ΒΙΒΛΙΟ

Το ενεργό ηφαίστειο Νικόλας Κάλας

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ
Ο μοντερνιστής κριτικός
Νικόλας Κάλας
εκδ. Αρμός, σελ. 235


Η φιλόσοφος-λογοτέχνις Αλεξάνδρα Δεληγιώργη επανέρχεται στον ποιητή, κριτικό και θεωρητικό της τέχνης Νικόλα Κάλας (1907-1988), 21 χρόνια μετά τη βραβευμένη μελέτη της για τον ίδιο (1997). Στο υπό συζήτηση βιβλίο παρουσιάζει το κριτικό-θεωρητικό έργο του ανήσυχου, ευαίσθητου αυτού πνεύματος, από τα νεανικά του χρόνια στον ελληνικό Μεσοπόλεμο, συνεχίζοντας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γαλλία με τον Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές και, ακολούθως, μέχρι τον θάνατό του, στη μεταπολεμική Αμερική των σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων. Επιχειρεί να συγκροτήσει την κριτική-θεωρητική φυσιογνωμία του Κάλα σε βάθος χρόνου και σε συνάρτηση με τα φιλοσοφικά-καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Αφιερώνει, τέλος, ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο ειδικά στη συνομιλία του με τον Βιτγκενστάιν.

Από μαρξιστής-τροτσκιστής κριτικός της ελληνικής λογοτεχνίας ο Κάλας, ασφυκτιώντας στο περιοριστικό ελληνικό περιβάλλον, εξελίσσεται αυτοεξοριζόμενος, ιδίως τη μεταπολεμική περίοδο στην Αμερική, σε ρωμαλέο κριτικό πνεύμα όχι πλέον τόσο για την ποίηση όσο για τη ζωγραφική και τις εικαστικές τέχνες (ποπ-αρτ και πειραματική τέχνη). Γράφει την ποίησή του πάντοτε στα ελληνικά, τα θεωρητικά-κριτικά του κείμενα όμως γράφονται στα γαλλικά και, κατόπιν, στα αγγλικά. Η Δεληγιώργη δεν παρακολουθεί την πορεία αυτή ψυχρά αλλά, ως πνευματική συνοδοιπόρος, παίρνει μαχητικά θέση υπέρ του Κάλας. Δεν κρύβει τον θαυμασμό της για τις επιτεύξεις του, τη θλίψη της για την εχθρότητα ή την περιφρόνηση με την οποία τον αντιμετώπισαν στην Ελλάδα. Του αποδίδει, ταυτόχρονα, μια ιδιαίτερη ελληνικότητα, συνδέοντάς την στενά με την αρχαιοελληνική παιδεία, την ορθόδοξη-βυζαντινή παράδοση αλλά και την ιδιότητα του ξεριζωμένου. Της βάζει θετικό πρόσημο, καθώς ο αναγνώστης αποκομίζει συχνά την εντύπωση ότι πρόκειται για πνευματική ποιότητα που κάνει τον διανοούμενο Κάλας να ξεχωρίζει.

Η μελέτη οργανώνεται, σε γενικές γραμμές, κατά χρονική ακολουθία, και θα ήταν χρήσιμο αν η έκδοση περιελάμβανε τουλάχιστον έναν κατάλογο των έργων του Κάλας στα οποία η Δεληγιώργη αναφέρεται, αν όχι πλήρη εργογραφία. Ακόμα, θα είχε ενδιαφέρον αν η συγγραφέας τεκμηρίωνε συγκεκριμένα κάποια συμπεράσματα στα οποία μοιάζει να καταλήγει όχι τόσο με βάση όσο με αφορμή τον Κάλας. Διαβάζουμε, π.χ., ότι Τσάτσος και Σεφέρης «ανοίγουν έναν παρελκυστικό διάλογο μεταξύ τους ώστε να κάνουν να περάσουν απαρατήρητες οι παρατηρήσεις του Ν.Κ.». Πιο κάτω ότι «η αναγνώριση της δύναμης της ελεύθερης φαντασίας να παράγει εικόνες, μεταφορές και σύμβολα, την οποία αξίωναν τα κριτικά κείμενα του Ν.Κ., έβρισκε απήχηση» όχι μόνο στον Εγγονόπουλο αλλά και στους Σκαρίμπα, Μπεράτη και Αξιώτη.

Η ανάγκη επαναξιολόγησης των όρων συγκρότησης ενός ξεπερασμένου από τα πράγματα κανόνα, που απέτυχε άλλοτε να σταθεί στο ύψος ενός Καβάφη ή το ώριμο αίτημα να διαβάσουμε σήμερα (και) άλλους (και) αλλιώς, ασφαλώς συμπλέει με απόψεις του νεαρού Κάλας τη δεκαετία του ’30, ιδίως στον βαθμό που εκείνος, χάρη στην ευρύτατη παιδεία και στην κριτική του οξύτητα, έκδηλη π.χ. στα καβαφικά του ή στον διάλογο που επιζητεί με τον επίσης νεαρό Δημαρά, υπερέβαινε την αφέλεια της πολιτικής του στράτευσης.

Αλλά πόσο παραγωγικό θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε υπέρ κάποιων και, εξ αντιδιαστολής, εις βάρος άλλων το κριτήριο της ελεύθερης φαντασίας, και μάλιστα αναδρομικά; Αλλωστε, διαβάζοντας τη Δεληγιώργη, νιώθει κανείς τον Κάλας μάλλον να μοχθεί υπέρ ενός συμφιλιωτικού εκλεκτικισμού που, από νωρίς, έβαζε στην άκρη τα δόγματα, εστιάζοντας με έμπνευση, δίχως ακαδημαϊκό διδακτισμό, στην απελευθερωτική ουσία του καλλιτεχνικού έργου. Αυτό, πράγματι, εξακολουθεί και σήμερα να μας λείπει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ