ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχουν κόγχες μέσα στον παλιό πυρήνα της πόλης που μοιάζουν ακίνητες στον χρόνο σαν λίμνες. Αστικές δίνες ελκύουν τα βήματα στα δρομάκια πίσω από την Αθηνάς, προς του Ψυρρή, εκεί όπου, ανάμεσα σε πολυώροφες αποθήκες, χαμηλά σπίτια, εστιατόρια και καφέ, αναφύονται ως ενδημικό είδος οι θύλακοι που άφησαν οι παλιοί κάτοικοι. Στην Αθηνάς χαμηλά, προς το Μοναστηράκι, υπάρχει στην ατμόσφαιρα εκείνη η σκόνη του χρόνου.

Εχω βγει από την οδό Βλαχάβα και περνάω απέναντι στην οδό Καλαμίδα. Υπάρχει εκεί μια άτυπη πύλη, ένα σπίτι γωνιακό, Καλαμίδα και Παλλάδος, δρόμοι με ονομασίες παλαιοαθηναϊκές, με αύρα και θύμησες καταχωνιασμένες στον χρόνο. Καλαμίδα και Παλλάδος, το σπίτι με το ημικυκλικό μπαλκόνι με τραβάει μέσα προς του Ψυρρή. Το νιώθω σαν ένα καστρόπυργο, παρότι είναι φτωχικό, ταλαιπωρημένο και φθαρμένο. Τέσσερα παράθυρα βγαίνουν στο μπαλκονάκι, με τα τέσσερα φουρούσια, και τα κάγκελα τα απλά, που θυμίζουν σχέδια της πρώτης περιόδου, επί Οθωνος. Είναι ένα καστράκι, αστικό, σεμνό μα και περήφανο, εκεί σε αυτήν την παλιά γωνιά της Αθήνας.

Από εκεί στρίβω στην Παλλάδος –με την προσμονή μιας απροσδιόριστης συνάντησης– και μετά στη Μελανθίου για να πλησιάσω τον ναό του Αγίου Δημητρίου. Η θέα του και μόνο γαληνεύει, παρά τις εργασίες ολόγυρα. Στέκει σαν μια σχισμένη σελίδα από το βιβλίο της Αθήνας του Οθωνα, με εκείνη την απέριττη αρχοντιά που έχει πλέον χαθεί. Λίγοι Αθηναίοι γνωρίζουν αυτήν την παλιά εκκλησία με τον μεγάλο περίβολο, χωμένη μέσα στη γειτονιά του Ψυρρή, ανάμεσα σε παλιά μαγαζιά, με επιγραφές της δεκαετίας του ‘50 και πιο παλιά ακόμη, δίπλα σε πολυώροφα κτίρια, σε γκράφιτι πολλά και πόρτες κλειστές που οδηγούν σε ημιυπόγεια, κοντά σε σύγχρονα καφέ με πελάτες που στρίβουν τσιγάρα και διαβάζουν βιβλία.

Αλλά, ανάμεσα σε αυτή την αστική βοή, ανάμεσα σε κρότους και ψιθύρους, μυρωδιές αστικές και αρχαίες, ο Αγιος Δημήτριος στέκει σαν φάρος μιας αδιόρατης γαλήνης. Στέκομαι εκεί μπροστά του, στην καγκελόπορτα, και σταδιακά γυρνάω το βλέμμα για να το αφήσω στο απέναντι σπίτι, στον αριθμό 24 της οδού Αγίου Δημητρίου.

Είναι ένα διώροφο, κλειστό. Μια επιγραφή με εκείνη την παλιομοδίτικη γραμματοσειρά πληροφορεί ότι εδώ υπήρχε το Γενικόν Εμπόριον Μπαχαρικών του Αριστ. Αθανασόπουλου. Το ρολό του κλειστό και κατεβασμένο, δίπλα η εξώθυρα με τον ψηλό φεγγίτη, βαμμένη σε εκείνο το μουσταρδί της παλιάς πόλης. Τα ανοίγματα της πόρτας, χωρίς τζάμι πια, προσκαλούν το βλέμμα στο εσωτερικό και στη μεγάλη σκάλα που ανεβαίνει στα σκοτεινά σπλάχνα του σπιτιού. «Τα παλιά σπίτια/ κρατάνε μέσα τους κάτι/ από το βάρος των ανθρώπων», οι στίχοι του ποιητή Δημήτρη Πέτρου («Μόρα», εκδ. Μικρή Αρκτος, 2018). «Πάνω στους τοίχους λίγη υγρασία/ από τα ξεχασμένα λόγια τους./ Ανάμεσα στις χαραμάδες/ τη σκόνη από τον πρώτο έρωτά τους./ Ενα κομμάτι πανί από παλιές ανομολόγητες πράξεις». Και αυτές οι σκιές μακραίνουν και σε ακολουθούν μέσα από στρώσεις χρόνου και βήματα ανθρώπων που έχασαν πλέον τη δική τους σκιά.

Αλλά πόση χάρη κρύβει αυτό το ακατοίκητο σπίτι στο 24 της οδού Αγίου Δημητρίου. Πλεξούδες γύψινες στέφουν τα παράθυρα. Και τα μπαλκόνια, με τα σκουριασμένα κάγκελα από τη δεκαετία του ‘20, αγκαλιάζουν το σπίτι με γιρλάντες, κούρμπες και συνεσταλμένη γεωμετρία. Εκεί γύρω κρύβονται πολλά ακόμη παλιά σπίτια. Τα συναντώ με συγκίνηση. Λίγα διατηρούν την αρχική τους όψη, δείχνουν όμως την κλίμακα και το μέτρο, την πρωτογενή ύλη που έδωσε πνοή σε αυτήν την παλιά συνοικία, που αγαπούσε και ο Παπαδιαμάντης. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη