, επιμένοντας στην αναζήτηση της φόρμας και στη χειρωναξία. Τον αποκαλούσαμε εκκεντρικό και τρελό όταν μας οδήγησε να κοιμόμαστε σε γύφτικα γιατάκια, σε βλάχικα καλύβια, να αρρωσταίνουμε, οι φλώροι στα βουνά μιλώντας με αγριωπούς χωρικούς που έβγαζαν τον σουγιά για να μοιραστούν μαζί μας το κρεμμύδι. Και όταν αργότερα, άκουγα στις Πρέσπες και στη Βόλβη, στα Πυργαδίκια και στα Γρεβενά, παλιούς τεχνίτες να παινεύονται “δούλεψα με τον Μουτσόπουλο”, κατάλαβα γιατί η πραγματική ιστορία και η γνώση αυτού του τόπου θα παραμείνει πεισματικά άρρητη και ανεγνώριστη.

»Η μακεδονική αυτογνωσία, αυτογνωσία βυζαντινής επίνοιας, δεν θα ήταν δυνατό να ξεφύγει από το αδύναμο φολκλόρ και την εθνικιστική γραφικότητα χωρίς τη συμβολή του Μουτσόπουλου σε μια Ελλάδα διαχωρισμένη και δύσπιστη. Πρώτος έψαξε τα Βαλκάνια, αναζήτησε τις συγγένειες στη Χερσόνησο του Αίμου, πρώτος βρήκε τους Δρόμους του Μεταξιού και τις προσβάσεις της καθ’ ημάς Ανατολής. Ηξερε ή έμαθε τις υπόγειες διαδρομές που συνέδεαν τη Στεμνίτσα, την Ηπειρο, τη Μακεδονία, τη ρωμαίικη λατινοφωνία, τη σλαβική ορθοδοξία και τη μινωίτικη θαλασσοκρατία».

Τις κατανόησε οργώνοντας από τα φοιτητικά του χρόνια την Ελλάδα, νησιωτική και ηπειρωτική, άλλους τόπους και πολιτισμούς. Οι Πρέσπες, όπου ανακάλυψε τη βασιλική και τα οστά του τσάρου Σαμουήλ, «κατέκτησαν από την πρώτη στιγμή την ψυχή μου. Εκεί δεν τελειώνει, από εκεί αρχίζει η Ελλάδα», έλεγε. Πιστός στην παράδοση του τόπου την εμφύσησε στο μεταμοντέρνο πνεύμα της εποχής. Είναι εμποτισμένη στις αρχιτεκτονικές προτάσεις του (Μονή Βλατάδων, κατοικίες), στις αναστηλώσεις του (Κάζα Μπιάνκα), στο υπόστρωμα των αρχιτεκτόνων που δίδαξε, στις ερευνητικές προσεγγίσεις τόπων με την ανθρωποκεντρική τους διάσταση.

Γι’ αυτό ζητούσε από τους φοιτητές του να ανακαλύψουν τις πατρογονικές ρίζες τους. Εκτιμούσε τον ζήλο τους, την επιμονή τους στο σχέδιο, τη σχολαστικότητα. Επέμενε στη μέθοδο της αποδελτίωσης, δούλευε με μεράκι μαζί τους ώς τα μεσάνυχτα συνεχίζοντας πολλές φορές τα μαθήματα στον «Κρητικό» με τηγανητές πατάτες και σαρδέλες. «Οσο ασχολήθηκα με τους φοιτητές, δεν αφιερώθηκα στα παιδιά μου, δημιούργημα της μητέρας τους είναι, της Μινιώς – στήριγμα και της δική μου πορείας». Είχε την τύχη να τους δει επιτυχημένους επιστήμονες, τον Κωνσταντίνο Μουτσόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Οικολογικής Μηχανικής και Τεχνολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, και τον Θανάση Μουτσόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης και Θεωρίας Πολιτισμού στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Και οι δύο ακολουθούν τη δική του πορεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ