ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η επίσημη έναρξη της ελληνικής μετανάστευσης στη Γερμανία εγκαινιάστηκε το 1960 με τη «συμφωνία περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία», όταν η Βόννη επεδίωκε να καλύψει εναγωνίως τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό, την περίοδο του γερμανικού οικονομικού θαύματος. Οι Ελληνες Gastarbeiter, που κατέφθαναν κυρίως με την αμαξοστοιχία «Akropolis Express» στην αποβάθρα 11 του πολυτραγουδισμένου σταθμού του Μονάχου και στη συνέχεια προωθούνταν στις φάμπρικες της Γερμανίας, έρχονταν αντιμέτωποι με ένα δύσκολο εργασιακό περιβάλλον και μια σκληρή καθημερινότητα, καθώς επί χρόνια η μόνη κοινωνική μέριμνα προερχόταν από την Ευαγγελική Εκκλησία. Το έλλειμμα κοινωνικών υπηρεσιών στη Γερμανία, αλλά και ενημέρωσης για τα τεκταινόμενα στην πατρίδα, ανέλαβαν να καλύψουν οι ελληνικές εκπομπές της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και της Deutsche Welle, με έδρα την Κολωνία.

Ο «σταθμός του Μονάχου» εκπέμπει από το 1964

Το 1964 και για 38 ολόκληρα χρόνια ακουγόταν στις οκτώ και μισή το βράδυ το μουσικό σήμα «Πέρα στους πέρα κάμπους» της σαραντάλεπτης ελληνικής εκπομπής της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας στα FM. Αυτή η πολύτιμη γέφυρα επικοινωνίας με την Ελλάδα πρόσφερε στους Ελληνες μετανάστες, πέρα από ειδήσεις από την πατρίδα, ψυχαγωγία, μαθήματα γερμανικών και πολύτιμες πληροφορίες για το άγνωστο γερμανικό εργασιακό περιβάλλον.

Μάλιστα, o Παύλος Μπακογιάννης, διευθυντής της ελληνικής εκπομπής, προσκαλούσε συχνά στο Μόναχο γνωστούς Ελληνες καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Δημήτρης Χορν, ο Τάκης Μηλιάδης, οι αδελφές Καλουτά και ο Γιώργος Ζαμπέτας, για τα ραδιοφωνικά σκετς ή τις μουσικές εκπομπές που ψυχαγωγούσαν το ακροατήριο. Την περίοδο της χούντας ο Μπακογιάννης σατίριζε συχνά τους συνταγματάρχες, όπως όταν ακούστηκαν στην εκπομπή τα περίφημα «κάλαντα» που έγραψε ο ίδιος με αφορμή την αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969.

Στο δυναμικό της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας εντάχθηκαν από την πρώτη στιγμή ο αθλητικός συντάκτης Ασημάκης Χατζηνικολάου και ο Χαράλαμπος Πραματευτάκης, ως υπεύθυνος της μουσικής ώρας για τους Ελληνες της Δυτικής Γερμανίας. Σταδιακά προστέθηκαν και άλλοι συνεργάτες (Νίκος Ιωαννίδης, Κώστας Σταθόπουλος και Κώστας Πετρογιάννης). Εκφωνητές των ειδήσεων ήταν ο Χρήστος Χατζόπουλος και η Φανή Αθέρα. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η Ελένη Τορόση, η οποία είχε μεταξύ άλλων την επιμέλεια των πολιτιστικών εκπομπών και των παιδικών προγραμμάτων.

Αντίσταση από μικροφώνου κατά των συνταγματαρχών

Μετά την 21η Απριλίου 1967, οι Ελληνες της Γερμανίας (εργάτες, φοιτητές, δημοσιογράφοι, επιστήμονες, πολιτικοί) διοργάνωσαν και συμμετείχαν στις μεγαλύτερες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις της εποχής, που είχαν την υποστήριξη μεγάλου τμήματος της γερμανικής κοινής γνώμης. Από τη θέση του διευθυντή της ελληνικής εκπομπής της Ραδιοφωνίας του Μονάχου, ο Παύλος Μπακογιάννης άσκησε σκληρή κριτική στη χούντα, παρέχοντας από την πρώτη ημέρα πληροφορίες και σχόλια για τις συλλήψεις, τα βασανιστήρια και όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα μετά την 21η Απριλίου 1967. Ας σημειωθεί ότι έως το 1969 η Βαυαρική Ραδιοφωνία είχε το «μονοπώλιο» της ραδιοφωνικής ενημέρωσης του ελληνισμού στη Δυτική Γερμανία, δεδομένου ότι η αντίστοιχη εκπομπή της Deutsche Welle δεν είχε αρχικά ιδιαίτερη ακροαματικότητα. Σύμφωνα με τον διευθυντή του ελληνικού προγράμματος Κώστα Νικολάου, αυτό οφειλόταν όχι μόνο στο γεγονός ότι μεταδιδόταν 12.00-12.30 το μεσημέρι, αλλά και στην «ουδέτερη» στάση της απέναντι στο καθεστώς των συνταγματαρχών έως το 1969.


Μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας της ελληνικής εκπομπής της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Μέχρι και την πτώση της χούντας, δεν υπήρξε εκ μέρους τους η παραμικρή διάθεση μετριασμού της κριτικής προς τους συνταγματάρχες.

Μετά τη σκληρή αντιδικτατορική στάση της εκπομπής του Μονάχου, οι αξιωματούχοι της χούντας εναπέθεσαν ανεπιτυχώς τις ελπίδες τους για την αποπομπή του Μπακογιάννη σε αλλεπάλληλα διαβήματα προς την ηγεσία της Ραδιοφωνίας του Μονάχου και στη βαυαρική κυβέρνηση για τη δήθεν μονόπλευρη ενημέρωση των Ελλήνων μεταναστών. Ειδικά, ο ισχυρός άνδρας της Βαυαρίας Franz Josef Strauss, που ανήκε στο φιλοχουντικό λόμπι, ζητούσε τη χαλάρωση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί μετά το πραξικόπημα στην Ελλάδα, για να μπορέσει να προωθήσει κυρίως τα βαυαρικά επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ελλάδα, ενώ χαρακτήριζε τον Μπακογιάννη «κομμουνιστή δημοσιογράφο λεβαντίνικης καταγωγής». Ωστόσο, ο διευθυντής των ξενόγλωσσων προγραμμάτων Gerhard Bogner υπερασπίστηκε από την πρώτη στιγμή τους συντελεστές της ελληνικής εκπομπής και το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, καθώς θεώρησε την κατάλυση της δημοκρατίας στην Ελλάδα «επανεμφάνιση του πνεύματος του Αδόλφου Χίτλερ».

Απόπειρα δωροδοκίας

Ας σημειωθεί ότι την άνοιξη του 1968 οι γερμανικές εφημερίδες δημοσίευσαν πληροφορίες για την απόπειρα των Απριλιανών να δωροδοκήσουν τον Μπακογιάννη με 200.000 μάρκα και για τις απειλές κατά της ζωής του από πράκτορες της ΚΥΠ στη Γερμανία. Ωστόσο, μέχρι και την πτώση της χούντας, δεν υπήρξε εκ μέρους των συντελεστών της εκπομπής του Μονάχου η παραμικρή διάθεση μετριασμού της κριτικής προς τους συνταγματάρχες, όπως αποδεικνύει η μετάδοση στις αρχές του 1971 της είδησης περί επικείμενης υποτίμησης της δραχμής, που παραλίγο να επιφέρει την αποπομπή του Μπακογιάννη. Οι Απριλιανοί απείλησαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με γερμανικές εταιρείες, προκειμένου να επιτύχουν τη μερική, έστω, διάψευση της είδησης αυτής.

Υπόδειγμα δημοσιογραφίας

Ας σημειωθεί ότι η Deutsche Welle, που αποτελούσε την επίσημη «φωνή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας», αναμετέδιδε συχνά και σχόλια του Παύλου Μπακογιάννη, δίνοντας το μήνυμα υγιούς συνεργασίας των δημοκρατικών δυνάμεων. Οπως εύστοχα σημείωσε ο Κώστας Τσατσαρώνης, με τον τρόπο αυτό ο Μπακογιάννης «πολλαπλασίαζε την απήχηση που είχε, καθώς μετέφερε τη φωνή του στους πολυάριθμους και πιστούς ακροατές του Ραδιοσταθμού της Κολωνίας στην Ελλάδα», σε σημείο που να ταυτίζεται με την Deutsche Welle. Ωστόσο, η επίσημη συνεργασία μεταξύ των δύο ελληνικών εκπομπών διεκόπη το 1971, κατόπιν παρέμβασης της χούντας προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και την ηγεσία της Deutsche Welle, σε μια προσπάθεια να εξευμενιστούν οι Απριλιανοί για την αναμετάδοση της είδησης περί υποτίμησης της δραχμής από την εκπομπή της Κολωνίας. Εξαιτίας αυτών των παρεμβάσεων παραιτήθηκε λίγο αργότερα και ο διευθυντής της εκπομπής Κώστας Νικολάου, που ήταν ευρύτερα γνωστός για τα σαββατιάτικα «πολιτιστικά σχόλιά» του, που ήταν στην πραγματικότητα αμιγώς πολιτικά.

Ωστόσο, παρά τις συνεχείς πολιτικές πιέσεις και τους περιορισμούς, τα ελληνικά προγράμματα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και της Deutsche Welle ενίσχυσαν με τη στάση τους τις αντιδικτατορικές φωνές στη Γερμανία και στην Ελλάδα, ενώ προσέφεραν παρηγοριά και συντροφιά στους Ελληνες της Γερμανίας. Παράλληλα, έγιναν συνώνυμο της μαχόμενης δημοσιογραφίας, με ανεξάρτητο σχολιασμό των γεγονότων και εξελίξεων στην Ελλάδα, έχοντας την υποστήριξη των γερμανικών ραδιοφωνικών ιδρυμάτων και της δημοκρατικής Γερμανίας (δημοσιογραφικές και συνδικαλιστικές ενώσεις κ.ά.), καθώς η συνολική στάση των γερμανικών κυβερνήσεων της εποχής απέναντι στους συνταγματάρχες κινούνταν σε ένα πλαίσιο αναζήτησης συμβιβασμού μεταξύ «δημοκρατικών αρχών και πολιτικού πραγματισμού».

Πηγή ελεύθερης ενημέρωσης

Μετά την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Βίλι Μπραντ το φθινόπωρο του 1969, επικεφαλής συνασπισμού SPD/FDP, η εκπομπή της Deutsche Welle εισήλθε τον Μάρτιο του 1969 στη δεύτερη φάση της, που θα την καθιέρωνε στη συνείδηση των χιλιάδων ακροατών της ως έγκυρη πηγή ελεύθερης ενημέρωσης και σκληρής κριτικής στο καθεστώς των συνταγματαρχών. Η εκπομπή μετατέθηκε σε βραδινή ώρα (21.40), διπλασιάστηκε σε διάρκεια και έγινε πλέον ωριαία, ενώ τα μέλη της ελληνικής σύνταξης και οι συνεργάτες είχαν, όπως και στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, την πλήρη ευθύνη για το περιεχόμενο της εκπομπής και δεν αναγκάζονταν πλέον να μεταφράζουν και να εκφωνούν ειδήσεις και σχόλια για την Ελλάδα, προερχόμενα από Γερμανούς συντάκτες.

Τότε έγινε η ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, καθώς ο διευθυντής της, Κώστας Νικολάου (μετέπειτα πρώτος Ελληνας αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), έπεισε τον σοσιαλδημοκράτη γενικό διευθυντή του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος της Κολωνίας, Walter Steigner, πως η συνεπής αντιχουντική στάση της εκπομπής αποτελούσε ευκαιρία επανεκκίνησης των ελληνογερμανικών σχέσεων μετά την τραυματική περίοδο της ναζιστικής Κατοχής, ενώ ταυτόχρονα στερούσε από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του ανατολικού μπλοκ, όπως η «Φωνή της Αλήθειας», τη δυνατότητα να μονοπωλήσουν την ενημέρωση των Ελλήνων της Γερμανίας. Ο Νικολάου έλαβε επίσης την άδεια να αναζητήσει νέους Ελληνες συνεργάτες ακόμα και εκτός Κολωνίας, προκειμένου το νέο αντιχουντικό πρόγραμμα της Deutsche Welle στα βραχέα κύματα να καλύψει το έλλειμμα πληροφόρησης που υφίστατο εκείνη την περίοδο στη χουντική Ελλάδα.


Το κτίριο της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας στο Μόναχο.

Δεν είναι λίγοι οι Ελληνες ακροατές που την εποχή εκείνη θεωρούσαν την Deutsche Welle συνώνυμο δημοσιογραφικής αξιοπιστίας, καθώς οι ξένες πηγές ενημέρωσης (BBC, Παρίσι) είχαν ξαναγίνει εξαιρετικά δημοφιλείς, όπως την περίοδο της γερμανικής Κατοχής.

Η συντακτική ομάδα

Στα μέλη της ελληνικής σύνταξης της Deutsche Welle ανήκαν, μεταξύ άλλων, ο δικηγόρος Βασίλης Μαυρίδης, οι δημοσιογράφοι Αγγελος Μαρόπουλος και Χρυσή Ψωμά, ο διπλωμάτης Γιώργος Κλαδάκης, η φιλόλογος/εκφωνήτρια Δανάη Κουλμάση, ενώ σημαντική ήταν η συμβολή στον αντιδικτατορικό αγώνα συνεργατών/σχολιαστών, όπως του μαχητικού συγγραφέα Αλέξανδρου Σχινά, του δημοσιογράφου Βάσου Μαθιόπουλου, του υποψηφίου διδάκτορος της Νομικής και τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια, του οικονομολόγου Μάριου Νικολινάκου, του ψυχιάτρου Νίκου Τζαβάρα, του δικηγόρου Νίκου Μαυρομάτη και του δημοσιογράφου Eberhard Rondholz.

Τον Ιούνιο του 1969 φρόντισε η «Νέα Πολιτεία», το ημιεπίσημο δημοσιογραφικό όργανο της χούντας, να αυξήσει ακόμα περισσότερο την ακροαματικότητα της ελληνικής εκπομπής της Deutsche Welle στην Ελλάδα, με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα («Τα τρωκτικά του ραδιοσταθμού Κολωνίας»), που απηχούσε τη δυσφορία των Απριλιανών για την εκπομπή.

* Ο κ. Νίκος Παπαναστασίου είναι λέκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ