ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Φεβρουάριο 1972 ο Νίξον υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που επισκέφθηκε το Πεκίνο. Κατά τους επόμενους μήνες επικεντρώθηκε στον στόχο να αποτελέσει και τον πρώτο πρόεδρο των ΗΠΑ που θα επισκεπτόταν τη Μόσχα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για μια βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Οι πιο επικίνδυνες κρίσεις του Ψυχρού Πολέμου είχαν λάβει χώρα μεταξύ του 1948 (πρώτη κρίση του Βερολίνου) και του 1962 (κρίση των σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα). Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960 οι σχέσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων είχαν επηρεαστεί αρνητικά από την αυξανόμενη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Στις αρχές του 1972, όμως, ο Νίξον είχε ήδη αποσύρει τις περισσότερες αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις από το Βιετνάμ, αποκλιμακώνοντας την αμερικανική εμπλοκή.

Το άνοιγμα του Νίξον στην Κίνα αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για τη σοβιετική ηγεσία να προσεγγίσει την Ουάσιγκτον. Οι σχέσεις μεταξύ Κίνας και Σοβιετικής Ενωσης είχαν γίνει τόσο εχθρικές, που και οι δύο κομμουνιστικές αυτές δυνάμεις επιδίωκαν καλύτερες σχέσεις με τις ΗΠΑ.


26.05.1972. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπέζνιεφ υπογράφουν την ιστορική συνθήκη SALT στο Κρεμλίνο. ASSOCIATED PRESS

Οι φόβοι για τη στάση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Οι προετοιμασίες για το ταξίδι του Νίξον στη Μόσχα τον Μάιο 1972 διαταράχθηκαν από τη μεγάλη επίθεση που εξαπέλυσε το Βόρειο Βιετνάμ στις 30 Μαρτίου 1972 ενάντια στο Νότιο Βιετνάμ με συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στις αρχές Μαΐου, ο Νίξον πήρε την απόφαση να ναρκοθετήσει για πρώτη φορά το λιμάνι της Χάιφονγκ, που αποτελούσε τον κύριο δίαυλο για την εισροή πετρελαίου και πολεμοφοδίων από τη Σοβιετική Ενωση στο Βόρειο Βιετνάμ. Η ναρκοθέτηση του λιμανιού της Χάιφονγκ δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη του Νίξον στη Μόσχα δημιούργησε τον κίνδυνο ακύρωσης ή τουλάχιστον αναβολής της συνάντησης κορυφής. Ωστόσο, προς έκπληξη του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ, η σοβιετική ηγεσία δεν ζήτησε αλλαγή ούτε κατά μία ημέρα.

Δύο ημέρες πριν από την αναχώρησή του για τη Μόσχα, ο Νίξον είχε συνάντηση με τον πρέσβη της Σοβιετικής Ενωσης στην Ουάσιγκτον Ανατόλι Ντομπρίνιν. Ο Νίξον είχε το περίεργο αίτημα να αποκλεισθεί ο υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενωσης Αντρέι Γκρομίκο από τις σημαντικότερες συναντήσεις της συνόδου κορυφής, ώστε να αποκλεισθεί και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ουίλιαμ Ρότζερς. Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος των ΗΠΑ ήθελε να έχει με τον Κίσινγκερ τον απόλυτο έλεγχο των εξελίξεων. Επιπλέον, ήταν πεπεισμένος ότι το μόνιμο προσωπικό του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ έκλινε προς το Δημοκρατικό Κόμμα, οπότε φοβόταν διαρροές στον Τύπο που θα παρουσίαζαν τις συμφωνίες της Μόσχας υπό αρνητικό πρίσμα.

Μία ώρα μετά την άφιξη του Νίξον στο Κρεμλίνο ζήτησε να τον δει ο ηγέτης της Σοβιετικής Ενωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ χωρίς την παρουσία άλλων αξιωματούχων, προκαλώντας τον έντονο εκνευρισμό του Κίσινγκερ. Πάλι άδραξε την ευκαιρία ο Νίξον να ζητήσει από τον Μπρέζνιεφ τον αποκλεισμό των δύο υπουργών Εξωτερικών τους από τις κεντρικές συνομιλίες.

Στρατηγική ισότητα με τη συνθήκη SALT

Το κλίμα στις συνομιλίες είχε μεγάλες διαφοροποιήσεις. Η πιο δυσάρεστη εμπειρία για τους Νίξον και Κίσινγκερ ήταν μια τρίωρη συζήτηση περί Βιετνάμ στο εξοχικό του Μπρέζνιεφ, κατά την οποία δέχθηκαν έντονες επιθέσεις από τους Σοβιετικούς. Κάπως απότομα το κλίμα βελτιώθηκε στο γεύμα που ακολούθησε.
Ενας Σοβιετικός αξιωματούχος ισχυρίσθηκε σε Αμερικανό ομόλογό του ότι οι τρίωρες λεκτικές επιθέσεις μαγνητοφωνήθηκαν για να ικανοποιηθεί η κομμουνιστική ηγεσία του Βόρειου Βιετνάμ πως οι Σοβιετικοί δεν την εγκατέλειψαν. Στην πράξη, βέβαια, οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν ο πόλεμος στο Βιετνάμ να εμποδίσει τη βελτίωση των σχέσεών τους με τις ΗΠΑ.

Το πρώτο βήμα

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της συνόδου κορυφής ήταν οι πρώτες συνθήκες περιορισμού των πυρηνικών όπλων (ενδιάμεση συμφωνία SALT: Strategic Armaments Limitation Treaty) και των αντιπυραυλικών συστημάτων (συνθήκη ABM: Anti-Ballistic Missiles) των δύο υπερδυνάμεων. Οι δύο πλευρές συνέχισαν να έχουν την ικανότητα να καταστρέψουν η μία την άλλη πολλές φορές, όπως διαπίστωσε ο Νίξον στις συνομιλίες. Το γεγονός, όμως, ότι για πρώτη φορά κατέληξαν σε συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων τους καθιστούσε την αντιπαράθεσή τους λιγότερο επικίνδυνη για την ανθρωπότητα.

Με τις συνθήκες αυτές, οι ΗΠΑ δέχθηκαν ουσιαστικά και τυπικά τη στρατηγική ισότητα με τη Σοβιετική Ενωση. Από την άλλη πλευρά, έκαναν ένα μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση της δέσμευσης της Σοβιετικής Ενωσης στους κανόνες της κοινωνίας των κυρίαρχων κρατών, απομακρύνοντάς την από την επαναστατικότητα της ιδεολογίας της, που προσέβλεπε στην παγκόσμια επανάσταση του προλεταριάτου και στην κατάλυση των κυρίαρχων κρατών. Ο κίνδυνος κλιμάκωσης των εντάσεων μεταξύ των υπερδυνάμεων προς έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο απομακρύνθηκε μέσω της μερικής εξομάλυνσης των σχέσεών τους, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, την πλήρη απάλειψη του ανταγωνισμού τους.


Οι Σοβιετικοί και οι Αμερικανοί επίσημοι όρθιοι κατά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων στο Θέατρο Μπολσόι. ASSOCIATED PRESS

Η διαχείριση των δύο συμφωνιών απέναντι στους συντηρητικούς των ΗΠΑ

Η κυριότερη ανησυχία του Νίξον για τις συμφωνίες ήταν μήπως θεωρούσαν οι συντηρητικοί στις ΗΠΑ ότι είχε προβεί σε υπερβολικές παραχωρήσεις προς τη σοβιετική πλευρά. Ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι «θα έχουμε τεράστιο πρόβλημα με τους συντηρητικούς». Ο Νίξον έδωσε εντολή στον Κίσινγκερ και στον βοηθό του, στρατηγό Αλεξάντερ Χέιγκ, να προετοιμάσουν εκστρατεία παρουσίασης των συμφωνιών στην αμερικανική κοινωνία, προκειμένου να αποφευχθεί μια «μαζική εξέγερση στα δεξιά». Επιπλέον, ζήτησε να κινητοποιήσουν τη στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ ώστε «να συμβάλουν για να πεισθούν τα γεράκια».

«Οι κεντροαριστεροί φιλελεύθεροι θα παινέψουν τη συμφωνία, όποια και αν είναι», δήλωνε ο Νίξον στους συνεργάτες του, αλλά «ποτέ δεν θα μας υποστηρίξουν – τα γεράκια είναι ο πυρήνας μας και πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους εμποδίσουμε από το να εγκαταλείψουν το σκάφος, αφότου είχαμε επαναφέρει τον ενθουσιασμό τους με την επιχείρηση ναρκοθέτησης» [σ.σ.: του λιμανιού της Χάιφονγκ].

Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον, ο Νίξον έβγαλε λόγο για τις συμφωνίες μπροστά στα συγκεντρωμένα δύο σώματα του Κογκρέσου, ώστε να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα. «Παντού νέες ελπίδες ανέρχονται για έναν κόσμο που δεν θα σκιάζεται πια από φόβο και στέρηση και πόλεμο», δήλωσε με κάποια δόση υπερβολής.

Παρουσίασε τη σύνοδο κορυφής ως το τέλος της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και ως το ξεκίνημα «μιας νέας εποχής αμοιβαίας συμφωνημένης συγκράτησης και περιορισμού των εξοπλισμών μεταξύ των δύο κύριων πυρηνικών δυνάμεων».

Τελικά η σύνοδος κορυφής της Μόσχας συνέβαλε μαζί με την προγενέστερη σύνοδο του Πεκίνου στη θριαμβευτική επανεκλογή του Νίξον με 60,7% της λαϊκής ψήφου τον Νοέμβριο 1972. Τα συντηρητικά γεράκια στην αμερικανική κοινωνία δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τον ψηφίσουν, δεδομένου ότι το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών είχε πάρει ο Τζορτζ Μακγκάβερν, ο οποίος υπήρξε ο πιο αριστερός προεδρικός υποψήφιος μεγάλου κόμματος μεταπολεμικά. Ενα μέρος των συντηρητικών στις ΗΠΑ, όμως, παρέμεινε καχύποπτο για τα ανοίγματα του Νίξον προς τις δύο ισχυρότερες κομμουνιστικές δυνάμεις και συνέβαλε στην αναβίωση ενός πιο ψυχροπολεμικού κλίματος κατά τη δεκαετία του 1980.

* Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ