ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οριστικά κλείνει με απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η υπόθεση των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, που κρίνει ότι ο όρος των δανειακών συμβάσεων για αποπληρωμή σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο με βάση την τρέχουσα ισοτιμία είναι δηλωτικός όρος και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας. Η απόφαση είναι καθοριστική, κυρίως γιατί υιοθετεί την άποψη των τραπεζών, ότι δηλαδή ο επίμαχος όρος δεν είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου αφαιρεί το δικαίωμα των δανειοληπτών να ζητήσουν τον επανακαθορισμό των δόσεών τους στην αρχική ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ. Η δικαίωση των τραπεζών και η απόρριψη των επιχειρημάτων των δανειοληπτών ματαιώνει τις ελπίδες τους για ελάφρυνση ως προς τα δάνειά τους.

Αρειος Πάγος

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση έφτασε μέχρι τον Αρειο Πάγο ύστερα από προσφυγή δανειολήπτριας που ζητούσε να αναιρεθεί απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Υποστήριζε ότι είναι καταχρηστικός ο όρος που προβλέπει την αποπληρωμή των δανείων βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ευρώ.

Η δανειολήπτρια είχε πάρει στεγαστικό δάνειο το 2007 ύψους 243.225 ελβετικών φράγκων ή 150.000 ευρώ. Σύμφωνα με τη δανειολήπτρια, το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ που έλαβε ως δάνειο αυξήθηκε αντί να μειωθεί και ενώ με τις καταβολές που έως τότε είχε πραγματοποιήσει έπρεπε να χρωστάει 123.000 ευρώ, όφειλε τελικά 178.000 ευρώ. Η απόφαση είναι καθοριστική κυρίως γιατί αποσαφηνίζει ότι ο όρος που περιλαμβάνεται στις συμβάσεις δανείων σε ελβετικό νόμισμα για πληρωμή της δόσης με βάση την τρέχουσα ισοτιμία του νομίσματος κατά τον χρόνο αποπληρωμής επαναλαμβάνει διάταξη του Αστικού Κώδικα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ελεγχθεί ως προς τη νομιμότητά του. Ουσιαστικά ο Αρειος Πάγος αποφαίνεται ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί ο νομοθέτης.

Η υπ’ αριθμόν 4/2019 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύτηκε χθες, έχει δεσμευτική ισχύ για όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, αφού τα κατώτερα δικαστήρια θα κληθούν να εκδώσουν αποφάσεις σύμφωνες κατά περιεχόμενο με αυτή της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα πολλά πρωτοδικεία και εφετεία στη χώρα επί αγωγών δανειοληπτών έχουν εκδώσει αποφάσεις αναστολής και αναμένουν τι θα κρίνει η Ολομέλεια για να βγάλουν την οριστική απόφαση. Το ίδιο ισχύει και για υποθέσεις ανακοπών κατά αναγκαστικών εκτελέσεων των τραπεζών σε βάρος της περιουσίας των δανειοληπτών. Αυτό δείχνει τη σοβαρότητα της απόφασης που αναμένεται, από την οποία θα εξαρτηθεί και η κρίση εκατοντάδων ατομικών υποθέσεων δανειοληπτών.

Νομικοί κύκλοι, πάντως, τηρούν στάση αναμονής, θεωρώντας ότι το αποτέλεσμα που παράγει η συγκεκριμένη απόφαση εξαρτάται από το ακριβές περιεχόμενό της, το οποίο δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί. Η επιφυλακτικότητα που διατυπώνεται έχει να κάνει με την εκδίκαση από τον Αρειο Πάγο μίας ακόμη προσφυγής που εκκρεμεί και η οποία έχει προσδιοριστεί για τις 20 Μαΐου. Η προσφυγή αυτή είναι συλλογική, δεν αφορά δηλαδή μόνο μία περίπτωση δανειολήπτριας και η εκδίκασή της ή όχι θα κριθεί σε σχέση με τη χθεσινή απόφαση και το κατά πόσον αυτή αντιμετωπίζει συνολικά το θέμα για τα δάνεια σε ελβετικό νόμισμα. Βάσει της συγκεκριμένης απόφασης που ανακοινώθηκε χθες, πάντως, οι δανειολήπτες θα πρέπει να αποπληρώσουν τα δάνειά τους με βάση την τρέχουσα ισοτιμία και όχι εκείνη που ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης με την τράπεζα.

Η υπόθεση αφορά περίπου 65.000-70.000 δανειολήπτες, που έχουν λάβει δάνεια ονομαστικής αξίας περί τα 7 δισ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο είχαν κυριαρχήσει την περίοδο 2006-2009, όταν η ισοτιμία ευρώ/ελβετικού ήταν ανοδική και συγκεκριμένα μεταξύ 1,55-1,65. Στο παρελθόν οι δανειολήπτες ευνοούνταν κυρίως από το χαμηλό επιτόκιο που είχαν τα συγκεκριμένα δάνεια, λόγω χαμηλού libor και το οποίο διαμορφωνόταν κοντά στο 2%-2,5%, έναντι 5%-6% που ήταν το μέσο επιτόκιο των δανείων σε ευρώ. Σήμερα η ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου διαμορφώνεται στο 1,13, γεγονός που σημαίνει ότι οι δανειολήπτες χρειάζονται περισσότερα ευρώ για να αποπληρώσουν το δάνειο στο ελβετικό νόμισμα. Οι οφειλέτες αυτοί επωφελήθηκαν της περιόδου χαμηλού επιτοκίου (libor) του ελβετικού φράγκου, όταν το euribor ήταν έως και τέσσερις φορές πάνω, αλλά πλέον το libor (-0,71%) και το euribor (-0,30%) συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, με συνέπεια, εκτός από την επιβάρυνση που υφίστανται λόγω της διολίσθησης του ευρώ, να έχουν περιορισμένο όφελος από το κόστος χρήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ