ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ασκοπη λιτότητα 14 δισ. για διανομή «κοινωνικού μερίσματος» 2,2 δισ.

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα «δομικό» πρόβλημα, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό υψηλόβαθμου αξιωματούχου του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο οδηγεί σε λανθασμένες προβλέψεις για το πρωτογενές πλεόνασμα συστηματικά επί τρία χρόνια –με προοπτική να ακολουθήσει και τέταρτο– είναι μια μάλλον παράξενη δικαιολογία για τα υπερπλεονάσματα.

«Δομικό» ή όχι, το πρόβλημα μετατρέπεται κάθε χρόνο σε ευπρόσδεκτο δώρο για την κυβέρνηση, καθώς της δίνει τη δυνατότητα να μοιράζει κοινωνικό μέρισμα σε ομάδες πληθυσμού που θεωρεί ότι αποτελούν το προνομιακό της πεδίο. Συνολικά, πάντως, τα χρόνια που πέρασαν, μοίρασε 2,2 δισ. ευρώ κοινωνικό μέρισμα, αλλά τα υπερπλεονάσματα άγγιξαν τα 14 δισ. ευρώ. Ουσιαστικά, σχεδόν 12 δισ. ευρώ ρευστότητα αφαιρέθηκε, χωρίς λόγο, από την οικονομία, την ίδια ώρα που εφαρμοζόταν το αυστηρό πρόγραμμα του 3ου μνημονίου, αφαιρώντας επιπλέον ρευστότητα, εξαιτίας των μέτρων προσαρμογής, συνολικού ύψους 11 δισ. ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις.

Το τι σημαίνει αυτό για την ανάπτυξη είναι προφανές. Ενδεικτικά, η Εθνική Τράπεζα είχε υπολογίσει ότι μόνο τα υπερπλεονάσματα του 2017 είχαν κοστίσει στην ανάπτυξη 1,2 ποσοστιαία μονάδα.

Σε κάθε περίπτωση, η τακτική των υπερπλεονασμάτων δεν συνιστά μια ορθολογική επιλογή οικονομικής πολιτικής. Αντί για μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, με στόχο την ενίσχυση των επενδύσεων και της ανάπτυξης, η κυβέρνηση καταφεύγει σε α λα καρτ πολιτικές κάθε χρόνο, ανάλογα με τις πολιτικές επιδιώξεις που θέλει να εξυπηρετήσει.

Η τακτική αυτή, σύμφωνα με πληροφορίες, ενοχλεί πλέον και τους θεσμούς, οι οποίοι τα προηγούμενα χρόνια, υπό τον φόβο της μη επίτευξης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, αντιμετώπιζαν κι αυτοί, λίγο ώς πολύ, ως θετική εξέλιξη την υπέρβασή τους στο τέλος του χρόνου.

Οταν άρχισε να αποκτά τα χαρακτηριστικά μοτίβου, οι Βρυξέλλες άλλαξαν στάση.

Την περασμένη εβδομάδα, πηγές στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν έκρυβαν τον προβληματισμό τους για τον τρόπο με τον οποίο κατέστη δυνατόν και το 2018 να ξεπεραστούν οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ προβλέπεται να συμβεί το ίδιο και το 2019.

Οπως σημείωναν, ειδικά η υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων δεν είναι ευπρόσδεκτη εξέλιξη, αλλά αρνητική. Επί τρία χρόνια τώρα, οι δαπάνες έναντι των στόχων του ΠΔΕ υστερούν, ενώ φέτος κόπηκε προκαταβολικά ο προϋπολογισμός του που είχε εγγραφεί στο Μεσοπρόθεσμο (και δεν αποκλείεται να υποεκτελεστεί περαιτέρω).

Συνολικά, με αυτό τον τρόπο χάθηκαν 2,3 δισ. ευρώ από την πραγματική οικονομία από το 2016.

Οι θεσμοί αναγνωρίζουν ότι ήρθε η ώρα να γίνουν φοροελαφρύνσεις. Θέλουν να διασφαλίσουν, όμως, ότι αυτό δεν θα επιτευχθεί εις βάρος της ανάπτυξης – στην προκειμένη περίπτωση εις βάρος της εκτέλεσης του ΠΔΕ. Σε αυτό το πλαίσιο αναμένεται να είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί, στον βαθμό που θα τεθεί υπ’ όψιν τους η πολιτική παροχών, την οποία ετοιμάζει η κυβέρνηση. Δεν θα δεχθούν μεγάλο εύρος παροχών, από τον φόβο μήπως προκύψει ως αποτέλεσμα νέων περικοπών στις δημόσιες επενδύσεις.

Θα πιέσουν, επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες, να επισπεύσει η κυβέρνηση την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της σε ιδιώτες, καθώς θεωρούν αδιανόητο να εμφανίζονται τέτοια υπερπλεονάσματα και να μην είναι δυνατόν να εξοφληθούν τα 2 δισ. ευρώ που οφείλει το Δημόσιο στους προμηθευτές του και στους φορολογουμένους για επιστροφές φόρων.

Ακόμη, οι θεσμοί δεν ξεχνούν ότι υπάρχουν κίνδυνοι δημοσιονομικής εκτροπής, εξαιτίας των επικείμενων αποφάσεων των δικαστηρίων για την επιστροφή αναδρομικών σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και από μια επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Εχουν ζητήσει από την κυβέρνηση να λάβει σχετική πρόβλεψη στον προϋπολογισμό.

Πληροφορίες από το οικονομικό επιτελείο αναφέρουν ότι στο πλαίσιο της αναθεώρησης των στόχων του προϋπολογισμού του 2019, που ετοιμάζει η κυβέρνηση, θα υποστηρίξει ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ ή 900 εκατ. ευρώ, ο οποίος της επιτρέπει να λάβει μέτρα μόνιμου χαρακτήρα. 

Εν ολίγοις εκτιμά ότι το πλεόνασμα, αντί για 3,5% του ΑΕΠ που είναι ο στόχος, κινείται σταθερά στην τροχιά του 4% του ΑΕΠ. Δεν είναι σίγουρο πώς θα αντιδράσουν οι θεσμοί, αν και το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι φωνές στην κυβέρνηση που υποστηρίζουν ότι πλέον βρισκόμαστε εκτός μνημονίου και δεν χρειαζόμαστε τη σύμφωνη γνώμη των εταίρων μας για να κάνουμε τις επιλογές μας.

Μια λογική που ξεχνά την ενισχυμένη εποπτεία, τις εκκρεμείς επιστροφές SMPs και ANFAs   και κυρίως την οπτική των αγορών, που δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι μια επιστροφή στις κακές συνήθειες του παρελθόντος.

Η στάση των θεσμών

Στο  Euroworking Group της 2ας Μαΐου αναμένεται να εισπράξει η κυβέρνηση την αντίδραση των Βρυξελλών για τα μέτρα παροχών που ετοιμάζει με επιχείρημα το υπερπλεόνασμα του 2018. Σε εκκρεμότητα, όμως, είναι ακόμη και η ρύθμιση των 120 δόσεων για τις οφειλές προς την εφορία και προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που κάθε άλλο παρά ενθουσιάζει τους θεσμούς. Ευρωπαϊκές πηγές επιμένουν να μιλούν για τακτική που υπονομεύει την ήδη ασθενή κουλτούρα πληρωμών στην Ελλάδα. Το ερώτημα για τα περιθώρια της κυβέρνησης να προχωρήσει σε παροχές περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας της διατυπωμένης πρόθεσής της να μην εφαρμόσει τη μείωση του αφορολογήτου το 2020. Μπορεί να μην είναι κυβέρνηση έως τότε, αλλά ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις έχει ούτως ή άλλως ανάψει προκαταβολικά το πράσινο φως, εφόσον τα δημοσιονομικά περιθώρια το επιτρέπουν. Αν δεν εφαρμοστεί η μείωση του αφορολογήτου, χάνονται περίπου 2 δισ. ευρώ και το επιχείρημα των υπερπλεονασμάτων εξασθενεί – εκτός εάν καταργηθούν ταυτόχρονα και τα αντίμετρα, που όμως δεν είναι άλλα από τις φορολογικές ελαφρύνσεις που υπόσχεται η κυβέρνηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ