ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι ελληνικές επιχειρήσεις στη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης (2009-2018) κλονίστηκαν, συρρικνώθηκαν και μετασχηματίσθηκαν. Ωστόσο, η ανταγωνιστικότητά τους, παρότι αυξήθηκε, δεν αλλάζει τους συσχετισμούς και τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

Αντίθετα, ενώ η χώρα μοιάζει να βγαίνει από την κρίση, το επιχειρηματικό περιβάλλον αδυνατεί να ακολουθήσει μια ισχυρή και μακρόχρονη ανάπτυξη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η PwC στη μελέτη με τίτλο «10 χρόνια κρίσης» που παρουσίασε χθες. Σύμφωνα με τη μελέτη, η ελληνική οικονομική κρίση (2009-2019) ήταν η μακρύτερη και η βαθύτερη κρίση που καταγράφηκε στον Δυτικό Κόσμο. Εντούτοις, οι μεταβολές που προκάλεσε φαίνεται πως δεν ήταν «τεκτονικές».

Οι ελληνικές επιχειρήσεις, αν και αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, δεν δείχνουν ικανές να συμμετάσχουν σε έναν μελλοντικό κύκλο ανάπτυξης τόσο των ιδίων όσο και της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της. Την αμυντική αυτή στάση του επιχειρηματικού κόσμου, οι μελετητές της PwC αποδίδουν σε τρεις βασικούς παράγοντες: πρώτον, στο υψηλό κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, παρά την όποια αποκλιμάκωσή του, δεύτερον, στο ότι συνεχίζει τη λειτουργία της μια γενιά «νεκροζώντανων» επιχειρήσεων –«ζόμπι» τις ονομάζει η PwC– που απορροφούν πόρους από την υγιή οικονομία και, τέλος, στο ότι οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν, παρά το γεγονός ότι η λειτουργική τους κερδοφορία έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

Αναφορικά με το τελευταίο, σύμφωνα με την PwC, παρότι η εσωτερική δυνατότητα χρηματοδότησης και τα ταμειακά διαθέσιμα των μεγάλων επιχειρήσεων επέστρεψαν στα προ κρίσης επίπεδα, εντούτοις σημειώνεται μεγάλο επενδυτικό έλλειμμα. Οι επενδύσεις, από περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως στο ξεκίνημα της κρίσης, το 2014 σχεδόν είχαν μηδενιστεί και δύο χρόνια αργότερα βρέθηκαν στο επίπεδο του 1,6 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τις 3.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, με έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ ετησίως σε οποιαδήποτε περίοδο μέσα στη δεκαετία 2009-2018.

Αποτέλεσμα αυτής της επενδυτικής απραξίας είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία των παραγόμενων προϊόντων στη χώρα μας.

Σχεδόν επτά ποσοστιαίες μονάδες υποχώρησε η πολυπλοκότητα και η προστιθέμενη αξία των παραγόμενων προϊόντων. Και, σύμφωνα με την έκθεση της PwC, «η επενδυτική διαδικασία βγήκε εκτός πορείας, δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό μεταξύ των επενδυτικών αναγκών των εταιρειών, έτσι ώστε να διατηρήσουν και να αυξήσουν το μερίδιό τους στην αγορά καθώς και την ανταγωνιστικότητά τους, και την ικανότητα και την πρόθεση να τις χρηματοδοτήσουν».

Αναμφίβολα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το υψηλό κόστος κεφαλαίου. Σύμφωνα με την PwC, η κρίση στην Ελλάδα προκάλεσε ένα περιβάλλον υψηλού δανεισμού, το οποίο παραμένει, παρά την αποκλιμάκωση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου και του κόστους εταιρικού δανεισμού. Προς την κατεύθυνση αυτή, μόνον το ρίσκο της χώρας πρόσθεσε στο κόστος δανεισμού τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού «νεκροζώντανων» επιχειρήσεων, που δεσμεύουν πόρους του υγιούς επιχειρηματικού οικοσυστήματος. Το 2016, οι επιχειρήσεις-ζόμπι διατηρούσαν «παγιδευμένο» δανεισμό ύψους 9,7 δισ. ευρώ ή το 18% του συνολικού τραπεζικού δανεισμού που αφορούσε τις 3.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας.

Σήμερα υπάρχουν περί τις 745 «νεκροζώντανες» επιχειρήσεις (περίπου το 26% του δείγματος), εκ των οποίων οι 312 συνεχίζουν να υφίστανται από το 2009. «Οι επιχειρήσεις-ζόμπι», αναφέρει η έκθεση της PwC, «συνεχίζουν να λειτουργούν, υπονομεύοντας τις υπόλοιπες και αυξάνοντας το κόστος κεφαλαίου για όλους». Επίσης, αν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις κλείσουν, η PwC εκτιμά ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε αύξηση κατά 13% του κύκλου εργασιών των υγιών επιχειρήσεων.

Μικρή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας

Στη μελέτη «10 χρόνια κρίσης» η PwC αναφέρει ότι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων έχει βελτιωθεί, αλλά μόνον οριακά. Από 8,7 που ήταν ο δείκτης της μέσης ανταγωνιστικότητας για τις 3.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις, το 2016 ανήλθε σε 10,4. Ωστόσο η μεταβολή αυτή σε μια κλίμακα ανταγωνιστικότητας από το 1 έως το 27, δεν θεωρείται «τεκτονική» αλλαγή.

«Η μέση ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε καθώς οι επιχειρήσεις έβγαιναν από την κρίση», αναφέρεται στη μελέτη, «αλλά όχι τόσο ώστε να ανέβει η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας στο επόμενο επίπεδο». Στα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι το μέσο μέγεθος των μεγάλων επιχειρήσεων της χώρας συρρικνώθηκε (σε όρους κύκλους εργασιών και απασχολουμένων κεφαλαίων). Μόνον σε δύο κλάδους, στον τουρισμό και στη βιομηχανία, το μέσο μέγεθος διευρύνθηκε. Αντίθετα υποχώρησε σημαντικά το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων εμπορίου, υποδομών, κατασκευών, υπηρεσιών κ.ά. Σύμφωνα με τους αναλυτές της PwC υπήρξε «ξεκάθαρη μετατόπιση των εσόδων από το εμπόριο, τις υπηρεσίες, τις κατασκευές και τις υποδομές προς τη βιομηχανία». Ο κλάδος της βιομηχανίας κατά την περίοδο 2009-16 αύξησε τον κύκλο εργασιών της κατά 7%, ενώ ο τουρισμός κατά 42%. Στο σύνολο ωστόσο ο κύκλος εργασιών των 3.000 μεγαλύτερων επιχειρήσεων υποχώρησε κατά 13% και από 148,6 δισ. ευρώ ανήλθε το 2016 σε 130,5 δισ. ευρώ. Ο μεγάλος χαμένος είναι ο κλάδος του εμπορίου που την ίδια περίοδο απώλεσε κύκλο εργασιών άνω των 13 δισ. ευρώ.

Η PwC ωστόσο σημειώνει ότι υπάρχουν 2.100 επιχειρήσεις με συνολικό κύκλο εργασιών 115 δισ. ευρώ, τις οποίες αξίζει κάποιος να εξετάσει επενδυτικά. Από αυτές, οι 388 είναι πραγματικά «αστέρια», οι 808 σχεδόν «αστέρια» και οι 876 βρίσκονται σε γκρίζα ζώνη, δηλαδή είτε θα καταστούν «αστέρια», είτε θα εισέλθουν σε «νεκροφάνεια».

Εν κατακλείδι, όπως διαπιστώνουν οι μελετητές της PwC, «η κρίση τελείωσε, αλλά η εταιρική οικονομία δεν είναι ούτε έτοιμη ούτε πρόθυμη να αναπτυχθεί». Αυτό συμβαίνει επειδή οι ελληνικές επιχειρήσεις τελικά, μετά μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, περισσότερο προσαρμόστηκαν σε ένα περιβάλλον χαμηλής ζήτησης, παρά κατάφεραν μια διαδικασία βαθύτερου ανταγωνισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ