Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Η «προοδευτικότητα» ως εκλογική ιδιοτέλεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα προεκλογικό πακέτο παροχών, ετήσιου κόστους 1,5 δισ. (0,8% του ΑΕΠ). Δεν είναι βέβαια καινοφανές μια κυβέρνηση να πλησιάζει στην έξοδο μοιράζοντας λεφτά. Είναι μακρά η παράδοση των εκλογικών κύκλων, με καθοριστική συμβολή στη Μεγάλη Χρεοκοπία. Γιατί να είμαστε πιο αυστηροί με αυτή την κυβέρνηση;

Για δύο λόγους. Πρώτον, διότι έχει ήδη λερωμένη τη φωλιά της. Ο ΣΥΡΙΖΑ ματαίωσε την οικονομική ανάκαμψη του 2014, εκβιάζοντας εκλογές, οδηγώντας την οικονομία στο σοκ του 2015 και σε δύο εντελώς περιττά χρόνια ύφεσης. Η κρίση Νο 2 δεν είναι μόνο έργο του κ. Βαρουφάκη. Εχει πολιτικό φορέα και ονοματεπώνυμο.

Για να ανορθώσει την εθνική αξιοπιστία που η ίδια γκρέμισε, η κυβέρνηση Τσίπρα ακολούθησε μια πολιτική υπερπλεονασμάτων, αφαιρώντας συνολικά (χωρίς να απαιτείται) περίπου 12 δισ. από την οικονομία. Αποτέλεσμα: μια αδύναμη ανάκαμψη, ύστερα από μια Μεγάλη Υφεση. Η αναιμική αυτή επίδοση έχει ακυρώσει πολλές δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Και η υπερφορολόγηση έχει διώξει χιλιάδες εργαζομένους και επιχειρήσεις από την επίσημη οικονομία ή από τη χώρα.

Τώρα η κυβέρνηση Τσίπρα επαναλαμβάνεται σε νέα εκδοχή. Την πρώτη φορά θυσίασε την οικονομία για να μείνει στην εξουσία. Πλέον μοιράζει τα πλεονάσματα για να ναρκοθετήσει την επόμενη κυβέρνηση. Τα επιτόκια δανεισμού πήραν ξανά την ανηφόρα. Οι ιδιωτικές επενδύσεις «παγώνουν». Βαδίζουμε σε μια χαμένη εκλογική χρονιά. Ακόμα χειρότερα, η κυβέρνηση επαναφέρει τις μονομερείς κινήσεις. Τα μέτρα συνεπάγονται χαμηλότερο πλεόνασμα από το συμφωνημένο 3,5% για το 2020. Αν οι εταίροι δεν συναινέσουν, ο κ. Τσίπρας θα πάρει τη δόξα, η επόμενη κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να πάρει τα μέτρα, κι η χώρα θα ξαναζεί το μαρτύριο του Σισύφου.

Ο δεύτερος λόγος που πρέπει να είμαστε αυστηροί με αυτή την κυβέρνηση είναι διότι διεκδικεί το μονοπώλιο της προοδευτικότητας και της κοινωνικής ευαισθησίας. Ομως τα πεπραγμένα την διαψεύδουν.

Πρώτον, η πιο ευάλωτη κατηγορία συμπολιτών μας δεν είναι οι συνταξιούχοι. Είναι οι μακροχρόνια άνεργοι και τα νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενο μέλος. Η στόχευση του κοινωνικού μερίσματος στους συνταξιούχους αποσκοπεί σε μια δέσμια πελατεία, για την οποία οι strategists της κυβέρνησης κυνικά θεωρούν ότι θα αντιδράσει σαν τον σκύλο του Παβλόφ, ψηφίζοντας με ευγνωμοσύνη ΣΥΡΙΖΑ.

Με 18,5% ανεργία, η δημιουργία απασχόλησης είναι η προφανέστερη κοινωνική πολιτική. Πράγματι, η ανεργία μειώνεται ταχύτερα από ό,τι θα συνιστούσε η μέτρια αύξηση του ΑΕΠ. Σε αυτό συμβάλλει η εργασιακή ευελιξία. Ομως οι νέες δουλειές είναι των 300 ευρώ. Για να βελτιωθούν, οι μισθοί χρειάζονται επιχειρήσεις και δουλειές υψηλότερης ποιότητας και παραγωγικότητας. Αυτές διώχνει η κυβέρνηση με την υπερφορολόγηση που ακολουθεί – για να μοιράζει πελατειακά επιδόματα.

Δεύτερον, τα κοινωνικά μέτρα έχουν σημασία όταν είναι διατηρήσιμα. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (που πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά αναγκάστηκε να υιοθετήσει) είναι μεταρρύθμιση κοινωνικής προστασίας. Το μοίρασμα έκτακτων μποναμάδων δεν είναι.

Τρίτον, η μόνη διατηρήσιμη κοινωνική αναδιανομή είναι αυτή που έχει βρει τρόπο να μεγαλώνει την πίτα, να διευρύνει την παραγωγική δυνατότητα. Τι χρειάζεται για την ανάπτυξη; Ανθρώπινο κεφάλαιο, επενδύσεις, αύξηση της παραγωγικότητας.

Ας δούμε τις επιδόσεις της κυβέρνησης. Η φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου επιδεινώθηκε μετά την περίοδο 2015-2016. Η κυβέρνηση ξέρει ότι η γενιά του brain drain δεν θα τη συγχωρήσει και προσπαθεί να δυσκολέψει την ψήφο τους στις προσεχείς εκλογές. Μακροχρόνια, η χώρα αντιμετωπίζει δραματική δημογραφική επιδείνωση. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός θα συρρικνωθεί κατά 30% μέχρι το 2060. Οποιαδήποτε προοδευτική πολιτική θα έπρεπε να προσανατολίζει τους λιγοστούς διαθέσιμους πόρους στη διεύρυνση της απασχόλησης. Μειώνοντας, για παράδειγμα, τις ασφαλιστικές εισφορές, κι όχι αυξάνοντας συνταξιοδοτικές παροχές.

Επενδύσεις; Η συνολική ετήσια υποεκτέλεση των δημοσίων επενδύσεων από το 2016 ξεπερνά τα 2,3 δισ. Ιδιωτικές επενδύσεις «παγώνουν» λόγω γραφειοκρατίας ή μπαίνουν στο ψυγείο – ο προεκλογικός εκτροχιασμός τρομάζει τους επενδυτές.

Διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα; Η θέση μας έχει επιδεινωθεί στους περισσότερους δείκτες των διεθνών οργανισμών. Στον κρίσιμο τομέα της εκπαίδευσης, για παράδειγμα, ο απολογισμός είναι ολική οπισθοδρόμηση. Η κυβέρνηση ακύρωσε τις προσπάθειες του νόμου Διαμαντοπούλου για διεθνοποίηση και πόλους ακαδημαϊκής αριστείας, κατήργησε τα δημόσια πρότυπα σχολεία, ισοπέδωσε τα ΑΕΙ φαλκιδεύοντας τον σημαντικό διακριτό ρόλο της τεχνολογικής εκπαίδευσης.

Οι μεγάλες εθνικές προκλήσεις του μέλλοντος απουσιάζουν από τον λόγο και την πρακτική αυτής της κυβέρνησης. Βραχυπρόθεσμη πολιτική ιδιοτέλεια κινεί πράξεις και επιλογές. Ακόμα κι ένα σημαντικό επίτευγμα (το κλείσιμο της διένεξης με τη Βόρεια Μακεδονία ως παράγοντας σταθεροποίησης και εθνικής εξωστρέφειας) οδηγήθηκε από την επιδίωξη ενός masterstroke εναντίον της αντιπολίτευσης. Που τελικά εκπυρσοκρότησε στο πρόσωπο αυτού που τράβηξε τη σκανδάλη...

* Ο  κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης, αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ