ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υποθήκη στις κάλπες η οικονομική σταθερότητα

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπερβαίνουν τα περιθώρια του προϋπολογισμού και, επιπλέον, στοχεύουν σε λάθος κατεύθυνση τα μέτρα που ανακοίνωσε την περασμένη Τρίτη ο πρωθυπουργός, υποστηρίζουν αναλυτές οι οποίοι ασχολήθηκαν με την αριθμητική αλλά και την ουσία των εξαγγελιών Τσίπρα την περασμένη Τρίτη.

Την ώρα που οι θεσμοί απειλούν με κυρώσεις αν παραβιαστεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, όπως μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg την Παρασκευή, οι εκτιμήσεις των αναλυτών στην Αθήνα εντοπίζουν κι άλλες πηγές ανησυχιών.

Οι αναλυτές δεν έχουν καμία αμφιβολία ότι η στόχευση των μέτρων είναι αμιγώς ψηφοθηρική και ανησυχούν ότι η υιοθέτησή τους μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική πορεία της χώρας –το μόνο ασφαλές επίτευγμα των μνημονιακών χρόνων– ανακόπτοντας, παράλληλα, τη δειλή και σταδιακή  επιστροφή στις αγορές. Σε κάθε περίπτωση θεωρούν ότι σπαταλιέται ένα κεφάλαιο που θα έπρεπε –στον βαθμό που υπάρχει– να επενδυθεί με κύριο άξονα την τόνωση της ανάπτυξης, βασικό ζητούμενο για τη χώρα σε αυτή την περίοδο της ασθενικής μεταμνημονιακής ανάκαμψης.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η λεγόμενη 13η σύνταξη, κόστους 800 εκατ. ευρώ, την οποία επικρίνουν ακόμη και φιλοκυβερνητικοί αναλυτές, επισημαίνοντας ότι θα ήταν καλύτερο να δοθεί το σχετικό ποσό στην ενίσχυση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης, αν όχι σε άλλους αναπτυξιακούς σκοπούς.

Οι υπολογισμοί που έγιναν τις προηγούμενες ημέρες σε γραφεία τεχνοκρατών αναφέρουν, σύμφωνα με πληροφορίες, τα εξής: Για το 2019, η εκτίμηση της κυβέρνησης για το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων θεωρείται ακριβής, αλλά αμφισβητείται  το προβλεπόμενο υπερπλεόνασμα, ώστε να μπορέσουν αυτά να εφαρμοστούν. Συγκεκριμένα, το κόστος των μέτρων είναι περίπου 1,11 δισ. ευρώ, και ειδικότερα, για τη 13η σύνταξη 800 εκατ. ευρώ και για τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από 24% σε 13%, τη μετάταξη των τροφίμων από τον συντελεστή ΦΠΑ 24% στο 13% και της ενέργειας από 13% σε 6%, αυτό φτάνει τα 310 εκατ. ευρώ. Ομως, ο δημοσιονομικός χώρος τοποθετείται σε χαμηλότερα επίπεδα από το 0,6% του ΑΕΠ ή 1,14 δισ. ευρώ των κυβερνητικών εκτιμήσεων. Σύμφωνα με μια τεχνοκρατική εκτίμηση, θα είναι μόνο 0,3% του ΑΕΠ και επομένως όχι αρκετός για να χρηματοδοτηθούν τα μέτρα. Ακόμη χειρότερα, οι  θεσμοί, σύμφωνα με πληροφορίες, κατά την τελευταία συνάντησή τους με το οικονομικό επιτελείο (απόντος του κ. Τσακαλώτου) αμφισβήτησαν την ύπαρξη οποιουδήποτε δημοσιονομικού χώρου το 2019. Ομως, οι εξαγγελίες είχαν ήδη γίνει. Σημειώνεται ότι η Κομισιόν στις εαρινές της προβλέψεις εκτιμά το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019, σύμφωνα με τον ορισμό ESA 2010, στο 4%, έναντι 4,7% της κυβέρνησης. Είναι προφανές ότι η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι μεγάλη.

Για το 2020, για το οποίο ο κ. Τσίπρας απέφυγε επιμελώς να αναφέρει το κόστος των μέτρων, οι εκτιμήσεις των τεχνοκρατών το ανεβάζουν τουλάχιστον στα 2 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά πολύ τον διαθέσιμο, ακόμη και με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, χώρο (0,4% του ΑΕΠ ή 800 εκατ. ευρώ). Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, το κόστος για την προοδευτική κατάργηση της έκτακτης εισφοράς υπολογίζεται σε 550 εκατ. ευρώ, για τη μείωση του μεσαίου συντελεστή ΦΠΑ από 13% σε 11% σε 1,1 δισ. ευρώ, για την έκπτωση των τόκων των στεγαστικών δανείων σε 160 εκατ. ευρώ. Ακόμη, τα φορολογικά μέτρα του 2019, σε ετησιοποιημένη βάση, για το 2020, κοστίζουν 550 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις. Η μη μείωση του αφορολογήτου λογίζεται ως ουδέτερη, αφού εννοείται ότι θα καταργηθούν μαζί και τα φορολογικά αντίμετρα, ένα μέρος των οποίων μεταφέρθηκε στις εξαγγελίες Τσίπρα (κυρίως η κατάργηση της έκτακτης εισφοράς, που θα γίνει μερικώς).

Για να καλύψει το τεράστιο κενό του 2020, ο κ. Τσίπρας κατέφυγε στο εύρημα του ειδικού λογαριασμού, στον οποίο θα τοποθετήσει, όπως είπε, 5,5 δισ. ευρώ από τα διαθέσιμα του Δημοσίου, με παράλληλη μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων κατά 1% του ΑΕΠ, δηλαδή στο 2,5% του ΑΕΠ, για τρία χρόνια. Μια ιδέα που προκάλεσε τριγμούς στις αγορές, με άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. Η αντίδραση των θεσμών οφείλεται στο γεγονός ότι παραβιάζεται μια συμφωνία (του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ) που εξασφάλιζε, μαζί με τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τη βιωσιμότητά του.

Τα μέτρα του 2020, στα οποία περιλαμβάνονται οι πιο αναπτυξιακές παρεμβάσεις (όπως η μείωση εισφορών και η αύξηση του συντελεστή απόσβεσης επενδύσεων) είναι, βεβαίως, ούτως ή άλλως, στον αέρα, καθώς η ψήφισή τους τοποθετείται για μετά τις εκλογές. Η παρούσα κυβέρνηση απλώς τα εξήγγειλε, ενώ έσπευσε να «καπαρώσει» τον όποιο διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο από φέτος με τις συντάξεις. Ετσι, η επόμενη κυβέρνηση κινδυνεύει να βρεθεί με τα χέρια δεμένα, με πολύ μικρότερο διαθέσιμο χώρο απ’ όσο υπολογίζει για φορολογικές ελαφρύνσεις. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ