ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Πίσω από το «ρωσικό» επίθετο του Αλέξανδρου Κιτροέφ, κρύβεται κάποιο άλυτο οικογενειακό μυστήριο. «Πριν από λίγες ημέρες πήρα τα αποτελέσματα του τεστ DNA που δεν έδειξε καθόλου ρωσικά γονίδια», μου λέει. «Το μόνο που ξέρουμε είναι πως ο Ελληνας προπροπάππος μου, πάντως, που ήταν μεταφραστής του Οθωμανού διοικητή ξεκίνησε από τη Χίο και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο για να ασχοληθεί με το βαμβάκι και οι κατοπινές γενιές ήταν Αιγυπτιώτες». Ο γνωστός ιστορικός που κάθεται απέναντί μου στου Φιλίππου στο Κολωνάκι γεννήθηκε μεν στην Ελλάδα, αλλά έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος του βίου του σπουδάζοντας στη Βρετανία και ύστερα διδάσκοντας σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Ειδίκευσή του η ελληνική διασπορά.

Μόλις κυκλοφόρησε μάλιστα και το τελευταίο του αγγλόφωνο πόνημα, ένα βιβλίο για τον ελληνισμό της Αιγύπτου που εξέδωσε το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου. Βέβαια, έχει καταπιαστεί και με τους συμπατριώτες μας που μετανάστευσαν στην Αμερική, ενώ έχει γίνει περισσότερο γνωστός μέσα από τα ντοκιμαντέρ για τη Σμύρνη και την ανταλλαγή πληθυσμών της σκηνοθέτιδος Μαρίας Ηλιού. Φανατικός φίλαθλος του «Τριφυλλιού» από παιδί, ασχολήθηκε και με το αρχείο του Απόστολου Νικολαΐδη για να γράψει το βιβλίο «Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός». Χαμογελά με νοσταλγία όταν θυμάται τα καυτά από τον ήλιο τσιμέντα της Λεωφόρου και τη μυρωδιά του ηλιόσπορου στους αγώνες.

«Δεν πρόλαβα να δω και πολλά ντέρμπι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαψα να παρακολουθώ και την ομάδα. Εφυγα από την Ελλάδα στην εφηβεία μου και τελείωσα το σχολείο στην Αγγλία. Εκανα εκεί σπουδές και αργότερα, λίγο πριν κλείσω τα 30 μου, πήγα στη Νέα Υόρκη για να εργαστώ στο City University of New York και έμεινα στην Αστόρια. Αμέσως αισθάνθηκα πολύ πιο ευπρόσδεκτος απ’ ό,τι μία δεκαπενταετία στη Βρετανία. Η Αμερική μάς πάει εμάς των Ελλήνων. Μας κάνει και νιώθουμε στα νερά μας. Ακόμα και σήμερα είναι μια χώρα πολύ πιο ανοιχτή στους ξένους. Της οφείλω πολλά. Με έμαθε να εργάζομαι σκληρά και να ξέρω ότι μια ημέρα θα ανταμειφθώ, να είμαι συστηματικός και οργανωμένος, να κινούμαι ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και νοοτροπίες και να νιώθω άνετα με κάθε λογής ανθρώπους», λέει και πίνει μια μεγάλη γουλιά κρύα μπίρα. Ο καιρός έχει ζεστάνει και μυρίζει άνοιξη. Εξω είναι χαρά θεού. «Βέβαια, όταν έρχεσαι εδώ, ανακαλύπτεις ξανά την αμεσότητα και τη γλυκύτητα που έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις» προσθέτει.

Με τον ιστορικό γνωριστήκαμε όταν υπήρξε επιβλέπων καθηγητής μου στο πρόγραμμα υποτροφιών Fulbright. Χάρις στο οικογενειακό του παρελθόν αλλά και στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, ο τρόπος που προσεγγίζει την Ελλάδα είναι πολύ ενδιαφέρων. Εχει μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στην αποστασιοποιημένη προσέγγιση του ερευνητή αλλά και στο ζεστό, αυθεντικό συναίσθημα προς τη χώρα που γεννήθηκε. Παρακολουθώντας τον να διδάσκει ή να συνομιλεί με ομογενείς, πάντα μου έκαναν εντύπωση η τρυφερότητα και ο σεβασμός του προς εκείνους που βρέθηκαν μακριά από τη γενέτειρα ή μεγάλωσαν ως παιδιά και εγγόνια μεταναστών.

Μυρωδιές της Αλεξάνδρειας

«Και εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα με ιστορίες της Αιγύπτου», μου λέει. «Εναν κόσμο γεμάτο αναμνήσεις, εικόνες και μυρωδιές της Αλεξάνδρειας. Η οικογένειά μου ήταν στα βαμβάκια, αλλά έχασαν τα χρήματά τους με το κραχ του 1929. Ο πατέρας μου πήρε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το βρετανικό ναυτικό και ήρθε στην Ελλάδα πριν από τον Νάσερ. Ο παππούς μου ήρθε το 1963».

Τελικά υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τους απανταχού Ελληνες στο εξωτερικό; «Και βέβαια» απαντά χωρίς να το πολυσκεφθεί. «Διαθέτουν έναν καταπληκτικό συνδυασμό. Δεν παίρνουν τίποτε ως δεδομένο, άρα είναι ευέλικτοι μπροστά σε κάθε αλλαγή ή εμπόδιο. Από την άλλη, μπορούν να προσαρμοστούν και να λειτουργήσουν σε ένα σύστημα ορθολογικά καθορισμένο. Αυτός είναι ο λόγος που οι συμπατριώτες μας διαπρέπουν παντού, όπου και αν βρεθούν. Συνήθως, οι Ελληνες είναι μαθημένοι να στηρίζονται στον εαυτό τους, μιας και δεν μπορούν να στηριχθούν στο κράτος. Αυτό τους κάνει να δυσκολεύονται εκεί όπου πρέπει να επιδείξουν ομαδικότητα. Στις ΗΠΑ πολλοί προτίμησαν να ανοίξουν τη δική τους μικρή επιχείρηση παρά να είναι κάπου υπάλληλοι. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι εξάγουμε τόσους καθηγητές πανεπιστημίου. Ο πανεπιστημιακός μόνος του ανοίγει τον δρόμο του».


«Η Αμερική μάς πάει εμάς των Ελλήνων. Μας κάνει και νιώθουμε στα νερά μας», λέει ο Αλέξανδρος Κιτροέφ.

Συνεχίζει: «Αν είχα ένα μαγικό ραβδί, θα έφτιαχνα εδώ στην Αθήνα, ένα μουσείο διασποράς. Νομίζω ότι έτσι οι Ελληνες θα συνειδητοποιούσαν την τεράστια προσφορά όσων πρόκοψαν εκτός συνόρων, είτε ήσαν οι πρώτοι ευεργέτες που έστειλαν χρήματα για να χτιστούν σχολεία, είτε οι άνθρωποι που πέρασαν τον Ατλαντικό φορώντας τις παραδοσιακές τους φορεσιές για να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο. Ο ελληνισμός τα πήγαινε καλά όταν το ένα πόδι του πατούσε έξω. Και σε κάθε κρίση, ολόκληρα κύματα ανθρώπων έφευγαν για να ψάξουν την τύχη τους. Ακόμα και σήμερα άλλωστε αυτό συμβαίνει. Χιλιάδες νέοι και μορφωμένοι συμπατριώτες μας πήγαν στην Ευρώπη, στην Αμερική ακόμα και στην Ασία. Είναι λοιπόν σημαντική υπόθεση το αφήγημα των Ελλήνων της διασποράς να μπορέσει να μπει κάτω από μια στέγη και να μας δώσει τροφή για σκέψη: Πώς θα μπορούσαμε και εμείς να τα πάμε καλύτερα από εδώ και πέρα; Γιατί πολλοί από εκείνους που έφυγαν πήγαν τόσο μπροστά; Ποιες αξίες και αρετές είχαν και εξακολουθούν να έχουν; Δεν μπορεί να δει κανείς τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, αλλά ίσως ούτε τις ελληνικές προοπτικές, αν δεν εξετάσει και τη διασπορά».

Το φως που καίει

Στο πρόσφατο συνέδριο των Δελφών ένας Ελληνοαμερικανός είπε μια πικρή αλήθεια: «Με την Ελλάδα ζούμε το φαινόμενο του ηλεκτρικού λαμπτήρα. Μας μαγνητίζει το φως και μόλις πάμε κοντά καιγόμαστε». Ο Κιτροέφ γελά όταν του το διηγούμαι. «Ειδικά στα χρόνια της κρίσης, αλλά και παλαιότερα, πολλοί επιφανείς ομογενείς προσπάθησαν να βοηθήσουν. Ομως συχνά έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης και απάτης στη χειρότερη περίπτωση, τέλειας ασυνεννοησίας στην καλύτερη. Ακόμα και σήμερα θέλουν να σταθούν δίπλα στη χώρα. Ομως, δεν υπάρχει κανένας φορέας που να μπορούν να εμπιστευθούν με κλειστά μάτια, να κάνουν δωρεές και να ξέρουν ότι τα χρήματά τους θα πιάσουν τόπο. Είναι λογικό να δημιουργείται καχυποψία αλλά και αμηχανία. Αν υπήρχε ένας θεσμός –θα πρότεινα λ.χ. ένα μη κρατικό think tank για τη διασπορά–που να λειτουργεί με ανεξαρτησία και διαφάνεια, τότε θα αισθάνονταν πολύ μεγαλύτερη προθυμία να κάνουν δωρεές».

Το φαγητό, όχι τόσο η γλώσσα, θα διατηρήσει τον ελληνισμό στις ΗΠΑ

Ερχεται στο τραπέζι μας μια ωραία χωριάτικη σαλάτα, το πιάτο που έχει παγκοσμίως σχετιστεί με την ελληνική κουζίνα. Ο Κιτροέφ πάντοτε πίστευε ότι το φαγητό είναι ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία της εθνικής ταυτότητας. «Τρώγοντας ελληνικά φαγητά αισθάνεσαι Ελληνας ακόμη και αν δεν μιλάς καθόλου τη γλώσσα», μου λέει.

«Πριν από λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος βυζαντινολόγος Σπύρος Βρυώνης, που είχε γεννηθεί και μεγαλουργήσει στην Αμερική. Τον θυμάμαι πάντα να υποστηρίζει –εκείνος που μιλούσε άπταιστα καμιά δεκαριά γλώσσες– ότι για να διατηρήσουμε τον ελληνισμό στις ΗΠΑ, η βαρύτητα δεν πρέπει να πέσει στην εκμάθηση των ελληνικών. Ετσι είναι σαν να αποκλείουμε εκείνους που είναι 3ης και 4ης γενιάς και δεν μιλούν λέξη ελληνικά. Κανένας πιτσιρίκος σήμερα δεν θα ήθελε να πηγαίνει Σάββατο πρωί να μαθαίνει τη γλώσσα του προπάππου του σε κάποιο σχολείο, αλλά προτιμά να παίζει μπέιζμπολ με τους φίλους του. Είναι πολύ καλύτερο να βασίσουμε το ανήκειν σε μια ομάδα σε άλλα πράγματα: στη μουσική, στον χορό, στις γεύσεις, στη γνώση της ιστορίας».

«Το φαγητό για τους Ελληνες της διασποράς δεν είναι μονάχα η σύνδεση με τη γη των προγόνων, αλλά με την ίδια την οικογένεια. Είναι το κουτάλι που κρατούσε η γιαγιά και η μαμά για να σε ταΐσουν με λιχουδιές που είχαν φτιάξει με τα χεράκια τους. Πόσες φορές δεν έχω ακούσει ιστορίες υπερηφάνειας από Ελληνοαμερικανάκια που πήγαιναν στο σχολείο και όταν ερχόταν η ώρα του κολατσιού, εκείνα έβγαζαν από το τάπερ σουτζουκάκια και ο διπλανός τους έτρωγε ένα βαρετό σάντουιτς με φιστικοβούτυρο; Ξαφνικά γίνονταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων, γιατί είχαν κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους και σίγουρα κάτι πολύ πιο νόστιμο», υποστηρίζει ο Κιτροέφ.

Πέρα από αυτό, η ομογένεια κατάφερε να κερδίσει μια θέση στην αμερικανική κοινωνία κυρίως μέσα από επιχειρήσεις εστίασης. Τα πρώτα κύματα Ελλήνων μεταναστών βρήκαν εργασία στην αρχή πουλώντας καραμέλες και φρούτα στους δρόμους και ύστερα στις γνωστές «ντάινες», που ελληνοκρατούνταν. Ο Κιτροέφ τονίζει: «Οι ντάινες ήταν εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης σε πόλεις που ζούσαν σε βιομηχανικούς ρυθμούς. Ομως, οι Ελληνες ιδιοκτήτες δεν τα έκαναν δημοφιλή μόνο και μόνο επειδή είχαν ωραίες γεύσεις, αλλά γιατί οι ίδιοι ήταν ανοικτοί και φιλόξενοι. Φεύγοντας από το χωριό ή το νησί τους, είχαν μια άλλη λογική συνύπαρξης στο φαγητό, ένα είδος κοινωνικότητας που άρεσε πολύ στους Αμερικανούς. Ηταν ανοικτοί και πρόσχαροι γιατί θυμούνταν τις ταβέρνες και τα καφενεία τους. Είναι κρίμα που οι ντάινες σταδιακά εξαφανίζονται. Μαζί τους χάνεται και ένα κομμάτι της ιστορίας των Ελλήνων στις ΗΠΑ».

Η συνάντηση

Ο Αλέξανδρος Κιτροέφ αγαπά την απλή ελληνική κουζίνα. Και μιας και βρισκόταν στο Κολωνάκι, αποφασίσαμε να φάμε ένα ελαφρύ μεσημεριανό στον all time classic Φιλίππου. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή και ευχάριστη, μέχρι που εμφανίστηκε μια οικογένεια με ένα συμπαθέστατο αλλά παραπονιάρικο μωρό. Εκρινα από το συνεχές κλάμα του ότι έβγαζε δοντάκια. Παραγγείλαμε δύο μπίρες, μια χωριάτικη και δύο μπιφτέκια στη σχάρα. Φάγαμε ωραιότατο χαλβά και ήπιαμε δύο εσπρέσο. Ο λογαριασμός ήρθε 35 ευρώ.

Οι σταθμοί του

1955
Γεννιέται στην Αθήνα.

1969 
Πηγαίνει στην Αγγλία, όπου τελείωσε γυμνάσιο και λύκειο.

1977
Πρώτο πτυχίο στις Πολιτικές Επιστήμες στο Warwick University.

1977-79
Μεταπτυχιακό στην Ιστορία στο Keele University.

1979-84
Κάνει το διδακτορικό του στο St Antony’s College της Οξφόρδης.

1984
Επιστροφή στην Ελλάδα για διετή θητεία στο Ναυτικό.

1986
Εργάζεται στο Κέντρο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του CUNY στις ΗΠΑ.

1990-96
Εργάζεται στο Ωνάσειο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στο NYU με τον Σπύρο Βρυώνη.

1996
Πηγαίνει στο Haverford College, όπου πρόκειται φέτος να εξελιχθεί σε full Professor of History.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ